θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, December 11, 2010

«Η Εργασία Απελευθερώνει».



ΤΡΙΤΟ ΜΑΤΙ τ.185 σελ.21 Αποκρυβείσα (φορολογητέα) ύλη, η: το εισόδημα το οποίο, σύμφωνα με τους... επαΐοντες του νεοελληνικού ντοβλετίου, δεν δήλωναν στην εφορία ο ) είς έκαστος εκ του 1,5 εκατομμυρίου ελευθέρων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων σε κάθε μία από τις δέκα τελευταίες φορολογικές τους δηλώσεις. Δήλωνε, για παράδειγμα, κάποιος εισόδημα για μία χρονιά 5000 ευρώ; Ε, η αποκρυβείσα ύλη είναι της τάξεως των 5000 ευρώ. «Χαράτσι» περαίωσης; 700 ευρώ. Δήλωνε ο ίδιος μηδενικά εισοδήματα, λόγω ανεργίας; Ε, μηδενική θεωρείται και η αποκρυβείσα ύλη. Και, ω του θαύματος! Σ' αυτή την περίπτωση, οι καλοί μας ντοβλετίστας μειώνουν το «χαράτσι» περαίωσης στα 500 ευρώ. Το τελευταίο θα μπορούσε να ονομάζεται και «χαράτσι περαίωσης ανέργων», ένθα η λέξις περαίωσις νοείται κυριολεκτικώς: να αποτελειώσουμε μια και καλή τον άνεργο και να τον αποστείλουμε «εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως». Διότι, ως γνωστόν, «Η Εργασία Απελευθερώνει». Ιστορική Παρέκβαση 1: Είναι πασίγνωστο πως το σύνθημα «ARBEIT MACHT FREI» «κοσμούσε» την κεντρική πύλη του στρατοπέδου καταναγκαστικής εργασίας στο Αουσβιτς, την περίοδο των εθνικοσοσιαλιστών (ναζί). Αυτό που είναι παντελώς άγνωστο είναι το γεγονός ότι παρόμοια συνθήματα κοσμούσαν και τις πύλες στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας (σύστημα Gulag) και στην υπαρκτοσοσιαλιστική Σοβιετία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: Στην είσοδο ενός από τα μικρότερα στρατόπεδα του Κολίμα κρεμόταν ένα ουράνιο τόξο από κοντραπλακέ με ένα πανό τυλιγμένο πάνω του που έλεγε: «Η Δουλειά στην ΕΣΣΔ είναι ζήτημα Τιμής, Δόξας, Ανδρείας και Ηρωισμού!» Σε μια εργατική αποικία στα περίχωρα του Ιρκούτσκ, υπήρχε ένα πανό που έλεγε: «Με τίμια δουλειά θα ξεπληρώσω το χρέος μου στη μητέρα πατρίδα» Στο Σολοβέτσκι, ένας άλλος κρατούμενος είδε την πινακίδα: «Με τη Δουλειά κερδίζεται η Ελευθερία!» Η ANNE Applebaum σχολιάζει ως εξής το τελευταίο σύνθημα: "[Ε]να σλόγκαν που είναι εξίσου αλλόκοτα παρεμφερές με εκείνο που κρεμόταν πάνω από την είσοδο του Αουσβιτς: «ARBEIT MACHT FREI»- Η Δουλειά σ' ελευθερώνει." Γιατί «αλλόκοτα» παρεμφερές; Λογικό δεν είναι καθεστώτα όπως το εθνικοσοσιαλιστικό ή το υπαρκτοσοσιαλιστικό να τρέφουν την ίδια εκτίμηση για την εργασία; Λογικό δεν είναι η ίδια εντατική «προσευχή» να οδηγεί στην ίδια «σωτηρία»; Πέρας παρέκβασης. Και αρχή της επόμενης. Ιστορική Παρέκβαση 11: Διαβάζουμε στο προαναφερθέν βιβλίο: «Συχνά οι ετοιμοθάνατοι (σ.σ. των στρατοπέδων σωφρονιστικής εργασίας στην ΕΣΣΔ, δηλαδή εκείνοι που πέθαιναν εξαιτίας του χρόνιου υποσιτισμού και της σκληρής εργασίας) ονομάζονταν φιτίλι ή «φιτίλια», όπως τα φιτίλια των κεριών, που επρόκειτο σύντομα να σβήσουν. Ήταν επίσης γνωστοί με τα ονόματα γκαβνόεντι «σκατοφάγοι» ή πομοετσνίκι «σκουπιδορουφήχτρες» (σ.σ. εξαιτίας του γεγονότος ότι σύχναζαν στους σκουπιδότοπους των στρατοπέδων αναζητώντας κάτι -οτιδήποτε!- φαγώσιμο). Συχνότερα ωστόσο τους αποκαλούσαν ντοχοντιάγκι από τη ρωσική λέξη ντόχοντιντ που σημαίνει «φτάνω» ή «επιτυγχάνω» , μια λέξη που συνήθως μεταφράζεται ως «ξοφλημένοι». Ο Ζακ Ροσί, στο Εγχειρίδιο του Γκουλάγκ, ισχυρίζεται ότι η έκφραση αυτή ήταν σαρκαστική, γιατί οι ετοιμοθάνατοι επιτέλους «έφταναν στο σοσιαλισμό».» Κάπως έτσι περαιώσαμε και αυτή την παρέκβαση. Αρχή της επόμενης. Θεολογική Παρέκβαση: Έγραφε ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Προ μεν γαρ της παρουσίας του Χριστού ο θάνατος θάνατος εκαλείτο... επειδή δε ήλθεν ο Χριστός... ουκέτι θάνατος καλείται αλλά ύπνος και κοίμησις.» Η επιγραφή στην είσοδο στρατοπέδου στην περιοχή του Κολίμα: «Η Δουλειά στην ΕΣΣΔ είναι ζήτημα Τιμής, Δόξας, Ανδρείας και Ηρωισμού!» Ο θάνατος, λοιπόν, σύμφωνα με τη διδασκαλία του χριστιανισμού, αποτελεί μετάβαση από τον φθαρτό υλικό κόσμο στην αιώνια ζωή, «εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως», όπως αναφέρεται στη νεκρώσιμη ακολουθία. Κι αμέσως μετά στη νεκρώσιμη ακολουθία αναφέρεται (η υπογράμμιση δική μου): «Ευλογητός ει. Κύριε, δίδαξόν με, τα δικαιώματα Σου.» Τέλος των μεταφυσικών ανησυχιών. Επιστροφή στην πραγματικότητα. Νεοελληνική Παρέκβαση: Και κάπως έτσι, όλοι οι «μπλοκάκηδες» των 400-500-600 ευρώ (και αν...) το μήνα, οι επισφαλείς εργαζόμενοι, οι ανασφάλιστοι, οι άνεργοι, οι μικρομαγαζάτορες που μετά βίας επιβιώνουν -καθώς και όλα τα υπόλοιπα «κορόιδα» του νεοελληνικού μπαχτσέ- θα έπρεπε να συγκεντρωθούν στην πλατεία Χλεύης (τέως Συντάγματος) για να... ψάλλουν, για τη δική τούς ανάψυξιν, προς τον εκπρόσοπο του ντοβλετίου το εξής τροπάριο: «Ευλογητός ει. Σενιόρ ντοβλετίστα δίδαξαν με τα δικαιώματα Σου!» Φυσικά, όλοι εκείνοι οι οποίοι αποκρύπτουν συστηματικά κάθε χρόνο 10,30,50 χιλιάδες ευρώ φορολογητέας ύλης, δεν έχουν κανέναν λόγο να συμμετάσχουν στον Χορό των Αγ(ρ)ίων. Πληρώνουν το «εφτακοσαράκι» και είναι ευτυχείς που συμβάλλουν κι αυτοί στη «σωτηρία της πατρίδος», στη «σωτηρία του έθνους»... «Η κλίκα αυτή είναι αποφασισμένη να υπερασπίσει με κάθε μέσο τα οικονομικά της συμφέροντα και δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το τι μπορεί να στοιχίσει αυτό στην οικονομία της χώρας. Τα μέλη αυτής της κλίκας επιθυμούν να διατηρήσουν άθικτο το φορολογικό σύστημα που τους ευνοεί, με αληθινά σκανδαλώδη τρόπο. Αντιτίθενται στον έλεγχο συναλλάγματος, γιατί αυτό θα τους εμποδίσει να εξάγουν τα κέρδη τους στις τράπεζες του Καΐρου και της Αργεντινής. Δεν διανοήθηκαν ποτέ να επενδύσουν τα κέρδη τους στη δική τους χώρα για να βοηθήσουν στην αναστήλωση της εθνικής οικονομίας.» Ποιο... παλιοκομμούνι τα λέει -ή μάλλον τα έλεγε- όλα αυτά; Ο Πολ Πόρτερ, επικεφαλής της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας προς την Ελλάδα το 1947 -μεσούντος του Εμφυλίου- σε άρθρο του σε αμερικανικό περιοδικό. Ποιοι συναποτελουσαν αυτή την κλίκα; «Οι κερδίζοντες, δηλαδή οι βιομήχανοι, οι έμποροι, οι κερδοσκόποι και οι μαυραγορίτες διάγουν εν πλούτω και χλιδή, το πρόβλημα δε αυτό ουδεμία κυβέρνηση το αντιμετώπισε αποτελεσματικά. Στο μεταξύ, οι λαϊκές μάζες περνούν μια άθλια ζωή [...]» Χρειαζόμαστε, άραγε, και άλλες «αποδείξεις» για την ιστορική συνέχεια του νεοελληνικού «έθνους»; Παρένθεχη παρατήρηση απευθυνόμενη προς τον ΔτΤ (Δαίμονα του Τυπογραφείου): στη στήλη του προηγούμενου τεύχους «έβαλες την ουρίτσα» Σου και παρενέβαλες διάφορα ακατάληπτα περί του ότι στη Φινλανδία πληρώνουν μεν φόρους, αλλά και το κράτος τους παρέχει κατοικίες. Και τι σχέση έχει αυτή η παρατήρηση; Στην Ελλάδα οι εργαζόμενοι πληρώνουν -ποσοστιαία- τόσους φόρους όσους πληρώνουν όλοι οι εργαζόμενοι στην ΕΕ. Από την άλλη, οι εργοδότες στην Ελλάδα πληρώνουν τους μισούς φόρους από αυτούς που πληρώνουν οι εργοδότες στην ΕΕ. Τι; Θέλουν και δωρεάν σπίτια για να είναι «φορολογικώς ενήμεροι»; Γιατί; Οι μισθωτοί που τα «ακουμπάνε» κανονικά παίρνουν δωρεάν -κρατικές- κατοικίες; Οι Έλληνες επιχειρηματίες, οι αιωνίως «χειμαζόμενοι», διαθέτουν ακόμη ένα όπλο στο οπλοστάσιο τους για τη «σωτηρία της πατρίδας», για τη «σωτηρία του έθνους»: μεταφέρουν την έδρα των επιχειρήσεων τους σε άλλες χώρες, των Βαλκανίων ή στην Κύπρο, όπου το φορολογικό καθεστώς θυμίζει «τόπον φωτεινόν, τόπον χλοερόν, τόπον αναψυξεως». Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου, τον τελευταίο χρόνο έχουν «μεταφερθεί», κατ' αυτόν τον τρόπο, 1500 επιχειρήσεις. Και καλά κάνουν. Σε εποχή παγκοσμιοποίησης ζούμε, ο καθένας όπως μπορεί πορεύεται. Αλλά μην μας ζαλίζουν κιόλας οι «αιωνίως διωκόμενοι» και οι «αιωνίως διωχθέντες»... Διότι -επιτέλους!- αυτή η «αιώνια δίωξη» έχει καταντήσει δεύτερο δέρμα της «ευάερης ράτσας» των Ελλήνων. Κι ούτε, βέβαια, πέρασε απαρατήρητη από τη σεμνοταπεινότητά μου η δήλωση, προ εβδομάδων, της Γ.Γ. του Π.Γ. του ΚΚΕ Αλέκας Παπαρήγα ότι θα έπρεπε οι «μεγαλοφοροφυγάδες» να πληρώσουν. Οι «μικρο-φοροφυγάδες», Αλέκα μου, να μην πληρώσουν; Οι μικροφοροφυγάδες; Τέλος παρένθεσης. Η συνέχεια του «έθνους»: Δυστυχώς, για κάθε εθνομηδενιστή που αποστομώνουμε, δέκα ξεπετάγονται από τα βάθη της Ιστορίας για να ταράξουν τη νιρβάνα μας. Όπως, για παράδειγμα, ο Ιωάννης Α. Σπηλιωτάκης το μακρινό 1881: «[...] Διότι ούτε'Εθνος υπάρχει εν Ελλάδι, ούτε λαός, αλλ' άτομα αποκεχωρισμένα και άνευ κοινού δεσμού προς άλληλα, ως μόρια άμμου αχρήστου προς οικοδομήν ή άλλο έργον, ελλείψει συντακτικής ύλης, άτε τοιαύτης μη υπαρχούσης δια τους ανθρώπους, όπως δια την άμμον υπάρχει ο άσβεστος [...] Και εγώ αυτός παρακατιόν αποδεικνύω ότι πλην των πολιτευτών, ων όμως πονηρός ο αρμός, ούτε Έθνος υπάρχει πράγματι εν Ελλάδι, αλλ' ατομικότητες, μηδόλως κοινωνούσαι μηδέ συμπράττουσα!.» θα μου πείτε πως ο Σπηλιωτάκης (1821-1899) ήταν «αντιδραστικός» (αντικοινοβουλευτικός) και «αναθεωρητής» (θεωρούσε πρόωρη την Επανάσταση του 1821). Η αρετή της αδιαλλαξίας: Να σας θυμίσω, τότε, τα λεγόμενα δύο «προοδευτικών» (κοινοβουλευτικών) και... «θεωρητών» (συμμετείχαν ενεργά στην Επανάσταση) ανδρών, που έλεγαν τον Γενάρη του 1844 στο πρώτο Κοινοβούλιο που συγκροτήθηκε στην Ελλάδα και συζητούσε για το πρώτο ελληνικό Σύνταγμα. Στρατηγός Μακρυγιάννης: Αν είναι αναμένωμε ημείς νηστικοί ας πάει στο διάβολο η λευτεριά. Έφαγαν αυτοί ας φάμε και εμείς τώρα.» Ρήγας Παλαμήδης: «Ημείς δεν στερούμεν τους ετερόχθονος παρά την ενέργειαν της εξουσίας, διότι δεν μας έδωκαν εχέγγυα ειλικρίνειας. Ας επιχεφήσωσι ιδιωτικά έργα, ας καλλιεργήσωσι γαίας, ας μετέλθωσι εμπόριον και βιομηχανίας, εις τα υπουργεία όμως δεν τους δεχόμεθα. Τους τα εδώσαμεν τόσον καιρόν, φθάνει πλέον ας τραβηχθούν δι' Το επώνυμο του αντιπροέδρου της κυβέρνησης θ. Πάγκαλου δεν προέρχεται από το αρχαιοελληνικό παν + κάλλος, αλλά από τις ιταλικές λέξεις pane + gallus (άρτος + αλέκτωρ). Στο οικόσημο της γνωστής οικογενείας από την Κέα ένας κόκκορας καταβρόχθιζε ένα κομμάτι ψωμί... Τα μέλη της ιστορικής οικογένειας διακρίνονται στην ελληνική ιστορία από το 16ο αιώνα: Ορλοφικά, προξενικές υπηρεσίες στη Γαλλία, στενές σχέσεις με την τσαρική Ρωσία, εμπόριο στη Μαύρη θάλασσα... ολίγα χρόνια να κανονίσωμεν ημείς μόνοι την υπηρεσίαν μας. Πρόκειται να ρίψωμεν βάλσαμον εις τας πληγάς μας και όχι τρέμεντίνα.» Αλλά αυτά τα έχουμε ήδη πει σε προηγούμενα τεύχη, να μην επαναλαμβανόμαστε και κινδυνέψουμε να χαρακτηριστούμε «ασεβείς» προς το πρόσωπο του Μακρυγιάννη, όπως χαρακτηρίστηκε φίλος από γνωστό του καθηγητή πανεπιστημίου... Πάλι καλά να λέει που δεν τον παρέπεμψε σε κανένα έκτακτο στρατοδικείο για «προσβολή μνήμης νεκρού». Πάλι καλά... Και η αρετή της μετριοπάθειας: Συγνώμην, εξιουζέ μουά, με το συμπάθιο και με το μπαρδόν, να Όύμε! Και γιατί, περικαλώ, «τα πήρε» όλη η Ελλάδα με τη δήλωση του κυρίου αντιπροέδρου της κυβερνήσεως Θόδωρου Πάγκαλου, «Όλοι μαζί τα φάγαμε!»; Τι παραπάνω, δηλαδή, είπε από τους προαναφερθέντες; Μήπως είπε ότι οι «πάντες» συμμετείχαν στο φαγοπότι; Όχι, βέβαια. «Όλοι μαζί», είπε. Δεν μίλησε για όλο το λαό. Γι' αυτόν και τα κολλητάρια του μίλησε. «Τα φάγαμε, όλοι εμείς του ΠΑΣΟΚ, τα έφαγαν όλοι εκείνοι της ΝΔ, τα έφαγε όποιος μπορούσε. Όποιος είχε τη δυνατότητα. Τι θέλετε; Να σας δώσουμε και λογαριασμό; Πολύ ευχαρίστως! Να σας τον στείλουμε να τον πληρώσετε!» Και μας τον έστειλαν! Όλοι μαζί! Γιατί η δήλωση του κ. αντιπροέδρου ήταν μετριοπαθής; Για τον πολύ απλό λόγο ότι δεν θα μπορούσε κανένας τους να την είχε κάνει πριν από δέκα ή είκοσι χρόνια. Αχ! Τι εποχές και κείνες! Έβγαινε η Ψωροκώσταινα στις «αγορές» και εξασφάλιζε στο πιτσ-φιτίλι τα δάνεια που χρειάζονταν οι Ταγοί, ο λαός, το έθνος, η χώρα, η πατρίδα, όλοι τους. Έσκασε όμως η χρηματοπιστωτική φούσκα, στέρεψαν οι κρουνοί των δανείων (δεν περισσεύουν για άλλους, για μας θα περισσέψουν;), εκτινάχθηκαν τα επιτόκια, θυμήθηκαν όλοι και το «Δανεικά, ναι! Αγύριστα, όχι!» - ήρθε κι έδεσε. Κι όλοι μας, όλο και κάποιο ψιχουλάκι τσιμπήσαμε από αυτά που έπεσαν από το τραπέζωμα των Ταγών. Ψίχουλα... Πότε για το ένα κοινωνικό στρώμα, πότε για την άλλη ευπαθή ομάδα, πότε για τη μια συντεχνία, πότε για την άλλη... Αλλά ο λογαριασμός, λογαριασμός! Και θα ήμουν εξαιρετικά αισιόδοξος για την τελική έκβαση όλης αυτής της ιστορίας, μόνον που δεν είμαι. Και δεν είμαι για τον πολύ απλό λόγο ότι το πάρτι (τα ψίχουλα, που λέγαμε) έχει τελειώσει προσωρινά (;) σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αν υπήρχαν ελπίδες ανάκαμψης παγκοσμίως θα είχαμε μια μικρή, μικρούτσικη, ελπίδα να τη σκαπουλάρουμε κι αυτή τη φορά. Αλλά ανάκαμψη δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Και στη γλυκιά μας πατρίδα τα πράγματα θα βαίνουν επιδεινούμενα. «Κάθε πέρσι και καλύτερα»... Και όλα αυτά ανεξάρτητα από το αν θα προχωρήσουμε σε αναδιάρθρωση, επιμήκυνση, παύση πληρωμών του Χρέους. Τι απομένει; Το ανασκούμπωμα, που λέει κι ο ΓΑΠ; Χλωμό. Πολύ χλωμό. Το «arbeit» δεν απελευθερώνει πια. Τα job, όσο δεν υπάρχει ανάπτυξη, θα σπανίζουν ολοένα και περισσότερο. Τι απομένει; Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε; Καταρχάς να διδαχτούμε από τη «συνέχεια» του νεοελληνικού έθνους. Έως απίθανο. Θεωρώ πιο πιθανό να αρχίσει καμιά ατέλειωτη συζήτηση στους (τηλε)καφενέδες της χώρας για την «κριτική της αξίας», παρά να κάτσουμε να συζητήσουμε τέτοιου είδους νεοελληνικές «συνέχειες». Γιατί δεν συζητάμε στην Ελλάδα; Με δυο λόγια, διότι δεν επιτρέπεται και διότι δεν έχει κανένα νόημα. Να συζητήσεις για φιλοσοφία με ποιον; Με τους αποφοίτους των φιλοσοφικών σχολών (φιλόλογους); Μα το νόημα είναι να πάρουν το πτυχίο και να διοριστούν σε κάποιο σχολείο. Να συζητήσεις για Ιστορία με ποιον; Όταν όλα τα ιστορικά και ιδεολογικά ζητήματα που αφορούν τη νεοελληνική κοινωνία έχουν «λυθεί»; Να συζητήσεις για τη νεοελληνική κοινωνία; Την ποια; Υπάρχει κοινωνία σ' αυτόν τον τόπο; Να συζητήσεις για τη δομή και τη λειτουργία του νεοελληνικού κράτους; Αυτά αποτελούν εγκλήματα καθοσιώσεως... Τηλεοπτικό παράθυρο: υπήρξε μία περίοδος την περασμένη άνοιξη που θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως «Περίοδο: "Οι Γερμανοί ξανάρχονται"». Ημίγνωστη τηλεοπτική «δημοσιογράφο», που συμμετείχε σε τηλεοπτική συζήτηση, πέταξε κάποια στιγμή, με στόμφο χιλίων και μισού καρδιναλίων την εκπληκτική ατάκα: «Ποιοι Γερμανοί; Έχουν να μας δείξουν κάποιον σημαντικό φιλόσοφο μετά το τέλος του Β' ... Παγκοσμίου Πολέμου;Έχουν να μας δείξουν έναν Καστο-ριάδη, έναν Αξελό, έναν Παπαϊωάννου...» Χάι, χο! Τι θα είχε συμβεί στους Καστοριάδη, Αξελό και Παπαϊωάννου αν δεν είχαν εγκαταλείψει την Ελλάδα το 1945; Αν δεν είχαν αντιμετωπίσει κάποιο εκτελεστικό απόσπασμα ή δεν είχαν σαπίσει στα ξερονήσια, ίσως να είχαν καταλήξει στην Τασκένδη ή πλασιέ βιβλίων στην Αθήνα. Πάντως, αυτά που κατάφεραν μετά τη φυγή τους στη Γαλλία δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση στο δισεκατομμύριο να τα είχαν καταφέρει εδώ. Όχι γιατί η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της, αλλά επειδή η Αούμπεν Μεγαλοαστική (και μικροαστική) Τάξη και το ντοβλέτι τους τρώνε -κυριολεκτικά- τα παιδιά που δεν είναι δικά τους. Το ντοβλέτι Η λέξη ντοβλέτι (στα τουρκικά, devlet - αραβικής προέλευσης) σημαίνει κράτος, κρατικός μηχανισμός, κυβέρνηση. Ωστόσο, «εννοιολογικά δεν έχει καμία συγγένεια προς τη δύναμη ή την κατεστημένη εξουσία [...] Μάλιστα, μέχρι τον περασμένο αιώνα (σ.σ. τον 19ο) η λέξη στα τουρκικά σήμαινε την κυριολεξία της, δηλαδή την ευτυχία ή ορθότερα την ευδαιμονία και μακαριότητα», αναφέρει ο Νεοκλής Σαρρής. Και συνεχίζει: «Η ερμηνεία που δίδεται είναι η ακόλουθη: σύμφωνα με τα γυρίσματα της τύχης, τη φορά των πραγμάτων, άλλοι βρίσκονται πάνω και άλλοι κάτω. Οι πρώτοι επιβάλλονται και εξουσιάζουν τους δεύτερους και νέμονται τα αγαθά της εξουσίας, αποκτώντας έτσι ευτυχία και μακαριότητα. Τα αγαθά αυτά πρώτιστα είναι οικονομικά και προέρχονται από τη ληστρική απομύζηση του υπερπροϊόντος των εξουσιαζομένων.» Έτσι το κράτος «δεν το οργανώνει η κοινωνία - ή μία τάξη της- αλλά το κράτος οργανώνει την κοινωνία. Κάτω από τις προϋποθέσεις αυτές η κοινωνία είναι πλάσμα και όχι πλαστουργός του κράτους, διαμορφώνεται προκειμένου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα -και την αναπαραγωγή- του πολιτειακού μορφώματος, στο οποίο ο λαός εκλαμβάνεται πάντα ως πειθαρχημένο ποίμνιο.» Χωρίς ίχνος υπερβολής, μπορούμε να πούμε ότι το νεοελληνικό «κράτος» είναι πολύ περισσότερο ένα -ανατολικού τύπου- devlet, παρά ένα -δυτικού τύπου- «κράτος». Και πως η νεοελληνική κοινωνία είναι μια «κοινωνία»-τέρας πλασμένη από ένα «κράτος»-Φρανκενστάιν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι πατέρες του έθνους υπερψηφίζουν στη Βουλή (χωρίς καν να τα έχουν διαβάσει) το Μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση με τις χώρες του ευρώ. Μέσα στην «ευδαιμονία» και στη «μακαριότητα» τους κάνουν οτιδήποτε είναι δυνατόν για να εξυπηρετήσουν την αναπαραγωγή αυτού του πολιτειακού μορφώματος, με αποκλειστικό τους στόχο τη νομή των αγαθών της εξουσίας. Μάκαρες και ευδαίμονες είναι οι άνθρωποι. Δεν είναι και τόσο χαζοχαρούμενοι όσο δείχνουν. Οι λόγοι για τους οποίους οικοδομήθηκε στην Ελλάδα ένα ντεβλέτ και όχι ένα «κράτος» έχουν να κάνουν με τις «παραστάσεις» που είχαν οι πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821 και, κυρίως, οι πρωταγωνιστές της Αντεπανάστασης του 1824. Αυτό ήθελαν να φτιάξουν οι άνθρωποι, αυτό έφτιαξαν. Το γιατί και το πώς τίποτα δεν άλλαξε αυτή την κατάσταση τους δύο τελευταίους αιώνες δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να απασχολήσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, αυτή την «κοινωνία». Η νιρβάνα, που λέγαμε. Η μακαριότητα. Η ευδαιμονία... Η ξεφτίλα, ωστόσο, του νεοελληνικού ντοβλετίου δεν έχει προηγούμενο. Να τρώνε όλοι τους τον αγλέορα (όλοι = σενιόρες ντο-βλετίστας, «έμμισθοι αισιόδοξοι», έμμισθοι απαισιόδοξοι, κ.ο.κ.) και μετά να μυξοκλαίνε για τη «σωτηρία» του λαού και του έθνους, της πατρίδας και της χώρας; Να βγάλουν τον αγκλέουρα! Αλλά, δυστυχώς, αυτά συμβαίνουν στην γλυκύτατη πατρίδα τους (όταν εκείνοι τρώνε) και στην πικροτάτη πατρίδα μας (όταν πρέπει να πληρώσουμε τα δικά τους σπασμένα). Τηλεοπτική παρέμβαση. Την ώρα που έγραφα αυτές τις γραμμές, έτυχε (περί ατυχίας επρόκειτο, για να ακριβολογώ) να περάσω σε απόσταση ακρόασης από τον τηλεοπτικό δέκτη, και άκουσα τον Νίκο Χσ-τζηνικολάου να συνοψίζει ως εξής τα όσα έλεγε συνεντευξιαζόμενος μαζί του ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ Γιώργος Καρατζαφέρης: «Εθνική συνεννόηση. Να μαζευτούμε όλοι μαζί, λέτε...» Εθνική συνεννόηση; Γιατί όχι; Να μαζευτούμε όλοι μαζί για να φάνε... Για να συνεχίσουν να τρώνε... Το είπε, άλλωστε, και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θόδωρος Πάγκαλος: «Όλοι μαζί τα φάγαμε». Όλοι μαζί τα φάγατε. Είπαμε εμείς το αντίθετο; Αλλά γιατί πρέπει να πληρώσουμε εμείς τον λογαριασμό γι' αυτά που όλοι εσείς φάγαχε; Αρχίζω να διολισθαίνω επικίνδυνα προς χον λαϊκισμό (Άκου, «Όλοι μαζί χα φάγαχε!») οπόχε... Επιστροφή στο κανονικό μας πρόγραμμα. Μ πικροτάχη παχρίδα μας... Που όπου και να χαξιδέψουμε μας πληγώνει, που θα 'λεγε κι ο Σεφέρης. Μόνον που είναι οι άνθρωποί «χης» αυχοί που μας πληγώνουν. Το ντοβλέτι. Η ελ/χε/ατης. Οι -μην υβρίσω!- ταγοί χης. Οι... οι... οι... Όσο για χους υπόλοιπους, χην πλέμπα, χους πληβείους, τους λούμπεν προλετάριους, χους απόκληρους, χους μπαγαπόντηδες, χους άνεργους, χους περιθωριακούς, χους μεροδούλι-μεροφάι, χους εξαθλιωμένους, χους απόβλητους του ντοβλετίου, όλους εκείνους, εν πάση περιπτώσει, που δεν κοινωνούν των μυστηρίων της «παραγωγικής οικονομίας» (ήγουν, δεν συμμετέχουν σχα «μυσχήρια» χων δανείων - ως μη μυημένοι), και που καθημερινά αυξάνονχαι γύρω μας, «τοιούχοι ημίν έπρεπε Αρχιερείς»; Διότι «εάν μεν ο αρχιερεύς ο κεχρισμένος αμάρχη χου χον λαόν αμαρχείν...», αν δηλαδή αμαρτήσει ο αρχιερέας ώσχε να ενοχοποιήσει χον λαό, τότε τι; «Πληρώσχε, κορόιδα!»; «Τοιούτος γαρ ήμίν επρεπεν άρχιερεύς, δσιος, άκακος, αμίαντος, κεχωρισμένος άπό των αμαρτωλών και υψηλότερος τών ουρανών γενόμενος...» Διευκρίνιση: Με όλα αυτά τα βιβλικά αποσπάσματα θέλω να πω χουχο: Δεν μπορεί, ένα από χα πολλά παραδείγματα, να λέει η Εκκλησία της Ελλάδος (προσθέστε και χο Α.Ε., αν θέλεχε), «Τι να φορολογήσετε; Εμείς χα ξοδεύουμε όλα σε αγαθοεργίες, σε γηροκομεία, πτωχοκομεία, νοσοκομεία...» Και η, επίσης, συμπαθής τάξη των ταξιτζήδων το ίδιο ακριβώς επιχείρημα είχε προβάλει προ της τοποθέτησης ταμειακών μηχανών στα οχήματα τους: «Τα ξοδεύουμε όλα σε βενζίνη και στα συνεργεία αυτοκινήτων. Τι να φορολογήσει το κράτος;» Η ταύτιση των επιχειρημάτων Εκκλησίας και ταξιτζήδων μόνον τυχαία δεν είναι φυσικά, στα πλαίσια τούτης της κοινωνίας- Φρανκενστάιν. Από την άλλη, η Εκκλησία συνοδοιπόρος επί μακρά σειρά αιώνων με τη Βυζανχινή και την Οθωμανική Αυτοκρατορία (στο Ισλάμ είναι αδύνατος ο διαχωρισμός της πολιτικής και της θρησκευτικής πλευράς του), αρνείται έστω να συζητήσει το «θεϊκό» της δικαίωμα να διαχωριστεί από το νεοελληνικό. Αυτό έμαθαν οι άνθρωποι, αυτό κάνουν...