θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, November 27, 2010

Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα






Εντούτοις, η αναβίωση της Εβραϊκής ως μητρικής γλώσσας έχει την αφετηρία της στις προσπάθειες του Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα (1858-1922, אליעזר בן–יהודה). Ο Μπεν-Γεχούντα εντάχθηκε στο εβραϊκό εθνικιστικό κίνημα και το 1881 μετανάστευσε στη Γη του Ισραήλ (eretz yisra'el), που τότε αποτελούσε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παρακινούμενος από τα ιδανικά της ανανέωσης και της απόρριψης του τρόπου ζωής της Διασποράς (σε μικρά χωριά και κωμοπόλεις γνωστές ως shtetl, πληθ. shtetlakh[4]), o Μπεν-Γεχούντα έθεσε σκοπό να αναπτύξει τα μέσα για να καταστήσει τη γραπτή τελετουργική γλώσσα καθημερινή, ομιλουμένη γλώσσα.
Ωστόσο, το είδος της Εβραϊκής που επιδίωκε ακολουθούσε πρότυπα που είχαν αντικατασταθεί στην ανατολική Ευρώπη από διαφορετική γραμματική και ύφος, όπως φανερώνουν τα κείμενα του Αχάντ Χα-Αμ και άλλων. Οι οργανωτικές του προσπάθειες και η ανάμιξή του στην ίδρυση σχολείων και στη συγγραφή βιβλίων κατέστησαν τις ενέργειές του σχετικά με τη γλώσσα ένα σταδιακά ανερχόμενο κίνημα. Εντούτοις, μόνο μετά τη «Δεύτερη Επάνοδο» (aliyah, 1904-1914[5]) κατόρθωσε πραγματικά η Εβραϊκή γλώσσα να εδραιωθεί στην Οθωμανική Παλαιστίνη, όταν επιχειρήσεις με υψηλό επίπεδο οργάνωσης συστάθηκαν από νεότερες ομάδες μεταναστών. Όταν η υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνη αναγνώρισε την Εβραϊκή ως μία από τις τρεις επίσημες γλώσσες της χώρας (1922, μαζί με την Αγγλική και την Αραβική), το νέο επίσημο καθεστώς συνέβαλε στη διάχυσή της. Μια νεοσύστατη γλώσσα με γνήσια σημιτικό λεξιλόγιο και σύστημα γραφής, αλλά συχνά ευρωπαϊκή ως προς τη σύνταξη και τη μορφή, επρόκειτο να λάβει τη θέση της μεταξύ των σύγχρονων γλωσσών των εθνών.
Ορισμένοι θεώρησαν ότι το έργο του Μπεν-Γεχούντα υπήρξε βλάσφημο (δεδομένου ότι η Εβραϊκή ήταν η ιερή γλώσσα της Τορά και, ως εκ τούτου, μερικοί πίστευαν ότι δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται για να συζητούνται κοινά, καθημερινά ζητήματα), αλλά πολλοί αντιλήφθηκαν σύντομα την ανάγκη για κοινή γλώσσα μεταξύ των Εβραίων, οι οποίοι στις αρχές του 20ού αιώνα κατέφθαναν μαζικά στο Ισραήλ (προτού γίνει ανεξάρτητο κράτος) προερχόμενοι από διαφορετικές χώρες και μιλώντας διαφορετικές γλώσσες. Τότε ιδρύθηκε το «Συμβούλιο Εβραϊκής Γλώσσας», το οποίο αργότερα μετατράπηκε στην Ακαδημία για την Εβραϊκή γλώσσα, που υπάρχει μέχρι σήμερα. Αποτέλεσμα της εργασίας, τόσο της δικής του όσο και του Συμβουλίου, ήταν η έκδοση του λεξικού, που είναι γνωστό ως Το Πλήρες Λεξικό τής Αρχαίας και Σύγχρονης Εβραϊκής. Το έργο του Μπεν-Γεχούντα έπεσε σε γόνιμο έδαφος και στην αρχή του 20ού αιώνα η Εβραϊκή κέρδιζε ολοένα και περισσότερο έδαφος, για να καταστεί η κύρια γλώσσα του Εβραϊκού πληθυσμού στο οθωμανικό και, κατόπιν, υπό βρετανική εντολή Ισραήλ.



Ιουδαίος λόγιος, γεννηθείς εν Λιθουανία τώ 1858 και αποθανών έν Παλαιστίνη τω 1923. Το πραγματικόν του όνομα ήτο Ελεάζαρ Λαζάροβιτς Έλιάνωφ. Έσπούδασεν έν Μόσχα και συνέλαβε την Ιδέαν ότι ήτο δυνατόν και συμφέρον, όπως οί απανταχού της γης Εβραίοι επανέλθουν εις την προγονικήν των γλώσσαν, την έβραϊκήν της Παλαιάς Διαθήκης. Φυματιών και πενύμενος, εγκατέλειπε τήν Ρωσίαν, διέτρεξε τήν Γερμανίαν και έγκατεστάθη έν Παρισίοις. Έπιδεινωθείσης όμως εκεί της καταστάσεως του, άνεχώρησε μετά της συζύγου του δια τήν Παλαιστίνην.

Ό εθνικιστικός και γλωσσικός ούτος ρωμαντισμός του, όστις τόν οδήγησε μέχρι τοιούτου βαθμού φανατισμού, ώστε και εις τάς καθ' ημέραν ομιλίας του να μή χρησιμοποιη άλλην γλώσσαν από τήν άρχαίαν εβραϊκήν, έπροκάλεσε τόν έμπαιγμόν, τήν περιφρόνησιν και τήν έγκατάλειψιν έκ μέρους τών όμοφύλων του, οΐτινες και τόν άνεθεμάτισαν ακόμη.

Έν τω μεταξύ ή πιστή σύντροφος της ζωής του απέθανεν έκ, οδύνης, τά δε τέκνα του έδοκίμασαν όδυνηρώς τάς συνεπείας τής οικονομικής ανέχειας αυτός όμως έξηκολούθει νά έπιμένη εις τήν ούτόπίαν του. Τό κήρυγμα του υιοθετήθη υπό του περίφημου σιωνιστή Θ. Χέρτζλ, όστις εύρισκεν ες αυτό το μόνον μέσον της γλωσσικής συνενώσης
των απανταχού της γης Εβραίων, οι όποιοι δια του σιωνιστικού κινήματος θα κατέφευγον εις Παλαιστίνην. Ό Μπέν - Γεχουντά άνεκηρύχθη υπό τών σιωνιστών εθνικός ήρως, ίδρυσε σχολεία, προσείλκυσε πολλούς μαθητάς και ενεφύσησε πνοήν ζωής εις την άρχαίαν εβραϊκήν. Το κίνημα τούτο της γλωσσικής επιστροφής εσχε σχετικήν τίνα έπιτυχίαν, έπεκταθέν τουλάχιστον εις τους εν Παλαιστίνη έγκατασταθέντας Εβραίους, οίτινες ομιλούν πλέον την γλώσσαν τών προγόνον των. Ό Μπέν-Γεχουντά συνέταξε δεκάτομον «Εβραϊκόν λεξικόν», το όποιον θεωρείται ως εν εκ τών καλυτέρων σχετικών έργων. —Ω.

ΠΗΓΗ: ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΔΡΑΝΔΑΚΗ