θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, August 21, 2010

Οι Κομπρατσίκος




Οι Κομπρατσίκος

Ποιος ξέρει σήμερα τη λέξη Κομπρατσίκος και ποιος γνώριζε την έννοια της;
Οι Κομπρατσίκος ή Κομπραπεκένιος ήταν ένας φρικτός και παράξενος νομαδικός συνεταιρισμός, διάσημος το 17ο αιώνα, ξεχα­σμένος το 18ο, αγνοημένος σήμερα. Οι Κομπρατσίκος ήταν σαν τη «σκόνη της κληρονομιάς», μια παλιά χαρακτηριστική λεπτομέρεια μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο. Αποτελούσαν μέρος της παλιάς ανθρώ­πινης ασχήμιας. Από την ευρεία σκοπιά της ιστορίας, που τα βλέπει όλα σαν σύνολο, οι Κομπρατσίκος κατατάσσονται στο τεράστιο κοι­νωνικό φαινόμενο της Δουλείας. Ο Ιωσήφ που πουλήθηκε από τους αδελφούς του είναι ένα κεφάλαιο του θρύλου τους. Οι Κομπρατσίκος άφησαν τα ίχνη τους στις ποινικές υποθέσεις της Ισπανίας και της Αγγλίας. Εδώ κι εκεί, μέσα στη σκοτεινή σύγχυση των αγγλικών νόμων, βρίσκεις το σημάδι αυτού του τερατώδους φαινομένου, όπως βρίσκεις το ίχνος από το πόδι ενός αγρίου μέσα στο δάσος.
Κομπρατσίκος, όπως και Κομπραπεκένιος, είναι μια σύνθετη ισπανική λέξη που σημαίνει «αγοραστές μικρών παιδιών».
Οι Κομπρατσίκος εμπορεύονταν παιδιά.
Τα αγόραζαν και τα πουλούσαν.
Δεν κρύβονταν καθόλου, επειδή δεν τα έκλεβαν. Η κλοπή των παι­διών είναι μια άλλη δουλειά.
Και τι τα έκαναν αυτά τα παιδιά;
Τέρατα.
Γιατί τέρατα;
Για να γελάει ο κόσμος.
Ο λαός έχει ανάγκη το γέλιο. Και οι βασιλιάδες το ίδιο. Ο σαλτι­μπάγκος είναι απαραίτητος στα σταυροδρόμια. Και στο Λούβρο είναι απαραίτητος ο γελωτοποιός. Ο ένας ονομάζεται Τιρλιπέν, ο άλλος Τριμπουλέ.
Οι προσπάθειες του ανθρώπου να προμηθευτεί χαρά είναι ορι­σμένες φορές άξιες της προσοχής ενός φιλοσόφου.
Τι σκαρώνουμε σ' αυτές τις εισαγωγικές σελίδες; Ένα κεφάλαιο του πιο τρομερού βιβλίου, του βιβλίου που θα μπορούσε να έχει τον τίτλο: Η εκμετάλλευση των δυστυχισμένων από τους ευτυχισμένους.

II

Ένα παιδί προορισμένο να γίνει παιχνίδι για τους ανθρώπους, αυτό ήταν κάτι που γινόταν. (Αυτό είναι κάτι που γίνεται ακόμα και σήμερα). Στις αφελείς και άγριες εποχές, αυτό αποτελούσε μια εξει­δικευμένη τέχνη. Ο 17ος αιώνας, ο επονομαζόμενος μέγας αιώνας, αποτέλεσε μια απ' αυτές τις εποχές. Είναι ένας αιώνας βαθιά βυζαντινός. Διέθετε διεφθαρμένη αφέλεια και ντελικάτη αγριότητα, μια παράξενη παραλλαγή του πολιτισμού. Μια τίγρη που καμώνεται πως έχει μικρό στόμα. Η κυρία ντε Σεβινιέ τα περιγράφει μάλλον πολύ ανώδυνα, όταν μιλάει για την πυρά και τον τροχό. Στον αιώνα αυτόν εκμεταλλεύτηκαν πολύ τα παιδιά. Οι ιστορικοί, κόλακες αυτού του αιώνα, απέκρυψαν αυτή την πληγή, αλλά άφησαν να φανεί το γιατρι­κό, που ήταν ο Βενσάν ντε Πόλ.
Για να έχει επιτυχία ο ανθρωπάκος-μαριονέτα, πρέπει να τον πάρεις κοντά σου από νωρίς. Ο νάνος πρέπει να ξεκινήσει μικρός. Έπαιζαν με την παιδική ηλικία. Αλλά ένα παιδί γεροδεμένο και καλο­φτιαγμένο δεν είναι και πολύ διασκεδαστικό. Ο καμπούρης είναι πιο αστείος.
Απ' αυτό γεννήθηκε μια τέχνη. Υπήρχαν οι ειδικοί, που μεγάλω­ναν παιδιά - τέρατα. Έπαιρναν έναν άνθρωπο και έφτιαχναν ένα έκτρωμα. Έπαιρναν ένα πρόσωπο και έφτιαχναν ένα ρύγχος. Συμπίεζαν την ανάπτυξη. Πέτρωναν τη φυσιογνωμία. Αυτή η τεχνητή παραγωγή τερατικών φαινομένων είχε τους κανόνες της. Ήταν μια ολό­κληρη επιστήμη. Φανταστείτε την ορθοπεδική με αντίστροφη έννοια. Εκεί όπου ο Θεός είχε βάλει το βλέμμα, η τέχνη αυτή έβαζε το στραβι­σμό. Εκεί όπου ο Θεός είχε βάλει την αρμονία, εκείνοι έβαζαν τη δυσμορφία. Εκεί όπου ο Θεός είχε βάλει την τελειότητα, εκείνοι την αντικαθιστούσαν με ένα πρόπλασμα. Και στα μάτια των ειδημόνων, το πρόπλασμα ήταν το τέλειο. Υπήρχαν επίσης και κατώτερες εφαρμο­γές, που γίνονταν στα ζώα. Έφτιαχναν χρωματιστά άλογα. Ο Τιρέν ίππευε ένα τέτοιο βαμμένο άλογο. Μήπως στις μέρες μας δε βάφουμε μπλε και πράσινους τους σκύλους; Η φύση είναι ο καμβάς μας. Ο
άνθρωπος πάντα ήθελε να προσθέτει κάτι στο έργο του Θεού. Ο άνθρωπος ρετουσάρει τη δημιουργία, άλλοτε για καλό κι άλλοτε για κακό. Ο γελωτοποιός της αυλής ήταν απλά η προσπάθεια να καταντή­σει ο άνθρωπος πίθηκος. Πρόοδος με την όπισθεν. Ένα αριστούργη­μα από την ανάποδη. Στο μεταξύ, επιχειρούσαν να κάνουν και τον πίθηκο άνθρωπο. Η Μπαρμπ, δούκισσα του Κλίβλαντ και κόμισσα του Σάουθαμπτον, είχε σαν ακόλουθο ένα μαϊμουδάκι σαπαζού. Στο σπίτι της Φρανσουάζ Σάτον, βαρόνης Ντάντλεϊ, όγδοης στη διαδοχή πατρικίας, το τσάι το σερβίριζε ένας μπαμπουίνος ντυμένος με χρυσό μπροκάρ, τον οποίο η λαίδη Ντάντλεϊ αποκαλούσε «ο νέγρος μου». Η Κάθριν Σίντλεϊ, κόμισσα του Ντόρτσεστερ, πήγαινε να παρακολουθή­σει τη συνέλευση του Κοινοβουλίου μέσα στην άμαξα με το οικόσημό της, ενώ στο πίσω μέρος στέκονταν όρθιοι και κορδωμένοι τρεις γορί­λες με λαμπρή λιβρέα. Μια δούκισσα του Μεντίνα-Κέλι, την οποία αποκάλυψε ο καρδινάλιος Πόλους, έβαζε έναν ουρακοτάγκο να της φοράει τις κάλτσες της. Αυτοί οι πίθηκοι, που είχαν πάρει αξία, απο­τελούσαν τον αντίποδα στους άξεστους και αποκτηνωμένους ανθρώ­πους. Εκείνη η σύζευξη του ανθρώπου και του κτήνους, σύμφωνα με την επιθυμία των μεγάλων, τονιζόταν ιδιαίτερα από το νάνο και το σκύλο. Ο νάνος δεν εγκατέλειπε ποτέ το σκύλο, που ήταν πάντα πιο μεγάλος απ' αυτόν. Ο σκύλος ήταν διπλάσιος από το νάνο. Ήταν σαν δυο κρίκοι, περασμένοι ο ένας μέσα στον άλλο. Αυτή η αταίριαστη συνύπαρξη έχει παρατηρηθεί σε ένα πλήθος ιδιωτικών έργων τέχνης, κυρίως στο πορτρέτο του Τζέφρι Χάντσον, νάνου της Ανριέτας της Γαλλίας, θυγατέρας του Ερρίκου του Δ΄ και γυναίκας του Καρόλου του Α'.
Ο υποβιβασμός του ανθρώπου οδηγεί στην παραμόρφωση του. Η καταπίεση θριάμβευε με την παραποίηση της μορφής. Ορισμένοι ζωοτόμοι των καιρών εκείνων πετύχαιναν θαυμάσια να σβήνουν από το ανθρώπινο πρόσωπο τη θεία εικόνα. Ο δόκτορας Κόνκουεστ, μέλος του κολεγίου της Άμεν-Στριτ και παθιασμένος επισκέπτης των χημικών εργαστηρίων του Λονδίνου, έγραψε στα λατινικά ένα βιβλίο σχε­τικό μ' αυτή την αντίστροφη χειρουργική, της οποίας μας αποκαλύπτει τις μεθόδους. Αν πιστέψουμε τον Τζάστους του Κάρικ-Φέργκους, το άτομο που επινόησε αυτή τη χειρουργική ήταν ένας καλόγερος ονόμα­τι Άβεν-Μορ, λέξη ιρλανδέζικη που σημαίνει Μέγας Ποταμός.
Ο νάνος του εκλέκτορα του Παλατινάτου Περκέο, του οποίου το ομοίωμα -ή το φάντασμα- πετάγεται από ένα κουτί εκπλήξεων στο υπόγειο του μουσείου της Χαϊδελβέργης, ήταν ένα αξιοσημείωτο δείγμα αυτής της επιστήμης, που παρουσίαζε μεγάλη ποικιλία στις εφαρμογές της.
Κι έτσι δημιουργούνταν πλάσματα για τα οποία ο νόμος της ζωής ήταν τερατωδώς απλός: τους επιτρεπόταν να υποφέρουν, τα διέταζαν να διασκεδάζουν τους άλλους.

III

Η βιομηχανία τεράτων γινόταν σε μεγάλη κλίμακα και συμπεριλάμβανε διάφορα είδη.
Τα χρειαζόταν ο σουλτάνος" τα χρειαζόταν κι ο Πάπας. Ο ένας για να κρατάει τις γυναίκες του, ο άλλος για να κάνει τις προσευχές του. Ήταν ένα περιθωριακό είδος, που δεν μπορούσε να αναπαραχθεί από μόνο του. Αυτά τα σχεδόν ανθρωποειδή πλάσματα ήταν χρήσιμα τόσο στην ηδυπάθεια όσο και στη θρησκεία. Το σεράι και η Καπελα Σιξτίνα κατανάλωναν το ίδιο είδος τεράτων, άλλοτε άγρια κι άλλοτε συμπαθητικά.
Εκείνους τους καιρούς ήξεραν να παράγουν κάτι πράγματα που δεν τα παράγουν πια σήμερα και δεν κόπτονται χωρίς λόγο όταν μιλούν για παρακμή τα μεγάλα μυαλά. Δεν ξέρουμε πια να κάνουμε γλυπτική πάνω στην ίδια την ανθρώπινη σάρκα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι χάνεται πια η τέχνη των βασανιστηρίων. Ήμασταν βιρτουόζοι σ' αυτό το είδος, δεν είμαστε πια. Απλούστευσαν αυτή την τέχνη σε τέτοιο σημείο ώστε πολύ σύντομα ίσως εκλείψει εντελώς. Κόβοντας μέλη ζωντανών ανθρώπων, ανοίγοντας τους την κοιλιά, ξεριζώνοντας τους τα σωθικά, παρατηρούσαν τα φαινόμενα επιτό­που, είχαν κάποια ευρήματα. Θα πρέπει να παραιτηθούμε απ' όλα αυτά, έχουμε στερηθεί τις προόδους που έκανε σε σχέση με τη χει­ρουργική ο δήμιος.
Αυτή η ζωοτομή των περασμένων εποχών δεν περιοριζόταν στο να κατασκευάζει φαινόμενα για τις δημόσιες πλατείες, γελωτοποιούς για τα παλάτια, μια εξεζητημένη, δηλαδή, εικόνα του αυλικού, και ευνούχους για τους σουλτάνους και τους Πάπες. Οι παραλλαγές αφθονούσαν. Ένας από τους θριάμβους της τέχνης εκείνης ήταν η κατασκευή ενός πετεινού για το βασιλιά της Αγγλίας.

Στο παλάτι του βασιλιά της Αγγλίας συνηθιζόταν να υπάρχει ένας άνθρωπος νυκτόβιος που λαλούσε σαν κόκορας. Αυτός ο ξενύχτης, ξύπνιος την ώρα που οι άλλοι κοιμόνταν, περιπλανιόταν στο παλάτι και έβγαζε κατά διαστήματα αυτό το κακάρισμα του κοτετσιού, που επαναλαμβανόταν όσες φορές χρειαζόταν, ώστε να αντικαθιστά το ρολόι. Ο άνθρωπος αυτός, που είχε αναγορευτεί κόκορας, σαν ήταν παιδί είχε υποβληθεί γι' αυτό το σκοπό σε μια επέμβαση στο φάρυγγα, η οποία αποτελεί μέρος της τέχνης που περιγράφεται από το γιατρό Κόνκουεστ. Κατά τη βασιλεία του Καρόλου του Β', επειδή μια εκροή σιέλου, φυσική συνέπεια της εγχείρησης, είχε αηδιάσει τη δούκισσα του Πόρτσμουθ, διατήρησαν βέβαια το λειτούργημα, ώστε να μη μει­ώσουν καθόλου το γόητρο του στέμματος, αλλά φρόντισαν ώστε να βγάζει την κραυγή του κόκορα κάποιος που δεν ήταν ανάπηρος. Γι' αυτή την αξιοσέβαστη δουλειά επέλεγαν συνήθως κάποιον παλιό αξιωματικό. Κατά τη βασιλεία του Ιακώβου του Β', αυτός ο υπάλληλος ονομαζόταν Ουίλιαμ Σάμπσον Κοκ και για το λάλημα του έπαιρνε ετησίως εννέα λίρες, δύο σελίνια και έξι σούδα.
Πριν από εκατό μόλις χρόνια στην Πετρούπολη - υπάρχει η σχετι­κή αφήγηση στα απομνημονεύματα της Αικατερίνης της Β'- όταν ο τσάρος ή η τσαρίνα ήταν δυσαρεστημένοι από κάποιο Ρώσο πρίγκιπα, έβαζαν τον πρίγκιπα να καθίσει στις φτέρνες του μέσα στο μεγάλο προθάλαμο του παλατιού και παρέμενε σ' αυτή τη στάση έναν προκα­θορισμένο αριθμό ημερών, νιαουρίζοντας συνήθως σαν γάτος ή κακαρίζοντας σαν κότα που κλωσάει και τσιμπώντας από χάμω την τροφή του.
Οι μόδες αυτές πέρασαν. Ίσως λιγότερο απ' όσο γενικά πιστεύε­ται. Σήμερα οι αυλικοί, που νιαουρίζουν ή κακαρίζουν για να είναι αρεστοί, έχουν αλλάξει κάπως την τονικότητα τους. Όμως συνεχίζουν να μαζεύουν και να τρώνε από χάμω - δε λέμε μέσα από τη λάσπη- ό,τι βρούνε.
Είναι πολύ ευχάριστο το γεγονός ότι οι βασιλιάδες δεν πολυσκοτί-ζονται για τίποτα. Μ' αυτόν τον τρόπο οι αντιρρήσεις τους δεν αποτε­λούν ποτέ εμπόδιο. Όταν επιδοκιμάζεις ασταμάτητα, είσαι σίγουρος πως έχεις πάντα δίκιο, κάτι που είναι ευχάριστο. Του Λουδοβίκου του ΙΔ' δεν του άρεσε να δει στις Βερσαλίες ούτε έναν αξιωματικό που να κάνει το κοκόρι, ούτε έναν πρίγκιπα που να παριστάνει το γάλο. Αυτό που ανύψωνε τη βασιλική και αυτοκρατορική αξιοπρέπεια στην Αγγλία και στη Ρωσία είχε φανεί στον Λουδοβίκο το Μεγάλο ασυμβίβαστο με το στέμμα του Αγίου Λουδοβίκου. Ξέρουμε τη δυσαρέσκεια του όταν κάποια νύχτα η κυρία Ανριέτ ξεχάστηκε τόσο ώστε είδε σε όνειρο μια κότα, σοβαρό παράπτωμα, πράγματι, για άτομο της αυλής. Όταν στέκεις ψηλά, δεν πρέπει να ονειρεύεσαι τα ταπεινά. Ο Μποσιέ, το θυμόμαστε, συμμερίστηκε τότε την αποστροφή του Λουδοβί­κου του ΙΔ'.


IV
Το εμπόριο των παιδιών το 17ο αιώνα συνδυαζόταν, τώρα μόλις το εξηγήσαμε, με μια άλλη τέχνη. Οι Κομπρατσίκος έκαναν αυτό το εμπό­ριο και εξασκούσαν τη συγκεκριμένη τέχνη. Αγόραζαν παιδιά, κατερ­γάζονταν λίγο αυτή την πρώτη ύλη και στη συνέχεια τη μεταπουλούσαν.
Οι πωλητές ήταν κάθε είδους τύποι, από τον τρισάθλιο πατέρα που ξεφορτωνόταν την οικογένεια του, μέχρι τον αφέντη που χρησιμοποιούσε το ιπποφορβείο των σκλάβων του. Το να πουλάς ανθρώπους ήταν κάτι απλό. Στις μέρες μας δόθηκε μάχη για να διατηρηθεί αυτό το δικαίωμα. Θυμόμαστε - έχει περάσει από τότε λιγότερο από αιώνας - που ο εκλέκτορας της Έσσης πουλούσε τους υπηκόους του στο βασι­λιά της Αγγλίας, επειδή είχε ανάγκη από ανθρώπους για να τους στεί­λει να σκοτωθούν στην Αμερική. Πήγαινες στον εκλέκτορα της Έσσης όπως πας στο χασάπη ν' αγοράσεις κρέας. Ο εκλέκτορας της Έσσης πουλούσε σάρκα για τα κανόνια. Ο πρίγκιπας αυτός κρεμού­σε τους υπηκόους του από τα τσιγκέλια μες στο μαγαζί του. Το να εμπορεύεσαι σημαίνει να πουλάς. Στην Αγγλία, τον καιρό του Τζέφρι, ύστερα από την τραγική περιπέτεια του Μονμάουθ, κάμποσοι άρχο­ντες και ευγενείς αποκεφαλίστηκαν και ακρωτηριάστηκαν αυτοί οι μάρτυρες άφησαν πίσω τους γυναίκες και θυγατέρες, χήρες και ορφα­νά, που ο Ιάκωβος ο Β' τις έδωσε στη γυναίκα του τη βασίλισσα. Η βασίλισσα πούλησε αυτές τις ladies στον Γκιγιόμ Πεν. Είναι πιθανόν ότι ο βασιλιάς πήρε μια προμήθεια από τη συναλλαγή. Αυτό που ξαφ­νιάζει δεν είναι ότι ο Ιάκωβος ο Β' πούλησε αυτές τις γυναίκες, αλλά που ο Γκιγιόμ Πεν τις αγόρασε.
Οι αγορές του Πεν συγχωρούνται ή εξηγούνται από το γεγονός ότι καθώς ο Πεν είχε μια έρημο να σπείρει με ανθρώπους, είχε ανάγκη από γυναίκες. Οι γυναίκες αποτελούσαν μέρος του εξοπλισμού του.
Αυτές οι ladies αποτέλεσαν μια καλή επένδυση για την κεχαριτωμένη μεγαλειοτάτη, τη βασίλισσα. Οι νέες πουλήθηκαν ακριβά. Συλ­λογίζεται βέβαια κανείς, καθώς υπάρχει αυτή η αίσθηση ενός κάπως περίπλοκου σκανδάλου, ότι ο Πεν θα πήρε πιθανόν και κάποιες γριές δούκισσες σε τιμή ευκαιρίας.
Οι Κομπρατσίκος ονομάζονταν ακόμα «Χέιλας», λέξη ινδική που σημαίνει παιδοπιάστες.
Για καιρό οι Κομπρατσίκος μισοκρύβονταν. Φορές-φορές, μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο, κυριαρχεί ένα ευχάριστο μισόφωτο, ιδανικό για τις βρόμικες δουλειές των παλιανθρώπων. Τα καταφέρνουν και διατηρούνται. Στις μέρες μας είδαμε στην Ισπανία ένα συνεταιρισμό αυτού του είδους, που τον διεύθυνε ο τραμπούκος Ραμόν Σέγες, που κράτησε από το 1834 ως το 1866 και έσπειρε τον τρόμο για τριάντα χρόνια σε τρεις επαρχίες, τη Βαλένσια, το Αλικάντε και τη Μούρσια. Κατά τη βασιλεία των Στιούαρτ, τους Κομπρατσίκος δεν τους έβλεπαν με καθόλου κακό μάτι στην αυλή. Στην ανάγκη, τους χρησι­μοποιούσε και το ίδιο το κράτος. Για τον Ιάκωβο το Β' υπήρξαν ένα instrumentum regni (Όργανο βασιλείας) σχεδόν. Ήταν η εποχή που ακρωτηρίαζαν τις ενοχλητικές και αντιδραστικές οικογένειες, που κατακρεουργούσαν τα γενεαλογικά δέντρα, που καταργούσαν βίαια τους κληρονόμους. Φορές-φορές, έκοβαν έναν κλώνο προς όφελος του άλλου. Οι Κομπρατσίκος είχαν ένα ταλέντο, παραμόρφωναν, κάτι που τους καθιστούσε απαραίτητους στην πολιτική. Είναι καλύτερο να παρα­μορφώνεις από το να σκοτώνεις. Υπήρχε βέβαια το σιδηρούν προσω­πείο, αλλά αυτή είναι μια χοντροκομμένη μέθοδος. Δεν μπορείς να γεμίσεις την Ευρώπη με σιδηρά προσωπεία, ενώ οι παραμορφωμένοι θαυματοποιοί τρέχουν στους δρόμους χωρίς ν' αναγνωρίζονται. Κι ύστερα, το σιδηρούν προσωπείο μπορεί να αφαιρεθεί, το σάρκινο προσωπείο δεν αφαιρείται ποτέ. Κάνεις για πάντα μάσκα το ίδιο το πρόσωπο, τίποτα ευφυέστερον τούτου. Οι Κομπρατσίκος κατεργάζο­νταν τον άνθρωπο όπως οι Κινέζοι κατεργάζονται το δέντρο. Είχαν τα μυστικά τους, το είπαμε αυτό. Είχαν κόλπα δικά τους. Μια τέχνη χαμέ­νη. Μια αλλόκοτη ατροφία έβγαινε από τα ίδια τα χέρια τους. Ήταν κάτι γελοίο μα και βαθύ. Μεταμόρφωναν ένα πλασματάκι με τόση μαεστρία, που κι ο πατέρας του ακόμα δε θα μπορούσε να το αναγνωρίσει. Και θα γελιόταν και το μάτι τον πατέρα τον ακόμα, όπως λέει ο Ρακίνας με τα σκοτωμένα γαλλικά του. Ορισμένες φορές άφηναν όρθια τη σπονδυλική στήλη, αλλά ξανάφτιαχναν το πρόσωπο. Αφαιρούσαν τα χαρακτηριστικά ενός παιδιού, όπως αφαιρείς τη μάρκα σ' ένα μαντίλι.
Τα προϊόντα που προορίζονταν για θαυματοποιοί είχαν τις αρθρώσεις σακατεμένες με τρόπο αριστοτεχνικό. Θα 'λεγες πως τους είχαν αφαιρέσει τα κόκαλα. Αυτό τους έκανε σωστά λάστιχα στη γυμναστική.
Οι Κομπρατσίκος όχι μόνο στερούσαν από το παιδί το πρόσωπο του, αλλά και τη μνήμη του. Όσο τουλάχιστον μπορούσαν. Το παιδί δεν είχε καμιά συνείδηση του ακρωτηριασμού που είχε υποστεί. Αυτή η τρομερή χειρουργική άφηνε τα σημάδια της στο πρόσωπο του, όχι στο πνεύμα του. Το μόνο που θα μπορούσε ίσως να θυμάται, ήταν πως μια μέρα το είχαν αρπάξει κάποιοι άνθρωποι, πως είχε στη συνέχεια αποκοιμηθεί και πως αμέσως μετά το είχαν γιατρέψει από κάτι. Από τι; Το αγνοούσε. Από τα εγκαύματα με το θειάφι και τις εντομές με το σίδερο δε θυμόταν τίποτα. Οι Κομπρατσίκος, κατά τη διάρκεια της επέμβασης, κοίμιζαν το μικρό ασθενή με μια σκόνη που τον νάρκωνε, που θεωρούνταν μαγική και που αναισθητοποιούσε απέναντι στον πόνο. Η σκόνη αυτή ήταν από πάντα γνωστή στην Κίνα και χρησιμο­ποιείται ακόμα και τώρα σ' αυτή τη χώρα. Η Κίνα είχε πριν από μας όλες τις εφευρέσεις μας, την τυπογραφία, την οπλουργία, την αεροστατική, το χλωροφόρμιο. Μόνο που εκεί η ανακάλυψη, η οποία στην Ευρώπη παίρνει αμέσως ζωή και ανάπτυξη και γίνεται άλλο ένα θαύ­μα, παραμένει σε εμβρυακή κατάσταση και διατηρείται μεν, αλλά νεκρή. Η Κίνα είναι ένα φιαλίδιο γεμάτο έμβρυα.
Μια και βρισκόμαστε στην Κίνα, ας παραμείνουμε εδώ μια στιγμή για να αναφέρουμε μια λεπτομέρεια. Στην Κίνα, εξελισσόταν από πάντα η εξής τέχνη, το καλούπωμα του ζωντανού ανθρώπου. Έπαιρ­ναν ένα παιδί δυο-τριών χρόνων και το έβαζαν μέσα σ' ένα πορσελά­νινο βάζο λίγο-πολύ αλλόκοτο, χωρίς σκέπασμα και χωρίς πάτο, έτσι ώστε να περνάνε τα πόδια και το κεφάλι. Τη μέρα κρατούσαν το βάζο αυτό όρθιο, τη νύχτα το πλάγιαζαν για να μπορέσει το παιδί να κοιμηθεί. Έτσι, το παιδί χόντραινε χωρίς να ψηλώνει, γεμίζοντας αργά με την πιεσμένη σάρκα του και τα συστραμμένα οστά του τα εξογκώματα του βάζου. Αυτή η ανάπτυξη μέσα σε μπουκάλι κρατούσε κάμποσα χρόνια. Ύστερα από κάποια δεδομένη στιγμή ήταν πια αδύνατο να διορθωθεί το κακό. Όταν έκριναν ότι έχει συντελεστεί το ανεπανόρ­θωτο και το τέρας είχε δημιουργηθεί, έσπαγαν το βάζο, το παιδί έβγαινε από μέσα και είχαμε έναν άνθρωπο σε σχήμα αγγείου.
Ήταν κάτι βολικό* μπορούσες από πριν να παραγγείλεις το νάνο σου στο σχήμα που τον ήθελες.

V

Ο Ιάκωβος ο Β' ήταν ανεκτικός απέναντι στους Κομπρατσίκος. Ένας καλός λόγος γι' αυτό ήταν ότι τους χρησιμοποιούσε. Αυτό συνέ­βη κάμποσες φορές. Δεν αποστρέφεσαι πάντα αυτό που περιφρονείς. Εκείνη η ποταπή τέχνη, που ορισμένες φορές τη χρησιμοποιούσαν με μεγάλη ευχαρίστηση στην υψηλή τέχνη που ονομάζεται πολιτική, είχε ηθελημένα παραμείνει μια άθλια πρακτική, αλλά δεν ήταν υπό διωγ­μό. Παρακολούθηση καθόλου, ίσως λίγη προσοχή. Μπορούσε να αποβεί χρήσιμη αυτή η τέχνη. Ο νόμος έκλεινε το ένα μάτι, ο βασιλιάς άνοιγε το άλλο.
Μερικές φορές ο βασιλιάς έφτανε μέχρι του σημείου να ομολογή­σει τη συνενοχή του. Και σ' αυτό βλέπουμε την ασυδοσία της μοναρχι­κής τρομοκρατίας. Ο παραμορφωμένος ήταν σημαδεμένος με το βασιλικό κρίνο. Του αφαιρούσαν το σημάδι του θεού, του έβαζαν το σημάδι του βασιλιά. Ο Τζέικομπ Άστλεϊ, ιππότης και βαρονέτος, άρχοντας του Μέλτον, αξιωματικός της αστυνομίας στην κομητεία του Νόρφοκ, είχε στην οικογένεια του ένα τέτοιο παιδί, που είχε πουληθεί και που στο μέτωπο του ο προμηθευτής είχε εντυπώσει με πυρωμένο σίδερο ένα κρίνο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αν επέμεναν να διαπι­στώσουν, για κάποιους, οποιουσδήποτε λόγους, την ενδεχόμενη βασι­λική καταγωγή, ανεξάρτητα από την καινούργια όψη την οποία είχε αποκτήσει εσκεμμένα το παιδί, χρησιμοποιούσαν αυτόν τον τρόπο. Η Αγγλία μας έκανε από πάντα την τιμή να χρησιμοποιεί, για προσωπική χρήση το κρίνο.
Οι Κομπρατσίκος, σύμφωνα με τη διαφοροποιημένη έννοια που διαχωρίζει μια συντεχνία από το φανατισμό, ήταν ανάλογοι των στραγγαλιστών της Ινδίας. Ζούσαν απομονωμένοι σε συμμορίες, ήταν λίγο πολύ πλανόδιοι σαλτιμπάγκοι, αλλά αυτό ήταν μόνο το πρό­σχημα. Μπορούσαν έτσι να μετακινούνται πιο εύκολα. Κατασκήνωναν πότε εδώ και πότε εκεί, αλλά ήταν σοβαροί, θρησκευόμενοι και δεν έμοιαζαν καθόλου με τους άλλους νομάδες. Ήταν ανίκανοι να κλέψουν. Ο λαός τους μπέρδευε εσφαλμένα για καιρό με τους περιπλανώμενους τυχοδιώκτες της Ισπανίας και της Κίνας. Οι τυχοδιώκτες της Ισπανίας ήταν παραχαράκτες, οι τυχοδιώκτες της Κίνας ήταν κλέφτες. Οι Κομπρατσίκος δεν έκαναν τέτοια. Ήταν τίμιοι άνθρω­ποι. Δεν πάει να σκεφτεί κανείς ό,τι θέλει, εκείνοι κάπου-κάπου ήταν πραγματικοί κύριοι. Έσπρωχναν μια πόρτα, έμπαιναν μέσα, παζά­ρευαν ένα παιδί, πλήρωναν και το έπαιρναν μαζί τους. Όλα γίνονταν σωστά.
Προέρχονταν απ' όλες τις χώρες. Μ' αυτό το όνομα, Κομπρατσί­κος, αδελφώνονταν Αγγλοι, Γάλλοι, Καστιλιάνοι, Γερμανοί, Ιταλοί. Το ίδιο σκεπτικό, η ίδια δεισιδαιμονία, η από κοινού εκμετάλλευση του ίδιου επαγγέλματος, όλα αυτά χαρακτηρίζουν αυτές τις συντε­χνίες. Σ' αυτή την αδελφότητα των απατεώνων, οι Λεβαντίνοι αντιπροσώπευαν την Ανατολή και οι Πουνέντες τη Δύση. Βέροι Βάσκοι είχαν αλισβερίσι με βέρους Ιρλανδούς. Ο Βάσκος και ο Ιρλανδός καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο, μιλούν κι οι δυο την παλιά καρχηδο­νιακή διάλεκτο. Προσθέστε σ' αυτό και τις στενές σχέσεις της καθολι­κής Ιρλανδίας με την καθολική Ισπανία. Σχέσεις τόσο αναπτυγμένες, που κατέληξαν να οδηγήσουν στην κρεμάλα του Λονδίνου έναν παρα­λίγο βασιλιά της Ιρλανδίας, το Γαλάτη λόρδο του Μπράνι, γεγονός που στάθηκε η αιτία για τη δημιουργία τη κομητείας του Λέιτριμ.
Οι Κομπρατσίκος ήταν μάλλον συνεταιρισμός παρά οργανωμένη κοινωνική ομάδα και μάλλον κατακάθιατης κοινωνίας παρά συνεται­ρισμός. Ήταν όλη η γυφτιά του κόσμου, που είχε για τέχνη της το έγκλημα. Ήταν ένα είδος λαού-παλιάτσου, που έσερνε μαζί του κάθε λογής κουρέλια. Όταν προσεταιρίζονταν έναν άνθρωπο ήταν σαν να έραβαν πάνω τους άλλο ένα κουρέλι.
Η περιπλάνηση ήταν ο νόμος της ζωής για τους Κομπρατσίκος. Εμφανίζονταν κι ύστερα εξαφανίζονταν. Όποιος γίνεται απλά ανε­κτός κάπου, δεν πιάνει ρίζες. Ακόμα και στα βασίλεια όπου η συντε­χνία τους αποτελούσε έναν προμηθευτή για τις αυλές και, στην ανά­γκη, έναν αρωγό της βασιλικής εξουσίας, τους κυνηγούσαν φορές-φορές, έτσι στα ξαφνικά. Οι βασιλιάδες χρησιμοποιούσαν την τέχνη τους και έριχναν τους καλλιτέχνες στις γαλέρες. Αυτές οι ανακολου­θίες χαρακτηρίζουν τις μεταπτώσεις το)ν βασιλικών ιδιοτροπιών. Επειδή αυτή είναι η βούληση μας.


Πέτρα που κυλάει και συντεχνία που περιπλανιέται δε μαλλιάζει. Οι Κομπρατσίκος ήταν φτωχοί. Θα μπορούσαν να πουν αυτό που είχε πει κι εκείνη η αδύνατη και κουρελιάρα μάγισσα σαν είδε να ανάβει ο πυρσός της πυράς: «Το παιχνίδι δεν αξίζει τέτοια φωταψία.» Πολύ πιθανόν, βέβαια, οι αρχηγοί τους, που παρέμειναν άγνωστοι, οι μεγα­λοεπιχειρηματίες της εμπορίας παιδιών, να ήταν πλούσιοι. Το σημείο αυτό θα ήταν δύσκολο να φωτιστεί δύο αιώνες μετά.
Ήταν, το είπαμε ήδη, ένας συνεταιρισμός. Είχε τους νόμους του, τον όρκο του, το καταστατικό του. Είχε σχεδόν την καβάλα του. Όποι­ος θα επιθυμούσε σήμερα να μάθει αρκετά για τους Κομπρατσίκος, το μόνο που θα είχε να κάνει θα ήταν να πάει στη Βισκάγια και στη Γαλι­κία. Καθώς υπήρχαν αρκετοί Βάσκοι ανάμεσα τους, πάνω σ' εκείνα τα βουνά ζει ακόμα ο θρύλος τους. Και τώρα ακόμα μιλούν για τους Κομπρατσίκος στο Ογιαρσούν, το Ουρμπιστόντο, το Λέσο, το Αστιγαράγα. « Πρόσεχε, μικρε', γιατί θα φωνάξω τους Κομπρατσίκος!» είναι στον τόπο εκείνο η φοβέρα των μανάδων προς τα παιδιά.
Οι Κομπρατσίκος, όπως οι τσιγγάνοι και οι γύφτοι, έδιναν κι αυτοί τα ραντεβού τους. Κατά καιρούς, οι αρχηγοί όριζαν συνελεύσεις. Το 17ο αιώνα είχαν τέσσερα κύρια σημεία συνάντησης. Ένα στην Ισπα­νία, την κλεισούρα του Πανκόρμπο. Ένα στη Γερμανία, το ξέφωτο το επιλεγόμενο Η Κακιά Γυναίκα κοντά στο Ντίκιρχ, όπου υπάρχουν δυο αινιγματικά ανάγλυφα τα οποία απεικονίζουν μια γυναίκα με κεφάλι και έναν άντρα χωρίς. Ένα στη Γαλλία, το λοφάκι όπου βρι­σκόταν το κολοσσιαίο άγαλμα Μασί-λα-Προμές, στο αρχαίο ιερό δάσος Μπόρβο-Τομόνα, κοντά στο Μπουρμπόν-λε-Μπεν. Και ένα στην Αγγλία, πίσω από τον τοίχο του κήπου του Ουίλιαμ Τσάλονερ, θυρεοφόρου του Γκίσμποροου στο Κλίβλανττου Γιορκ, ανάμεσα στον τετράγωνο πύργο και το μεγάλο αέτωμα με την αψιδωτή πόρτα.

VI
Οι νόμοι κατά της αλητείας υπήρξαν πάντοτε αυστηροί στην Αγγλία. Η Αγγλία, με τη γοτθική νομοθεσία της, έδειχνε να εμπνέεται από αυτό το αξίωμα: (Ο περιπλανώμενος άνθρωπος είναι χειρότερος κι από περιπλανώμενο αγρίμι).
Ένα από τα ειδικά για την περίπτωση διατάγματα χαρακτηρίζει τον χωρίς οικογενειακό άσυλο άνθρωπο ως «πιο επικίνδυνο και από το φίδι ασπίδα, το δράκοντα, το λύγκα και το βασιλίσκο». Για καιρό η Αγγλία είχε το ίδιο πρόβλημα και με τους γύφτους, από τους οποίους ήθελε να απαλλαγεί, όπως και με τους λύκους, τους οποίους ξεπάστρεψε τελικά.
Σ' αυτό ο Άγγλος διαφέρει από τον Ιρλανδό, που προσεύχεται στους αγίους υπέρ της υγείας του λύκου και τον αποκαλεί «νονό» του. Όμως, ο αγγλικός νόμος, κατά τον ίδιο τρόπο που έδειχνε ανοχή, όπως είδαμε, απέναντι στον εξημερωμένο και οικόσιτο λύκο, που κατά κάποιο τρόπο είχε γίνει σκύλος πια, κατά τον ίδιο τρόπο ανεχό­ταν και τον τυχοδιώκτη, που είχε γίνει υπήκοος πια. Δεν παρενοχλού­σαν ούτε το σαλτιμπάγκο, ούτε τον πλανόδιο κουρέα, ούτε το φυσικό, ούτε τον πλανόδιο μικροπωλητή, ούτε το φιλόσοφο του πεζοδρομίου, αρκεί όλοι αυτοί να είχαν ένα επάγγελμα για να ζήσουν. Πέρα απ' αυτό, όμως, και εξαιρουμένων των προαναφερόμενων, ο ελεύθερος άνθρωπος που κρύβει μεσάτου ο περιπλανώμενος τυχοδιώκτης φόβιζε το νόμο. Ο περαστικός ήταν ένας πιθανός δημόσιος κίνδυνος. Αυτό που συνηθίζεται στις μέρες μας, η περιήγηση, ήταν κάτι άγνωστο. Μόνο αυτή την πανάρχαια συνήθεια γνώριζαν, την περιπλάνηση. Η «ασχημόφατσα» και μόνο, κάτι που κι εγώ δεν ξέρω πώς όλος ο κόσμος το καταλαβαίνει αλλά κανείς δεν μπορεί να το καθορίσει, ήταν αρκετή για την κοινωνία, ώστε ν' αρπάξει, έναν άνθρωπο από το γιακά. Πού μένεις; Τι κάνεις; Κι αν δεν μπορούσε η ασχημόφατσα να απαντήσει, την περίμεναν αυστηρές ποινές. Η φωτιά και το σίδερο ήταν στην ημερήσια διάταξη του Ποινικού Κώδικα. Ο νόμος εφαρμο­ζόταν αυστηρά και είχε σκοπό την πάταξη της αλητείας.
Έτσι, σ' όλη την αγγλική επικράτεια, ίσχυε ένας πραγματικός «νόμος των υπόπτων», που εφαρμοζόταν στους περιπλανώμενους, τους παράνομους φυγάδες, για να το πούμε έτσι, και ιδιαίτερα στους γύφτους, που την εκδίωξη τους άδικα τη συνέκριναν με την εκδίωξη των Εβραίων και των Μαυριτανών στην Ισπανία, καθώς και των προτεσταντών στη Γαλλία. Όσο για μας, δε συγχέουμε καθόλου τη γενοκτονία με το διωγμό. Οι Κομπρατσίκος, επιμένουμε σ' αυτό, δεν είχαν τίποτα κοινό με τους γύφτους. Οι γύφτοι ήταν έθνος. Οι Κομπρατσίκος ήταν ένα συνονθύλευμα απ' όλα τα έθνη* ένα κατακάθι, το είπαμε αυτό' μια άθλια λεκάνη με βρομόνερα. Οι Κομπρατσίκος δεν είχαν, όπως οι γύφτοι, δικό τους ιδίωμα. Η γλώσσα τους ήταν ένα ανακάτεμα από διάφορα ιδιώματα. Όλες οι διάλεκτοι μαζί μπερδεμένες, αυτή ήταν η δική τους η γλώσσα. Ένα λίγο απ' όλα. Κατέληξαν να είναι, όπως και οι γύφτοι, ένας λαός που σερνόταν ανάμεσα στους άλλους λαούς. Αλλά ο κοινός τους δεσμός ήταν ο συνεταιρισμός, όχι η φυλή. Σ' όλες τις επο­χές της Ιστορίας μπορούμε να παρατηρήσουμε, μέσα σ' αυτή την απέ­ραντη ρευστή μάζα που είναιη ανθρωπότητα, κάτι τέτοια ρυάκια δηλητηριωδών ανθρώπων να κυλάνε στο περιθώριο, αφήνοντας το δηλητή­ριο τους στο πέρασμα τους. Οι γύφτοι ήταν μια οικογένεια. Οι Κομπρατσίκος ήταν μια μασονία. Μια μασονία, που δεν είχε καν έναν ανώτερο σκοπό, αλλά μόνο μια βδελυρή τέχνη. Μια τελευταία διαφο­ρά, η θρησκεία. Οι γύφτοι ήταν ειδωλολάτρες, οι Κομπρατσίκος ήταν χριστιανοί. Και καλοί χριστιανοί μάλιστα. Όπως αρμόζει σε ένα συνε­ταιρισμό που, παρά το γεγονός ότι είναι ένα ανακάτεμα απ' όλους τους λαούς, είχε γεννηθεί στην Ισπανία, τόπο θεοφοβούμενο.
Ήταν κάτι παραπάνω από χριστιανοί, ήταν καθολικοί. Ήταν κάτι παραπάνω από καθολικοί, ήταν Ρωμαίοι. Κι ήταν ακόμα τόσο θεοφο­βούμενοι και τόσο σωστοί χριστιανοί, ώστε αρνήθηκαν να συνεταιρι­στούν με τους Ούγγρους νομάδες του κομιτάτου του Πεστ, τους οποί­ους διοικούσε και οδηγούσε ένας γέρος, που είχε για σκήπτρο του ένα στυλιάρι με ένα ασημένιο μήλο κι από πάνω το δικέφαλο αετό της Αυστρίας. Είναι αλήθεια ότι εκείνοι οι Ούγγροι ήταν σχισματικοί και σε τέτοιο σημείο μάλιστα, ώστε γιόρταζαν την Κοίμηση της Θεοτόκου στις 27 Αυγούστου, κι αυτό είναι κάτι φρικτό.
Στην Αγγλία, όσο βασίλευαν οι Στιούαρτ, ο συνεταιρισμός των Κομπρατσίκος - αφήσαμε να εννοηθούν κάπως τα κίνητρα- ήταν σχε­δόν προστατευμένος. Ο Ιάκωβος ο Β', άνθροοπος φλογερός, που καταδίωκε τους Εβραίους και παγίδευε τους γύφτους, στάθηκε ένας καλός πρίγκιπας για τους Κομπρατσίκος. Είδαμε γιατί. Οι Κομπρα­τσίκος αγόραζαν τα ανθρώπινα προϊόντα που πουλούσε ο βασιλιάς. Ηταν ειδικοί στις εξαφανίσεις. Το καλό του κράτους απαιτεί κάπου-κάπου και κάποιες εξαφανίσεις. Ένας ενοχλητικός κληρονόμος μικρής ηλικίας, σαν τον έπαιρναν και τον πασπάτευαν λιγάκι, έχανε τη μορφή του. Αυτό διευκόλυνε τις δημεύσεις. Οι μεταβιβάσεις των τίτλων ευγενείας στους ευνοούμενους απλοποιούνταν μ' αυτόν τον τρό­πο. Οι Κομπρατσίκος ήταν επιπλέον πολύ διακριτικοί και εχέμυθοι, δεσμεύονταν να παραμείνουν σιωπηλοί και κρατούσαν το λόγο τους, κάτι που θεωρείται άκρως απαραίτητο στα κρατικά πράγματα. Δεν έχουμε σχεδόν ούτε ένα παράδειγμα αποκάλυψης των μυστικών του βασιλιά. Ήταν, αυτό είναι αλήθεια, προς το συμφέρον τους να μη μιλάνε. Αν ο βασιλιάς έχανε την εμπιστοσύνη του, θα αντιμετώπιζαν μεγάλο κίνδυνο. Αποτελούσαν, λοιπόν, μια πηγή από πολιτική σκο­πιά. Επιπλέον, αυτοί οι καλλιτέχνες προμήθευαν τραγουδιστές στον Άγιο Πατέρα. Οι Κομπρατσίκος ήταν χρήσιμοι στο μιζερέρε ντ' Αλέγκρι1 Ήταν ιδιαίτερα αφοσιωμένοι στην Παρθένο Μαρία. Όλα τού­τα άρεσαν στους παπιστές Στιούαρτ. Ο Ιάκωβος ο Β' δεν μπορούσε να είναι εχθρικός απέναντι σε τέτοιους θρησκευόμενους ανθρώπους, που ήταν τόση η ευσέβεια τους απέναντι στην Παναγία ώστε να κατασκευάζουν ακόμα και ευνούχους για χάρη Της. Το 1688 έγινε μια αλλαγή δυναστείας στην Αγγλία. Το πορτοκάλι, ο Οράνζ, ξερίζωσε τους Στιούαρτ. Ο Γουλιέλμος ο Γ' αντικατέστησε τον Ιάκωβο το Β'.
Ο Ιάκωβος ο Β πήγε να πεθάνει στην εξορία κι έκανε μάλιστα και θαύματα μέσα από τον τάφο του. Τα λείψανα του θεράπευσαν τον επί­σκοπο ντ' Οτέν από τα συρίγγια που είχε, κι αυτό ήταν μια δίκαιη ανταμοιβή των χριστιανικών αρετών εκείνου του πρίγκιπα.
Επειδή όμως ο Γουλιέλμος δεν είχε τις ίδιες ιδέες, ούτε εφάρμοζε τις ίδιες πρακτικές με τον Ιάκωβο, φάνηκε αυστηρός με τους Κομπρατσίκος. Το έβαλε σκοπό να τσάκισε αυτό το συρφετό. Ένας νόμος τον πρώτο καιρό της βασιλείας του Γουλιέλμου και της Μαρίας χτύπησε σκληρά το συνεταιρισμό των αγοραστών παιδιών. Ήταν ένα χτύπημα διά ροπάλου στους Κομπρατσίκος, που από τότε δεν μπόρεσαν ποτέ πια να σηκώσουν κεφάλι. Με βάση αυτόν το νόμο, οι άνθρωποι του συγκεκριμένου συνεταιρισμού, αφού συλλαμβάνονταν και πείθονταν να δηλώσουν οικειοθελούς μεταμέλεια, τους σημάδευαν στον ώμο με πυρωμένο σίδερο, εντυπώνοντας πάνω τους ένα R. που σημαίνει rogue, δηλαδή αγύρτης. Στο αριστερό χέρι υπήρχε ένα Τ, που σημαίνει thief, δηλαδή κλέφτης. Και πάνω στο δεξί χέρι ένα Μ, που σημαίνει man-slayer, δηλαδή φονιάς. Οι αρχηγοί, «που θεωρούνταν εκ προοιμίου πλούσιοι, αν και έδειχναν για ζητιάνοι», τιμωρούνταν με collistrigium,
(1. Στο φιλεύσπλαχνο του Αλέγκρι).

που είναι το δημόσιο παλούκωμα και τους σημάδευαν το κούτελο με ένα Ρ, ύστερα δήμευαν τις περιουσίες τους και ξερίζωναν τα δέντρα από τα δάση όπου κατέφευγαν. Όσοι δεν κατέδιδαν τους Κομπρατσί­κος, «τιμωρούνταν με δήμευση της περιουσίας τους και ισόβια κάθειρ­ξη», για το αδίκημα της συνενοχής. Όσο για τις γυναίκες που έβρι­σκαν ανάμεσα σ' εκείνους τους ανθρώπους, υποβάλλονταν στο cucking stool, που είναι ένα είδος καθίσματος για δημόσια διαπόμπευ­ση, της οποίας η ονομασία συντίθεται από τη γαλλική λέξη coquine και τη γερμανική Stuhl, και σημαίνει «καρέκλα της π...». Επειδή ο αγγλι­κός νόμος είναι προικισμένος με περίεργη μακροβιότητα, η ποινή αυτή υπάρχει ακόμα στη νομοθεσία της Αγγλίας και αφορά τις «ερι­στικές γυναίκες». Κρεμάνε το cucking stool πάνω από ένα ποτάμι ή μια λίμνη, καθίζουν μέσα τη γυναίκα και το αφήνουν να πέσει στο νερό, ύστερα το ανασύρουν και επαναλαμβάνουν τρεις φορές το βούτηγμα της γυναίκας, «για να σβήσουν το θυμό της», καταπώς λέει ο σχολιαστής Τσάμπερλεν.