θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Friday, April 02, 2010

Τα Ντουρντουβάκια






Δοξάτο Μαρτυρική πόλη

Το μένος των Βούλγαρων κατά των Ελλήνων εκφράσθηκε δύο φορές με τις σφαγές του Δοξάτου.


Η πρώτη με θύματα 650 αθώους Δοξατινούς (άνδρες, γυναίκες και παιδιά), έγινε την 30η Ιουνίου 1913. Οι Βούλγαροι υποχωρούσαν και με το πρόσχημα ότι πρόσκοποι τους πυροβόλησαν, μπήκαν στο Δοξάτο. Αφού άρπαξαν ότι πολύτιμο βρήκαν, το κατέκαψαν και έσφαξαν 650 κατοίκους. Το Δοξάτο τότε είχε 1500 κατοίκους. Την ημέρα εκείνη, σφαγιάσθηκαν 650 άτομα. Μετά τη σφαγή, το Δοξάτο παραδόθηκε στις φλόγες. Η πλούσια κοινότητα, με τα λαμπρά οικοδομήματα, καταστράφηκε.


Η δεύτερη σφαγή έγινε την 29η Σεπτεμβρίου του 1941, όταν το Δοξάτο βρισκόταν, όπως και όλη η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη στην κατοχή των Βουλγάρων, συμμάχων των Γερμανών και Ιταλών.


Λόγω των δύο σφαγών το Δοξάτο ονομάστηκε ΗΡΩΪΚΗ και ΜΑΡΤΥΡΙΚΗ πόλη. «ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ» ονομάστηκε Δήμος και έτυχε άλλων πολλών τιμητικών διακρίσεων. Οι δύο σφαγές μείωσαν κατά πολύ τον πληθυσμό και κατέστρεψαν τον οικισμό με αποτέλεσμα μια σημαντική κωμόπολη του Νομού Δράμας να χάσει τη δυναμικότητά της.



Δημήτριος Μπατσιούλας “Τα ΝτουρντουΒάκια”


1941-1944. Βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη από το Στρυμώνα μέχρι τον Έβρο. Οι Έλληνες υπομένουν πείνα, βασανιστήρια, ξυλοδαρμούς και προπαγάνδα για τη Μεγάλη Βουλγαρία του Αιγαίου... Τα γεγονότα και οι σφαγές του άμαχου πληθυσμού στις 29 Σεπτεμβρίου του 1941 στη Δράμα και τα περίχωρα της, το Δοξάτο καθώς και στο Νέο Σκοπό Σερρών. Η ομηρία όλων των παλικαριών από τις κατεχόμενες περιοχές, για να μην υπάρξει αντίσταση κατά των κατοχικών δυνάμεων και η κατάταξη τους στα τάγματα εργασίας του Βουλγαρικού στρατού, στα ΝΤΟΥΡΝΤΟΥΒΑΚΙΑ . Η καταναγκαστική εργασία μεσ' το λιοπύρι, στα βουνά και στους κάμπους της Βουλγαρίας για να περάσουν δρόμοι και σιδηροδρομικές γραμμές, με πενήντα δράμια νερό κάθε δυο ώρες, με ελάχιστο κακοφτιαγμένο φαγητό και άγριους ξυλοδαρμούς. Όλα αυτά βέβαια μπορούσαν να τα γλυτώσουν, έφτανε να απαρνιόνταν την Ελληνική τους υπηκοότητα και να γραφόταν Βούλγαροι...
Η ζωή στο χωριό για το Στέργιο Αλεξανδρή, λοχία στους Παληουριώνες, ένα από τα οχυρά της γραμμής Μεταξά κατά την εισβολή των χιτλερικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, επιφυλάσσει οδυνηρές εμπειρίες. Η πάλη ανάμεσα στο χρέος για την πατρίδα και την αγάπη για την οικογένεια και τους φίλους, ο έρωτας και η αβεβαιότητα για το μέλλον, η πνιγμένη υπερηφάνεια μπροστά στον αγώνα για προσωπική επιβίωση και το φόβο για αντίποινα στην οικογένεια, η δοκιμασία των προσωπικών σχέσεων μέσα σε ένα περιβάλλον προπαγάνδας και καχυποψίας και η συγκλονιστική αλληλεγγύη των κατατρεγμένων...
Μια δυνατή ιστορία βασισμένη πάνω σε πραγματικές μαρτυρίες και ιστορικά γεγονότα, μια κατάθεση ψυχής και ένας φόρος τιμής για μια από τις σκοτεινότερες περιόδους της Γης των Μακεδόνων.
“……- Θα το καταλάβεις απ' αυτά που θα σε πω παρακάτω. Προπολεμι­κά, το ξέρεις ίσως καλύτερα από μένα, το κομμουνιστικό κίνημα ήταν πολύ δυνατό στη Βουλγαρία, στη Σερβία, όπως και στην Ελλάδα. Οι Γερμανοί, για κάθε ενδεχόμενο, μπόρεσαν κι' έβαλαν μέσα στους κομ­μουνιστές, πράχτορες δικούς τους. Έτσι ήξεραν τι σχεδίαζαν οι κομ­μουνιστές. Οταν ήταν να χτυπήσουν την Ελλάδα ήξεραν τις δυσκολίες που θα' βρισκαν. Γι' αυτό συμφώνησαν με τη Βουλγαρία, πέρασαν από μέσα και χτύπησαν ανενόχλητοι την Ελλάδα κάνοντας δώρο στους Βουλγάρους την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη.
- Νάξερες τι μου θυμίζεις τώρα Ζέμο! είπα μ' ένα κρυφό καμάρι.
- Μπαίνοντας όμως οι Βούλγαροι στη Μακεδονία συνέχισε ο Ζέμος δεν ακολούθησαν τη συμφωνία που έκαναν με το Χίτλερ. Αυτός ήθελε τους Βουλγάρους, συμμάχους του, βοηθούς του, ενώ αυτοί το θεώρη­σαν σαν τη μεγάλη ευκαιρία για να κάνουν τη Μεγάλη Βουλγαρία του Αιγαίου και για το λόγο αυτό έριξαν όλο σχεδόν το στρατό τους εδώ. Θυμάσαι πόσο στρατό κουβάλησαν. Σε κάθε πόλη και σε κάθε χωριό είχαν στρατώνες. Αυτό δεν βόλευε τους Γερμανούς, που έβλεπαν ότι οι Βούλγαροι θα ξόδευαν όλες τους τις δυνάμεις και θα είχαν όλο το στρατό τους για να επιβάλλουν την κατοχή τους στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, από το Στρυμώνα μέχρι τον 'Εβρο κι ' όχι να βοηθούν τους Γερμανούς. Γι' αυτό έπρεπε να βρουν τρόπο να ανα­γκαστούν οι Βούλγαροι να φύγουν από την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, χωρίς να φανεί ότι το έκαναν οι ίδιοι οι Γερμανοί.
Έστριψα τσιγάρο βλέποντας τον με μισόκλειστα μάτια, ενώ εκείνος συνέχιζε:
- Ένας τρόπος μονάχα υπήρχε, να ξεσηκωθούν οι Έλληνες και να τους διώξουν, πράγμα που δεν μπορούσε να γίνει εκείνη την περίοδο, γιατί οι Βούλγαροι δεν άφηναν να κουνηθεί τίποτα στην Ελλάδα. Ώσπου οι πράχτορες των Γερμανών, πούταν μέσα στους Βούλγαρους κομμουνιστές έδωκαν την πληροφορία ότι οι κομμουνιστές εξέταζαν την περίπτωση να ξεσηκωθούν μαζί με τους Έλληνες κομμουνιστές στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, εναντίον του Βούλγαρου Βασι­λιά, του Μπόρις, να τον διώξουν και να ιδρύσουν την πολυπόθητη τους Βαλκανική Κομμουνιστική Συνομοσπονδία. Αυτή την πληροφορία οι Γερμανοί την πέρασαν στο Βούλγαρο Βασιλιά. Ο Μπόρις το θεώρη­σε σαν τη μοναδική ευκαιρία να ξεκαθαρίσει μιά και καλή και με τους Βούλγαρους κομμουνιστές αλλά και με τους Έλληνες, που δεν έλεγαν να σκύψουν το κεφάλι και να υποταχτούν. Σκέφτηκαν ότι άμα ξεσηκωνόταν οι Βούλγαροι κομμουνιστές, που υπολόγιζαν πολύ στη βοή­θεια των Ελλήνων κομμουνιστών, θα ορμούσε ο Μπόρις και θα τους διέλυε μιας και βοήθεια δεν μπορούσαν να έχουν από πουθενά, αφού η Ρωσία, η μάνα τους, ήταν κιόλας σε πόλεμο με τη Γερμανία. Και με τη δικαιολογία ότι οι Έλληνες Βοήθησαν τους Βούλγαρους κομμουνι­στές στο κίνημα εναντίον του, θα κατέσφαζε κι' αυτούς, για να κατα­κτήσει πιο εύκολα τη Μακεδονία και τη Θράκη. Μ' ένα σμπάρο, δυό τρυγόνια. Γι' αυτό άφησε τους κομμουνιστές να κινιούνται ελεύθερα για να οργανώσουν το κίνημα τους τόσο φανερά μάλιστα, που πολύ αναρωτιούνταν τι σόι Βασιλιάς ήταν αυτός που άφηνε τόσο ελεύθερα τους κομμουνιστές! Πού ήταν ο στρατός του, η χωροφυλακή του, η ασφάλεια του! Από την άλλη μεριά οι Γερμανοί σχεδίαζαν πολύ προ­σεκτικά τις κινήσεις τους. Αν επικρατούσαν οι Βούλγαροι κομμουνι­στές, τότε οι Γερμανοί, απαλλαγμένοι από το Μπόρι, θα έβαζαν δικιά τους κυβέρνηση στην Βουλγαρία, αφού Βέβαια έδιωχναν πρώτα τους κομμουνιστές, πράγμα πολύ εύκολο για κείνη την περίοδο. Αν νικού­σε ο Μπόρις και κατέσφαζε τους Έλληνες, τότε θα τους έδινε το δικαί­ωμα να τα χαλάσουν μαζί του, γιατί δεν θα συμφωνούσαν με τις αγριό­τητες του. Γι' αυτό το κίνημα έπρεπε να γίνει με κάθε θυσία.
- Ζέμο το πας πολύ Βαθειά, του είπα, καλύτερα να το κόψεις εδώ.
- Ασε τον πατέρα, καλά τα λέει, είπε ο γιος μου.
- Γιώργο εσύ τ' ακούς κάθε μέρα αυτά αποκρίθηκα στο γιό μου. Σχε­δόν μονάχα αυτά λέμε όταν συναντιόμαστε με τους άλλους πούμασταν μαζί ντουρντουβάκια.
- Δεν τα λέτε όμως έτσι όπως τα λέει ο θείος Ζέμος.
- Το κίνημα, συνέχισε να μιλά ο Ζέμος απόμακρος πάντα, διαδόθη­κε, ότι θα γινόταν στις 28 Σεπτεμβρίου του 1941, σε όλες τις πόλεις και τα χωριά της Ανατολικής Μακεδονίας. Οι Βούλγαροι κομμουνιστές βλέποντας ότι ο Μπόρις δεν τους κυνηγούσε όπως παλαιότερα, αναθάρρεψαν και κατέβασαν στην Ελλάδα πολλά στελέχη τους, διαδίδοντας ότι οι Ρώσοι βρισκόταν στα Βόρεια σύνορα της Βουλγαρίας, έτοι­μοι να τους Βοηθήσουν. Ειδήσεις δεν υπήρχαν τότε για να μπορέσει ο κόσμος να διασταυρώσει αυτές τις πληροφορίες κι' έτσι τις πίστευε. Πολλοί από τους Βούλγαρους κομμουνιστές που ήρθαν στην Ελλάδα, μιλούσαν Ελληνικά και διέδιδαν στους Έλληνες ότι ήταν Ρώσοι και ότι ήρθαν στη Βουλγαρία και στην Ελλάδα για να οργανώσουν το κίνημα. Κανένας όμως εδώ στην Ελλάδα, δεν αναρωτήθηκε πως βρέθηκαν τόσοι πολλοί Ρώσοι που να μιλούν τα Ελληνικά. Σε κάθε χωριό και σε κάθε πόλη, παρουσιάστηκαν ξαφνικά ένας ή δυό Ρώσοι, που μιλούσαν Ελληνικά και προσπαθούσαν να οργανώσουν το κίνημα. Οι περισσότε­ροι είχαν μαζωχτεί στην περιοχή της Δράμας και η εξήγηση ήταν ότι μάλλον ήθελαν να πιάσουν το αεροδρόμιο της Καβάλας, που ανήκει στον Νομό Καβάλας αλλά είναι πιο κοντά στη Δράμα. Κι' όλα αυτά μέχρι τα μισά του Σεπτεμβρίου του 1941. Τότε ο Βούλγαρος Βασιλιάς, ο Μπόρις, τ' αντιγύρισε. Φοβήθηκε φαίνεται ότι οι κομμουνιστές θα του έπαιρναν την εξουσία κι' αρχίνησε ν' αποτραβιέται από κείνο το κίνημα, που θα το έκαναν ξεχωριστά οι κομμουνιστές κι' οι βασιλικοί, αλλά στην πραγματικότητα θα το έκαναν μαζί. Έβαλε πάλι τους ανθρώ­πους του να παρακολουθούν πολύ στενά τους κομμουνιστές και να οργανώσουν πολύ καλά το χτύπημα που θα τους έκαναν αν τελικά ξεσηκωνόταν στις 28 Σεπτεμβρίου. Αυτά οι κομμουνιστές τάμαθαν από την πρώτη στιγμή αφού είχαν παντού δικούς τους ανθρώπους, κι' η απόφαση τους ήταν να μη σταματήσουν. Ακόμα έμαθαν ότι Βγήκε δια­ταγή του Βασιλιά, όλοι οι Βούλγαροι πούταν στην Ελλάδα, να μη έβγαιναν από τα σπίτια τους τις μέρες κείνες ή να μαζευτούν στους πιο κοντινούς στρατώνες. Αυτό ήταν που το πήραν για την μεγάλη ευκαι­ρία. Θα ορμούσαν στους στρατώνες και θα τους έπιαναν στον ύπνο, έφτανε κάποιος νάδινε την αφορμή.
- Και ποιος την έδωκε Ζέμο; τον ρώτησα ενώ άναβα κι' άλλο τσιγά­ρο χωρίς να τελειώσω το προηγούμενο.
- Τώρα θα μάθεις πράγματα που τα ξέρει άλλος ένας, αν ζει ακόμα. Εμένα κείνες τις μέρες με φώναξαν στην Καβάλα, στα γραφεία της Γκεστάπο, που εκεί είχαν. Βρήκα έναν Γερμανό ταγματάρχη, Χανς Φύσσερ έτσι μ' είπε από την αρχή που το γνώρισα ότι λεγόταν και δεν ξέρω αν ήταν το πραγματικό του όνομα, γιατί ήταν της αντικατασκοπείας και όλοι όσοι ήταν σ' εκείνη την υπηρεσία κυκλοφορούσαν με άλλα και πολλά ονόματα. Αφού κι' εμένα με ήξεραν με το όνομα Γιάννης, αντί το Δημοσθένης που είναι το κανονικό μου. Στην Καβάλα ο Γερμανός ταγματάρχης με ενημέρωσε για τις κινήσεις του Βούλγαρου βασιλιά, των Βούλγαρων και Ελλήνων κομμουνιστών, καθώς και για τις πληρο­φορίες που είχαν οι ίδιοι. Και αφού μ' έδωκε χαρτιά για να κυκλοφο­ρώ ελεύθερα ανάμεσα στους Βουλγάρους και στους Γερμανούς, μ' είπε να γυρίσω στο χωριό μου, στην Τσατσάλτζα, Χωριστή τη λένε τώρα να παρακολουθώ τα πάντα, πηγαινοερχόμενος στη Δράμα, που είναι δίπλα στο χωριό μου, όσες φορές τη μέρα μπορούσα. Ότι παρατηρού­σα ή μάθαινα, θα το έγραφα σε σημείωμα που θα το άφηνα σ' ένα σημείο του δρόμου που το χρησιμοποιούσαμε από πολύ καιρό για αυτή τη δουλειά. Εκεί άφηνε κι' ο ταγματάρχης τα δικά του σημειώματα με τις οδηγίες που ήθελε να δώσει. Το μεσημέρι τις 28 Σεπτεμβρίου του 1941 αφήκε ένα σημείωμα στο οποίο έγραφε να τον περιμένω το βράδυ της ίδιας μέρας στο δρόμο για τη Δράμα, απ' όπου θα περνούσε να με πάρει. Τίποτα άλλο. Ήρθε οδηγώντας ο ίδιος ένα στρατιωτικό τζίπ. Μ' έβαλε στο αυτοκίνητο και συνέχισε το δρόμο για τη Δράμα. Μ' έδωκε ένα Γερμανικό όπλο λέγοντας με ότι οι Έλληνες κομμουνιστές πήραν απόφαση να ανατινάξουν ένα εργοστάσιο που έδινε ηλεκτρικό ρεύμα στη Δράμα, αλλά δεν ήταν ολότελα αποφασισμένοι να το κάνουν γιατί φοβούνταν και ότι εμείς έπρεπε να τους διευκολύνουμε να πάρουν την απόφαση τους. Τον ρώτησα τι εννοούσε και μ' είπε ότι θα το καταλά­βαινα σε λίγο από μόνος μου. Όταν επέμεινα να με εξηγήσει, μ' είπε ότι ο Βούλγαρος Βασιλιάς ετοιμαζόταν να κάνει συλλήψεις, έτσι έλε­γαν οι πληροφορίες που ερχόταν καθημερινά κι' αν γινόταν κάτι τέτοιο, τότες όλα τα σχέδια των Γερμανών θα πήγαιναν χαμένα. Οι κομμουνιστές τα μάθαιναν αυτά και κουμπωνόταν. Μονάχα στην περιο­χή της Δράμας κουνιόταν ακόμα κανονικά, γιατί ο Βούλγαρος Νομάρ­χης ήταν κομμουνιστής κι' αυτός φαίνεται ότι ήταν ο συντονιστής. Βλέποντας ο Γερμανός ταγματάρχης ότι η ευκαιρία πήγαινε να χαθεί, αποφάσισε να περάσει στο Νομάρχη της Δράμας την ψεύτικη πληρο­φορία ότι ο Βουλγαρικός στρατός κι' η χωροφυλακή δεν ήταν και τόσο με το μέρος του Βασιλιά τους κι' ότι το βράδυ στις 28 Σεπτεμβρίου, ένα ρεγάλο μέρος από αυτούς θα ξεσηκωνόταν. Ο Νομάρχης φαίνεται ότι πίστεψε αυτές τις πληροφορίες και ότι τις μετάδωσε. Δεν τον είπε για την ανατίναξη του εργοστασίου του ρεύματος που είχαν αποφασί­σει οι Έλληνες κομμουνιστές και που πιθανόν να την ήξερε.
Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί συνέχιζα να τον ακούω χωρίς να αντιδρώ. Μονάχα κάπνιζα ξεφυσώντας τον καπνό.
- Στο δρόμο για τη Δράμα είχε συνέχεια μπλόκα. Είχα το όπλο κρυμμένο κάτω από τα πόδια μου. Βλέποντας οι Βούλγαροι το Γερμα­νό ταγματάρχη μας άνοιγαν αμέσως το δρόμο. Μπήκαμε στη Δράμα και στον πρώτο αδειανό δρόμο μ' είπε να πυροβολήσω στον αέρα. Στο πρώτο Βουλγάρικο μπλόκο που βρήκαμε γυρίζοντας, ο ταγματάρχης είπε στα Γερμανικά, που δεν ξέρω αν οι Βούλγαροι τα κατάλαβαν, ότι κάποιοι μας πυροβόλησαν και γι' αυτό το λόγο γυρίζαμε πίσω στην Καβάλα. Ξαφνικά έστριψε για το Δοξάτο. Φαίνεται πως ήξερε το χωριό γιατί με πήγε ίσια στο σταθμό χωροφυλακής. Απόξω φύλαγε ένας Βούλγαρος χωροφύλακας που κίνησε να έρθει κατά το μέρος μας. Ο Γερμανός κόλλησε το πιστόλι του στο λαιμό μου λέγοντας με να σκοτώσω το Βούλγαρο χωροφύλακα, γιατί αλλοιώς θα σκότωνε πρώτα εμένα και κατόπι το Βούλγαρο. Θα πέταγε το κουφάρι μου στο δρόμο κι' έτσι οι Βούλγαροι θα πίστευαν ότι το δικό τους τον σκότωσαν οι Έλληνες και από κει και μετά μ' είπε ότι δεν ήταν δύσκολο να φαντα­στώ τι θα έκαναν οι Βούλγαροι στους συμπατριώτες μου τους Έλληνες. Θέλοντας και μη πυροβόλησα σχεδόν από το ένα μέτρο το Βούλγαρο χωροφύλακα και τον σκότωσα. Το αυτοκίνητο έφυγε με μεγάλη ταχύ­τητα από το σημείο εκείνο και προτού να προλάβω να διώ τι έκαναν οι άλλοι Βούλγαροι χωροφύλακες που ήταν μέσα στο σταθμό. Με πήγε στην κοινότητα, λέγοντας με ότι ο Βούλγαρος νομάρχης είχε πάει από νωρίς στο Δοξάτο και ήταν ακόμα εκεί και ότι αν είχε ακούσει τον πυροβολισμό που σκοτώσαμε το χωροφύλακα και έβγαινε από την κοι­νότητα θα σκοτώναμε κι' εκείνον. Δεν ξέρω αν εκείνοι που ήταν μέσα στην κοινότητα άκουσαν τον πυροβολισμό, αλλά η κοινότητα είχε φώτα. Ο ταγματάρχης μ' είπε να ρίξω στα φωτισμένα παραθύρια καθώς εκείνος θα οδηγούσε το αυτοκίνητο. Δεν ξέρω αν σκότωσα κανέναν από αυτούς που ήταν μέσα......
- Ζέμο ξέρεις πόσοι αθώοι σκοτώθηκαν στη Δράμα, στο Δοξάτο και στα γύρω χωριά εξ αιτίας των πυροβολισμών σου; ρώτησα οργισμένα.
- Ξέρω Στέργιο, τα ξέρω όλα. Ξέρω ότι την ίδια νύχτα οι Βούλγαροι έβαλαν σφαγή στη Δράμα Ξέρω ότι την άλλη μέρα σκότωσαν στο Δοξά­το πολύ κόσμο, όπως και σε όλα τα χωριά της Δράμας, μα και πιο πέρα. Ξέρω τι τράβηξες από τους Βουλγάρους όταν σ' έπαιρναν ντουρντουβάκι, ξέρω για το παιδί πούχασες, ξέρω για το αίμα που χύθηκε στη Δράμα και το Δοξάτο — Στο χωριό μου το ίδιο σκότωσαν πάνω από εκατόν είκοσι άτομα την άλλη μέρα, στις είκοσι εννιά Σεπτεμβρίου του 1941. Πολύ αίμα Στέργιο, πολύ αίμα, με πνίγει, γι' αυτό κατάντησα έτσι...
- Φύγε ρε πούστη από μπροστά μου, ούρλιαξα κι' ανασηκώθηκα ανταριασμένος σκορπώντας το καπνό που παστάλιαζα, φύγε ρε κωλο-γαμημένε ρουφιάνε μη σε καθαρίσω.
- Μη πατέρα, άστον, δεν τον βλέπεις πως τον τιμωρούν κι' ο Θεός κι' οι άνθρωποι, μπήκε στη μέση ο γιος μου πασκίζοντας να με συγκρατήσει.
- Ποιος Θεός; Ποιοί άνθρωποι;
- Ζέμο φύγε, φύγε και μη ξαναπατήσεις το ποδάρι σου στο σπίτι μου γιατί εγώ θα είμαι αυτή που θα σε σκοτώσω.
Ήταν η Ελένη που μίλησε σφυριχτά στο Ζέμο και που ποιος ξέρει πόση ώρα άκουγε αυτά πούλεγε.
Κι' εκείνος έφυγε. Απομείναμε στο δωμάτιο, με την Ελένη και το Γιώργο, να μη ξέρουν τι να με κάνουν. Ένοιωθα το βρόντο της καρδιάς μου, σα νάσπαγε τα σωθικά μου, το πνίξιμο στο λαιμό μου, τα χέρια μου να κρέμονται ανήμπορα απ' τους ώμους μου….»