θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, November 07, 2009

Θαλής ο Μιλήσιος.


Μέγας Έλλην φιλόσο­φος και ό πρώτος τών επτά σοφών τής αρχαίας Ελλάδος. Τό όνομα αυτού ήτο Θαλής και Θάλης, γεν. Θάλητος, ίωνικώς Θάλεω και ακολούθως Θαλού, δοτ. Θάλητι, Θαλή και κατόπιν Θαλεί, αίτ. Θάλητα, Θαλήν. Θάλην και Θαλή, κλητ. ώ Θαλή.
Αί ακριβείς χρονολογίαι τής γεννήσεως και του θανάτου αυτού είναι άγνωστοι θεωρείται όμως υπό τίνων ώς γεννηθείς τω 640 και αποβιώσας τω 546 προ Χρίστου, άλλ' ο μέν Σωσικράτης λέγει ότι ο σοφός έζησεν 90 έτη, ο δέ Λουκιανός 100, ο δέ Λαέρ­τιος Διογένης 78.

Τό όνομα αυτού, όπερ παρά­γεται έκ του θάλλω, καί τό του πατρός αυτού, όπερ έγράφετο καί Έξαμύας ή Έξαμύης, ώς καί τό της μητρός Κλεοβουλίνης, είναι ελληνικά, καί δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ή έθνικότης του σοφού ήτο ελληνική, τόσω μάλλον ώστε αυτός ό Θαλής ηύχαρίστει τήν τύχην, ότι έγεννήθη «Έλλην καί ού βάρβαρος !» Ό Θαλής είναι ό ιδρυτής της φιλοσοφίας, της γεωμετρίας καί της αστρονο­μίας έν Ελλάδι.

Ήτο δε αυτοδίδακτος και μεταβάς εις Αίγυπτον, συνδιέτριψε τοις εκεί ίερεύσι, φιλοσοφήσας μετ' αυτών.
Έν Αίγύπτω ό Θαλής, ώς καί ο Σόλων, έφιλοξενήθη ύπό τίνος επιεικούς ανδρός, Νιλοξένου τού Ναυκρατίτου. Ό Θαλής καί ό Σόλων συνεταξίδευσαν, επισκεπτόμενοι τους Δελφούς καί τήν Κόρινθον, όπου ό Περίανδρος προσέφερεν αύτοις συμπόσιον. Έν Μιλήτω ο Θαλής έζη μετά ταυ Θρασύλλου, τυράννου τών Μιλησίων, όστις έξετίμα μεγάλως τόν σοφόν.
Ώς αρχήν έν τω βίω ό Θαλής απέφευγε τήν απώλεια χρόνου καί απείχε της οινοποσίας, της κρεοφαγίας καί ιδία της πολυφαγίας. Ήτο δ' ώς καί άλλοι τινές διάσημοι Έλληνες.

Ήτο δ' ώς και άλλοι τινές διάσημοι Έλληνες τής αρχαιότη­τος, χάριν έχων τή τύχη, ότι ήτο άνήρ και ουχί γυνή, και μη νυμφευθείς. Κατά τόν Κλύτον και τόν Ήρακλείδην έμεινε μονήρης και ίδιαστής, και όταν ή μήτηρ αυτού προσεπάθει νά άναγκάση αυτόν ίνα λάβη γυναίκα, «Νή Δία», άπήντα ο σοφός, «ούδέπω καιρός», όταν δέ είχε παρηβήσει, έλεγε τή μητρί «ούκέτι καιρός». Ότε ό Σόλων έπεσκέφθη τόν Θαλήν έν Μιλήτω, έθαύμασεν ότι ούτος «γάμου και παιδοποιίας τό παράπαν ήμέληκε», είς ους ό Θαλής απήντησε: «Ταΰτά σοι φάναι, ω Σόλων, έμε γάμου και παιδοποιίας άφίστησιν, α και σε κατερείπει τόν ερρωμενέστατον» (Πλου­τάρχου Σόλων, ΣΤ'). Έλαβεν όμως θετόν παιδί, τόν υίόν τής αδελφής αυτού, όνομαζόμενον Κύβισθον.
Ή σωφροσύνη, ή έντιμότης και ή άκεραιότης χαρακτήρος, αίτινες φαίνονται έν τοις θαυμασίοις γνωμικοϊς αυτού, και ιδία ή επιστημονική μεγαλόνοια του Θάλητος άνεγνωρίσθησαν και έξετιμήθησαν δεόντως και ομοφώνως ύπό τών συγχρόνων ομογενών αυτού, όθεν και ώνομάσθη τω 58ό «πρώ­τος σοφός», άρχοντος τότε έν Αθήναις Δαμασίου, καθ' ον και οί επτά σοφοί εκλήθησαν. Οί αρχαίοι ιστορικοί δέν συμφωνούν περί τών ονομάτων τών επτά σοφών, αλλά, κατά τόν Πλάτωνα, ούτοι ήσαν: Θαλής ο Μιλήσιος, Πιττακός ο Μυτιληναίος, Βίας ο Πριηνεύς, ό Σόλων, Κλεόβουλος ο Λίνδιος, Μήσων ο Χηνεύς και Χίλων ο Λακεδαιμόνιος (Πρω­ταγόρας, 28).
Τό περί του τρίποδος διήγημα εξαί­ρει τόν προς τόν Θάλητα θαυμασμόν του Ελλάνικου κόσμου. Κωων τινών αλιέων σαγήνην και α­γόντων και ξένων Μιλησίων άγορασάντων τόν βόλον, χρυσούς τρίπους έφάνη έλκύμενος. Τούτον δ' είχε καταθέσει αυτόθι, κατά τήν παράδοσιν, ή Ελένη, πλέουσα εκ Τρωάδος, εις άνάμνησιν πα­λαιού τίνος χρησμού. Τών δέ ξένων διαωκονούντων προς τους αλιείς περί του τρίποδος, και τών πόλειων άναδεξαμένων τήν διαφοράν άχρι πολέμου προελθούσαν, ή Πυθία διέταξεν, ίνα άποδοθη ό τρίπους τω σοφωτάτω, χρήσασα ούτως:


«Έκγονε Μιλήτου, τρίποδος πέρι Φοίβον έρωτας, ός σοφίη πάντων πρώτος, τούτου τρίποδ' αύδώ».

Όθεν καί ό τρίπους εδόθη τω Θάλητι, όστις παρέδωκεν αυτόν άλλω καί άλλος άλλω, εως του Σόλωνος. Ούτος τέλος άπέστειλεν αυτόν είς Δελ­φούς, λέγων, ότι «σοφία πρώτον είναι τόν θεόν».
Ό Θαλής διεκρίθη καί επί μηχανική τέχνη, καίπερ μή ων ποσώς μηχανικός. Ότε, έν τή κατά Περσών εκστρατεία αυτού, ό Κροίσος προυτίθετο νά διαβή τόν Αλυν ποταμόν μετά του στρα­τού, καί δεν έβλεπε πώς θα ήδύνατο νά κατορθώση τούτο, ο Θαλής, παρών έν τω στρατοπέδω, έποίησεν έν μια νυκτί τόν ποταμόν, έξ αριστερών ρέοντα, έκ δεξιών ρέειν, διαβιβάσας ούτω τόν στρατόν αβρόχοις ποσί. Διεκρίθη δ' ο σοφός καί έν τοις πολιτικοίς ζητήμασιν ούτως άντέστη είς τήν πρότασιν συμμαχίας του Κροίσου προς τους Μιλησίους καί κατέπεισε τους συμπολίτας αυτού περί του κινδύνου αποδοχής της έν λόγω προτά­σεως. Τό ορθόν τής κρίσεως του Θάλητος απε­δείχθη ακολούθως, ότε ο Κύρος, νικητής τού Κροίσου, έσεβάσθη τήν Μίλητον. Κατά τόν Θα­λήτα, ή κρατίστη δημοκρατία είναι εκείνη, ή οποία δεν έχει ούτε πολύ πλουσίους ούτε πτωχούς πολίτας. Ό σοφός έξήσκησεν επιτυχώς καί τό έμπόριον κατά τόν Ρόδιον Ίερώνυμον, ο Θαλής θέλων νά άποδείξη ότι είναι εύκολον νά πλουτίσει τις, καί μαθών ότι φορά έλαιών έμελλε νά γίνη, προνοήσας, έμισθώσατο τά ελαιουργεία καί εκέρδισε πολλά χρήματα·
Τινές έφρόνουν ότι ό σοφός είχε συγγράψει έργον περί αστρολογίας, δηλαδή περί αστρονο­μίας κατ' άλλους έγραψε δύο βιβλία, τό μέν περί τροπής, τό δέ περί ισημερίας. Άλλ' ό Λαέρτιος Διογένης διαβεβαιοί, ότι «σύγγραμμα κατέλιπεν ου­δέν ή γαρ είς αυτόν άναφερομενη ναυτική αστρολογία Φώκου λέγεται είναι του Σαμίου» (Θαλής, 2). Ό αυ­τός ιστορικός παρέδωκεν ημιν δύο βραχείας έπιστολάς του Θάλητος, τήν μέν άποτεινομένην τω Φερεκύδει, τήν δέ τω Σόλωνι.
Προ του θανάτου αυτού, ό σοφός έκέλευσεν ίνα τό σώμα αυτού κατατεθεί έν τινι έγκαταλελειμμένω τόπω τής Μιλησίας, προειπών ότι ό χώρος ούτος ήθελε γίνει μετά καιρόν ή αγορά τών Μιλησίων. Έτελεύτησε δ' αγώνα θεώμενος γυμνικόν, ύπό του καύσωνος, τής δίψης, τής ασθενείας καί του γήρατος, καί έπί του τάφου αυτού οί Μιλήσιοι έγραψαν τους εξής λαμπρούς δύο στίχους :


«Η ολίγον τόδε σαμα—το δέ κλέος ουρανόμακες— τω πολυφροντίστο) τούτο Θάλητος όρης».

Ή Μίλητος ήγειρεν αυτώ καί ανδριάντα μετά τής επιγραφής :

«Τόν δέ Θαλην Μίλητος Ίάς θρέψασ' άνέδειξεν αστρολόγον πάντων πρεσβύτατον σοφίη».

Ή λέξις «άστρολόγον» του δευτέρου στίχου ση­μαίνει βεβαίως απλώς «αστρονόμον».
Γνωμικά του Θάλητος. Κατά τόν Έρμιππον, ο Θαλής έλεγε : «Τριών τούτων ένεκα χάριν έχειν τη τύχη " πρώτον μέν ότι άνθρωπος έγενόμην καί ού θηρίον είτα ότι άνήρ καί ού γυνή' τρίτον ότι Ελλην καί ού βάρβαρος» (Διογένους Λαέρτιου Θα­λής, 7).

Είτα «πώς αν άριστα και δικαιότατα βιώσαιμεν, εάν ά τοις άλλοις έπιτιμώμεν αυτοί μη δρώμεν ; »

«Τις ευδαίμων; ο τό μέν σώμα υγιής, τήν δέ τύχην εύπορος, τήν δέ ψυχήν εύπαίδευτος». «Φίλων παρόντων και απόντων μεμνήσθαι».
«Μή τήν όψιν καλλωπίζεσθαι, άλλα τοις έπιτηδεύμασιν είναι καλόν».
«Μή πλούτει κακώς, μηδέ διαβαλλέτω σε λόγος προς τους πίστεως κεκοινωνηκότας».
«Ους αν εράνους είσενέγκης τοις γονεύσι, τους αυ­τούς προσδέχου και παρά τών τέκνων» (Διογένους Λαέρτιου, Θαλής, 9).
«Κάκιστον είναι τών μέν άγρίων θηρίων τόν τύραννον, τών δέ ήμερων τόν κόλακα ταύτα γάρ, ει και πάνυ προσποιούνται διαφέρειν οί βασιλείς τών τυράννων, ούκ ευμενώς άκούουσιν» (Πλουτάρχου, Επτά σοφών συμπόσιον, 2).
«Δει τά μέν εικότα λέγειν, τά δέ αμήχανα σιωπάν» (αυτόθι, 17).
«Τί δύσκολον θεάσθαι; γέροντα τύραννον» (Διογένους Λαέρτιου, Θαλής, 9).
«Εύδαιμονίαν άρχοντος νομίζειν, εί έτελεύτησε γηράσας κατά φύσιν» (Πλουτάρχου, Έπτα σοφών συμ­πόσιον, 7).
«Καιρόν γνώθι».
«Ο μέλλεις ποιείν, μή λέγε αποτυχών γάρ καταγελασθήση».
«Τοις έπιτηδείοις χρώ».
«Άσα νεμεσας τω πλησίον, αυ­τός μή ποίει».
«Κακοπραγούντα μή όνείδιζε επί γάρ τούτοις νέμεσις θεών κάθηται».
«Παρακαταθήκας απόδος». «Άνέχου ύπό τών πλησίον [μικρά, αγάπα τόν πλησίον] μικρά έλαττούμενος».
«Τόν φίλον κακώς μή λέγε, μή δ' εύ τόν έχθρόν άσυλλόγιστον γάρ τό τοιούτον».
«Δεινόν τό συνιδείν τό μέλλον».
«Ασφαλές τό γενύμενον, ασαφές τό μέλλον».
«Πιστόν γή, άπιστον θάλασσα, άπληστον κέρδος».
«Κτήσαι αΐδια».
«Θεραπείαν ζήτει».
«Φίλει τήν παιδείαν, σωφροσύνην, φρόνησιν, άλήθειαν, πίστιν, έμπειρίαν, επιδεξιότητα, έταιρείαν, έπιμέλειαν, οίκονομίαν, τέχνην, εύσέβειαν» (Στοβαίου, Περί φρονήσεως, γ').
«Τους κρατούντας τίμα». «Όμοιος σεαυτώ γίνου. »,
«Επαγγέλλου μηδέν».
«Πολίταις μή θρασύνου».
«Τό παρόν εύ ποίει».
«Κακίας άπέχου».
«Δοκίμαζε πάντα».
«Δόξαν δίωκε».
«Έπιμελού του βίου»·
«Ειρήνην αγάπα».
«Επαίνου παράπάσι».
«Μή την όψιν άλλα τα επιτηδεύματα καλλώπιζε».
«Χαλεπόν εαυτόν γνώναι».
«Αργός μή ίσθι μηδ' αν πλουτής».
«Μή πάσι πίστευε».
«Μέτρω Χρω (Στοβαίου, Λεγόμενα επτά σοφών).
«Τί βλαβεριότερον; κακία και γάρ τα χρηστά βλάπτει παραγενομένη» (Στοβαίου, Περί κακίας, 21).
«Τί κοινότατον; έλπίς και γάρ οίς άλλο μηδέν, αύτη πάρεστιν» (Στοβαίου, Περί τών παρ' έλπίδας, ρι').
Τέλος, του Θάλητος είναι τό περιφανέστατον εκείνο «γνώθι σαύτόν» (Διογένους Λαέρτιου, Θα­λής, 13).

Φιλοσοφία. Ό Θαλής είναι ό Ιδρυτής της Ιω­νικής λεγομένης σχολής και ό ενδο­ξότερος των μαθητών αυτού ύπήρξεν ό έξοχος αστρονόμος Αναξίμανδρος και τούτου πάλιν ο διάσημος Άναξιμένης.
Εθεωρείτο δ’ ώς ό πρώτος διαλεχθείς περί φύσεως εν Ελλάδι. Εθεώρει «νουν του κό­σμου θεόν» (Πλουτάρχου, Περί άρεσκόντων τοις φιλοσόφοις Α', στ'), Προσθέτει δε ότι «πρεσβύτατον τών όντων θεός άγέννητον γάρ», και έχαρακτήριζε το θείον ώς «τό μήτε αρχήν έχον μήτε τελευτην» (Διογένους Λαέρτιου, Θαλής, 9).

Ο Θαλής κατά τον Άριστοτέλην, «ωήθη πάντα πλήρη θεών είναι» (ΙΙερι ψυχής Α', ε'). Ητο δ' ώσαύτοις οπαδός τής δημιουργίας, λέγων «κάλλιστον κόσμος ποίημα γαρ θεού» (Διογένους Λαέρτιου, Θαλής, 9). Τινές έλεγον, οτι πρώτος ό Θαλής έσκέφθη περί της αθανασίας τής ψυχής, και Χοίριλος ό ποιητής διαβεβαιοί τούτο. Έπειτα, έλεγε τήν ψυχήν είναι κινητικήν, καί, κατά τον Άριστοτέλην καί τόν Ίππίαν, ένόμιζεν ότι καί αυτά τά άψυχα είχαν ψυχήν, τεκμαιρόμενος εκ τής μαγνήτιδος λίθου καί τού ήλεκτρου. Έν δέ ταις σπουδαΐς αυτού τών ζώων παρετήρησεν ου μόνον πανουργίας αλωπεκών καί λύκων, αλλά καί σοφί­σματα γερανών καί κολοιών.