NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, September 19, 2009

ΠΩΣ ΑΝΑΓΕΝΝΑΤΑΙ ΜΙΑ ΨΥΧΗ

Πίνδαρος Ολυμπιόνικος ΙΙ
άντ. δ'

όσοι δ' ετόλμασαν εστρις
εκατερωθί μείναντες άπό πάμπαν αδίκων έχειν
ψυχάν, έτειλαν. Διός όδόν πάρα Κρόνου τύρσιν
ένθα μακάρων νάσον ώκεανίδες
αύραι περιπνέοισιν ανθεμα δε χρυσού φλέγει,
τα μεν χερσόθεν απ' άγλαών δενδρέων,
ϋδωρ δ' άλλα φέρβει,
όρμοισι των χέρας αναπλέκοντι και στεφάνους 
 
ΑΠΟΔΟΣΗ
άντ. δ'
Και όσοι άντεξαν τρεις ζωές να περάσουν
την ψυχή τους κρατώντας στο δίκαιο,
απ' το δρόμο του Δία τράβηξαν όλοι
για του Κρόνου τον Πύργο,
όπου τα μακάρια νησιά τα δροσίζουν
ωκεάνιες αύρες. Και άνθη χρυσά λάμπουν
ολόγυρα, άλλα από δέντρα λαμπρά της ξηράς
και άλλα απ' των πηγών τα νερά δροσεμένα.
Και στεφάνια φορούν πλεγμένα στα χέρια.
The souls of Acheron, "Die Seelen des Acheron", Austrian Gallery, Vienna.
Adolf Hirémy-Hirschl, 1898


Στο ιερό του Δωδωναίου Διός

ΟΜΗΡΟΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ
ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ της
Κατάρας της Ιπποδρομίου

 
Τον Δημήτρη Μ. τον γνώρισα σ΄ ένα καφενείο πριν τρία χρόνια, Ήταν ένας συνταξιούχος εξηντάχρονος άνδρας, υγιέστατος και νευρώδης, αδύνατος, καλοντυμένος, με ένα κοστούμι που ταίριαζε στην ηλικία του, όχι ακριβό αλλά με γούστο. Καθόταν μόνος κι όταν ήπιε τον καφέ του, δίπλωσε την εφημερίδα του, σηκώθηκε και πριν φύγει έβαλε τις καρέκλες στη θέση τους συμμετρικά, το τασάκι στο κέντρο, τον καφέ και το ποτήρι δίπλα. Η ενέργεια του αυτή τράβηξε την προσοχή μου και τον ρώτησα τι δουλειά έκανε. Μου είπε πως εργαζόταν στο Κ.Θ.Β.Ε. ως φροντιστής. Τώρα ήταν στην σύνταξη.
Τον είδα κι άλλες φορές στο καφενείο και τον χαιρέτησα. Κάποια μέρα που είχε διάθεση, τον ρώτησα να μου πει για τις εμπειρίες του στο θέατρο. Δεν είχε πολλά και συγκλονιστικά να μου πει, αλλά φαινόταν πως κάτι τον απασχολούσε.
«Έλα μια μέρα στο σπίτι μου», μου είπε. «Αυτό που θέλω να σου διηγηθώ θα ήταν άπρεπο να σου το πω σ΄ αυτόν τον χώρο του καφενείου».
Συμφωνήσαμε και μια Παρασκευή βράδυ τον επισκέφθηκα στο σπίτι όπου ζούσε μόνος του.
«Ήταν πριν από δέκα χρόνια που εργαζόμουν για έναν θίασο, που θα ανέβαζε τις Τρωάδες στο αρχαίο θέατρο της Δωδώνης. Εγώ θα συνόδευα τον οδηγό του φορτηγού που θα ανέβαζε τα σκηνικά μια εβδομάδα πριν.
Με τον οδηγό ξεκινήσαμε σχεδόν χαράματα, αφού το φορτηγό είχε ήδη φορτωθεί την προηγούμενη ημέρα. Η διαδρομή ήταν κουραστική, ο δρόμος κακός και κατά διαστήματα έπιανε καταρρακτώδης βροχή, σε σημείο που να μην μπορούμε να δούμε πέντε μέτρα μπροστά με αναμμένα φώτα. Τον οδηγό τον έπιανε ένας ακατάσχετος βήχας και τουλάχιστον τρεις φορές αναγκάστηκε να σταματήσει το φορτηγό για να μπορέσει να συνέλθει από τον βήχα αυτόν, ο οποίος κατέληγε σε αιμόπτυση. Τον ρώτησα αν συμβουλεύτηκε γιατρό, αλλά απέφυγε να ξεκινήσει μια τέτοια συζήτηση. Μου είπε πως πρέπει να κάνει μια εγχείρηση, δεν μου έδωσε όμως περισσότερες λεπτομέρειες παρά μόνον ότι ήταν αναγκασμένος να δουλεύει, γιατί έπρεπε να σπουδάσει ο γιος του και η γυναίκα του ήταν ασθενική και δεν μπορούσε να εκτεθεί στους κινδύνους μιας εργασίας.
Το φορτηγό ήταν παλιό, δεν μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα, κι έτσι φθάσαμε στον προορισμό μας όταν είχε πια σκοτεινιάσει. Παρκάραμε μπροστά στο θέατρο κι επειδή οι συνθήκες ήταν ακόμη πρωτόγονες στην περιοχή, ο οδηγός είχε δημιουργήσει στην καρότσα του φορτηγού ένα σημείο στο οποίο θα μπορούσαμε να κοιμηθούμε το βράδυ. Είχε ρίξει δύο στρώματα, μαξιλάρια και μερικές κουβέρτες. Πέσαμε για ύπνο κι εγώ κοιμήθηκα σ΄ ένα σημείο του φορτηγού που στα πλάγια του υπήρχε ένα μικρό άνοιγμα. Δεν άργησε να μας πάρει ο ύπνος γιατί ήμασταν κατάκοποι από το κουραστικό ταξίδι. Δεν γνωρίζω τι ώρα ήταν όταν άκουσα ομιλίες γύρω από το φορτηγό. Σκέφτηκα πως άρχισε να ξημερώνει και πως είχαν έλθει οι εργάτες για να στήσουν τα σκηνικά. Κοίταξα από το μικρό άνοιγμα του φορτηγού, αλλά δεν είδα τίποτε. Αισθάνθηκα να ανοίγει ο μουσαμάς του φορτηγού και δύο άνδρες ανέβηκαν μέσα, σήκωσαν τον οδηγό με μια χαρακτηριστική άνεση, σα να σήκωναν κάτι ιδιαίτερα ελαφρύ.
Εγώ δεν μπορούσα να κουνηθώ. Βρισκόμουν ξαπλωμένος και ακίνητος σαν να είχα παραλύσει. Κοίταξα ξανά από το μικρό άνοιγμα και είδα να τον μεταφέρουν σαν να μετέφεραν έναν νεκρό. Έξι άνδρες κρατούσαν τώρα τον οδηγό και τον μετέφεραν λίγο πιο κάτω, όπου και τον άφησαν σ΄ ένα σημείο, σε μια ανοιχτωσιά. Η νύχτα ήταν σκοτεινή, όμως εγώ έβλεπα καθαρά τις μορφές των ανδρών, που ήταν ντυμένοι στα λευκά, ξυπόλητοι κι έμοιαζαν να μην πατούν στο χώμα.
Βρίσκονταν γύρω από το σώμα του οδηγού και στην αρχή έμοιαζε σαν να μουρμουρίζουν, λίγο - λίγο όμως οι φωνές τους γίνονταν μελωδικές και μια ουράνια μελωδία από φωνές και ήχους μεταλλικούς κατέκλισε τον χώρο και όλο το τοπίο έμοιαζε να το καταλαμβάνει μια θεόρατη βελανιδιά, που τα κλαδιά της απλώθηκαν ως τον ουρανό κι έμοιαζαν με σύννεφα. Θα έλεγα πως αν ήξερα νότες, θα μπορούσα να καταγράψω αυτήν την μουσική, γιατί κάτι τέτοιο δεν είχα ακούσει ποτέ μου.
Την άλλη μέρα το πρωί που ξύπνησα δεν είδα τον οδηγό δίπλα μου. Σκέφθηκα πως θα βγήκε την ώρα που κοιμόμουν, και δεν τον είχα πάρει είδηση.
Σηκώθηκα για να κατεβώ και τότε έκπληκτος τον είδα να κοιμάται στο σημείο όπου τον είχαν αφήσει οι άνδρες που είχα δει το βράδυ. Ήταν σκεπασμένος μ΄ ένα από εκείνα τα λευκά ενδύματα που φορούσαν οι άνδρες και στο χέρι του κρατούσε ένα κλειδί. Δεν ήταν το κλειδί του φορτηγού, ήταν ένα μεγάλο σιδερένιο κλειδί, τέτοιο που δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου. Θα μπορούσε να ανοίξει μια βαριά ξύλινη πόρτα ή να είναι το κλειδί ενός μηχανισμού. Τον φώναξα για να ξυπνήσει, αλλά κοιμόταν βαριά.
Εκείνη την ώρα ήλθαν τέσσερις εργάτες από το χωριό και άρχισαν να κατεβάζουν τα σκηνικά και να τα στήνουν στον χώρο του θεάτρου. Παρ΄ όλον τον θόρυβο ο οδηγός δεν ξύπνησε. Εγώ ασχολήθηκα με την δουλειά μου και δεν πρόσεξα ότι έφθασε το μεσημέρι. Όταν πείνασα έψαξα να τον βρω και τον είδα στο ίδιο σημείο καθισμένο με την πλάτη στην βελανιδιά. Τον ρώτησα εάν πεινά, αλλά δεν μου απάντησε. Ο άνθρωπος αυτός είχε χάσει κάθε επαφή με το περιβάλλον. Κάποιος με φώναξε εκείνη τη στιγμή. Εμφανίστηκε ο σκηνοθέτης μαζί με τον σκηνογράφο και δώσαμε μια-δυο λύσεις σε προβλήματα της στιγμής. Το βράδυ ήταν η παράσταση, η οποία τουλάχιστον από τη δική μου πλευρά, πήγε θαυμάσια. Ο κόσμος γέμισε το θέατρο και αργά το βράδυ ανέβηκα ξανά στο φορτηγό για να κοιμηθώ. Είχαμε τρεις μέρες παράστασης, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Την ώρα που κοιμόμουν ξύπνησα πάλι από μερικά κουδουνάκια που στην αρχή νόμισα πως ανήκαν σε κάποιο κοπάδι από κατσίκια που περνούσαν από εκεί κοντά. Μουρμουρητά και ομιλίες ακούστηκαν σ΄ έναν χώρο στον οποίο δεν φαινόταν να υπάρχει κανένας άνθρωπος.
Ο τόπος πλημμύρισε από ένα απόκοσμο γαλάζιο χρώμα και είδα τον οδηγό να παραμένει καθισμένος στο σημείο που τον είχα αφήσει το πρωί και γύρω του οι άνδρες με τα λευκά τραγουδούσαν, χτυπούσαν τα μικρά καμπανάκια και μια ουράνια συμφωνία ακουγόταν στον αέρα. Το φαινόμενο αυτό επαναλήφθηκε και Τρίτη νύχτα.
Ο άνδρας ολόκληρη την ημέρα ήταν εξαφανισμένος και δεν μπόρεσα να τον βρω όσο κι αν έψαξα. Το βράδυ ήταν εκεί πάλι, καθισμένος στην βελανιδιά με το σιδερένιο κλειδί στο χέρι, ένα σύννεφο από πάνω του κι ένα φως να βγαίνει από το κεφάλι του μέχρι τον ουρανό. Οι μέρες των παραστάσεων τελείωσαν και την Δευτέρα το πρωί οι εργάτες ξεκίνησαν να μαζεύουν και να φορτώνουν τα σκηνικά στο φορτηγό. Δεν ήξερα τι να κάνω, αφού πάλι το πρωί δεν κατάφερα να τον βρω, ήμουν όμως τόσο περίεργος για τα νυχτερινά φαινόμενα ώστε θέλησα να τα παρατηρήσω και μια και η θεατρική περίοδος είχε τελειώσει, πήρα ένα τηλέφωνο στο σπίτι μου και την διεύθυνση του θεάτρου στην Θεσσαλονίκη, προφασιζόμενος πως υπήρχε βλάβη στο φορτηγό και πως περιμέναμε ένα ανταλλακτικό για να το διορθώσουμε και να επιστρέψουμε.
Την τέταρτη νύχτα επαναλήφθηκαν τα ίδια γεγονότα, αλλά αυτή τη φορά έβλεπα τον οδηγό να βρίσκεται στο κέντρο της ομήγυρης και να συζητά με τους άνδρες, σαν να προσπαθούσε να λύσει κάποιες απορίες. Ήδη πέρασαν εννέα μέρες και δεν υπήρχαν άλλες δικαιολογίες για να καθυστερήσω την παραμονή μου εκεί. Ήμουν αποφασισμένος να δώσω μια λύση και να επιστρέψω στην Θεσσαλονίκη. Κοιμήθηκα το βράδυ και το πρωί με ξύπνησε ο οδηγός σαν να μην είχε συμβεί τίποτε.
Ήταν νωρίς το πρωί, μόλις είχε χαράξει. Έβαλε μπρος το φορτηγό και ξεκινήσαμε στον δρόμο της επιστροφής. Φθάσαμε αργά το βράδυ, σταματήσαμε στον χώρο των αποθηκών και επιστρέψαμε στα σπίτια μας. Την άλλη μέρα το πρωί βρισκόμουν σε μεγάλο δίλημμα αν θα έπρεπε να περιγράψω στη γυναίκα μου τα γεγονότα που έζησα. «Ελπίζω να μην σας έλειψα όλες αυτές τις μέρες», είπα στη γυναίκα μου. «Δεν είναι η πρώτη φορά που λείπεις για ένα τριήμερο», μου απάντησε. «Νομίζω πως κάνεις λάθος» της είπα και σκέφθηκα πως δεν πρέπει να πω τίποτε.
Κοίταξα το ρολόι μου, έλεγε την ίδια ώρα με το ρολόι του τοίχου. Βγήκα στο δρόμο στο πρώτο περίπτερο που συνάντησα, βλέπω τις εφημερίδες. Τρίτη. Ποια Τρίτη όπως; Υπολογίζω τις μέρες και η γυναίκα μου φαίνεται να έχει δίκιο. Είχαν περάσει μόνο τέσσερις μέρες. Κάποιος πρέπει να λύσει τον γρίφο αυτόν. Έτσι αναγκάζομαι να πάω στο σπίτι του οδηγού. Όταν πλησιάζω βλέπω ένα κηδειόχαρτο στην κολώνα του δρόμου. Αναγγέλλει τον θάνατο του οδηγού πριν από τρεις μέρες. Δεν είπα τίποτε σε κανέναν. Δεν ήθελα να με πάρουν και για τρελλό.
Δέκα χρόνια πέρασαν από τότε, την ιστορία όμως δεν την ξέχασα. Ήταν αρχές καλοκαιριού του 19… Είχαμε ξανά παράσταση στη Δωδώνη. Φθάσαμε μια βδομάδα νωρίτερα για τις απαραίτητες προετοιμασίες. Ήμουν περίεργος να δω μήπως τα φαινόμενα εκείνα να επαναληφθούν. Το βράδυ έλεγα πως πήγαινα στο ξενοδοχείο, αλλά κατέβαινα τον δρόμο και καθόμουν κάτω από ένα δένδρο, κάτω από το αμυδρό φως του νέου φεγγαριού.
Οι προσπάθειες τριών νυχτών απέβησαν άκαρπες. Τρεις μέρες πριν από την παράσταση, ήταν αργά το απόγευμα και καθόμουν στην τελευταία σειρά των κερκίδων, όταν άκουσα μια φωνή από πίσω μου να μου λέει: «Ο αφέντης του τόπου αυτού είναι θυμωμένος. Πες στον Χ. (τον σκηνοθέτη της παράστασης) να κάνει ότι του λέει».
Η φωνή μου φάνηκε γνωστή. Γύρισα αλλά δεν είδαν κανέναν. Η σχέση μου με τον σκηνοθέτη ήταν τυπική και ίσως λίγο ηλεκτρισμένη, εξαιτίας κάποιων διαφωνιών που είχαμε σε τεχνικά θέματα. Δεν τόλμησα να τον ρωτήσω, μήπως νομίσει ότι παραλογίζομαι.
Την δεύτερη μέρα πριν την παράσταση, την ίδια περίπου ώρα, σκόπιμα κάθισα στο ίδιο σημείο ελπίζοντας ενδόμυχα πως θα έχω το ίδιο φαινόμενο. Πράγματι, η φωνή επανήλθε και τώρα είμαι βέβαιος πως ήταν του οδηγού. Δεν τόλμησα να γυρίσω, άκουσα μόνο να μου λέει: «Εάν θέλεις να γίνει η παράσταση πρέπει να τιμήσεις τον αφέντη του τόπου αυτού».
Δίστασα κι αυτή τη φορά και δεν είπα τίποτε. Όλα ήταν έτοιμα. Δεν είχαμε ξαφνικές ασθένειες, ούτε από τους ηθοποιούς, ούτε από το τεχνικό προσωπικό, οι μουσικοί ήλθαν στην ώρα τους, από το σκηνικό δεν έλειπε τίποτε. Τα προγράμματα έφθασαν νωρίς το Σάββατο. Το δελτίο καιρού προέβλεπε μια ζεστή καλοκαιρινή βραδιά. Υπήρξε κοσμοσυρροή. Το θέατρο γέμισε ασφυκτικά. Λίγα λεπτά πριν την παράσταση ήλθε η καταστροφή.
Μια ξαφνική νεροποντή μούσκεψε ως το κόκαλο τους θεατές και προκάλεσε ζημιές στα σκηνικά, τα κοστούμια και τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις.
Τότε βρήκα το θάρρος να ρωτήσω τον σκηνοθέτη αν υπήρξε μάρτυρας κάποιου περίεργου φαινομένου και για να τον πείσω να μιλήσει τον συμβούλευσα πως αν μου αποκαλύψει αν κάτι συνέβη, υπήρχε ελπίδα να σώσουμε τις άλλες δύο παραστάσεις. Ο σκηνοθέτης στην αρχή ήταν διστακτικός, αλλά μετά από δική μου πίεση μου εξομολογήθηκε πως από την ημέρα που είχαμε έλθει μια εβδομάδα πριν, έβλεπε σαν όραμα, σ΄ ένα σημείο δίπλα στο θέατρο, μια ανδρική μορφή, εξαιρετικής ομορφιάς να είναι θυμωμένη και δίπλα του έναν άνδρα ντυμένο στα λευκά να τον συμβουλεύει και να τον προτρέπει να πράξει τα νόμιμα. Δεν κατάλαβε τι σήμαιναν όλα αυτά και δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει.
Εγώ είχα καταλάβει. Του υποσχέθηκα πως θα φροντίσω να γίνουν όλα όπως πρέπει και τον διαβεβαίωσα πως η επόμενη παράσταση θα κυλήσει ρολόι.
Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξερα τι να κάνω. Η μόνη λύση που είχα ήταν να καθίσω στο ίδιο σημείο, ελπίζοντας σε κάτι που ο κοινός νους το ονομάζει παράλογο. Το παράλογο συνέβη.
Ο οδηγός εμφανίστηκε ντυμένος στα λευκά και μου εξήγησε. Ο αφέντης του τόπου αυτού ήταν θυμωμένος γιατί όπως ένας επισκέπτης πηγαίνει σ΄ ένα σπίτι και γίνεται φιλοξενούμενος, πρέπει να ακολουθήσει και το απαραίτητο τυπικό. Θα έπρεπε να προσφέρει το απαραίτητο τυπικό. Θα έπρεπε να προσφέρει τα απαραίτητα δώρα και να εκφράσει το αίτημα του να γίνει δεκτός από τον οικοδεσπότη, γιατί εισήλθε στο σπίτι του χωρίς να ακολουθήσει τους απαραίτητους κανόνες. Ζήτησα από τον σκηνοθέτη να ακολουθήσει λεπτομερώς τις οδηγίες που μας έδωσε ο οδηγός (και τις οποίες δεν πρέπει να κοινοποιήσω εδώ) πράγμα που έπραξε, παρ΄ όλους τους δισταγμούς του και την δυσπιστία που τον διακατείχε. Την άλλη μέρα ο καιρός ήταν ιδιαίτερα ζεστός, τα βρεγμένα σκηνικά και τα κοστούμια στέγνωσαν, όποιες ζημιές υπήρχαν διορθώθηκαν και την ώρα της παράστασης έβλεπα ανάμεσα μας να κινείται αόρατος στα μάτια των άλλων, ο οδηγός με βλέμμα ικανοποιημένο.
Ο σκηνοθέτης θέλησε να μάθει περισσότερα κι εγώ θα ήμουν πρόθυμος να του εξηγήσω όλα αυτά που συνέβησαν και όλα αυτά που θα μου έλεγε ο οδηγός.
Ο οδηγός μου περιέγραψε λεπτομερώς αυτό που ονόμασε ο ίδιος «κλίμακα των 9 σταδίων». «Δεν είμαι αυτός που βλέπεις», μου εξήγησε. «Μπορεί η μορφή να είναι η ίδια και το σώμα μου να ανήκει στον οδηγό που γνώρισες, αλλά, όπως και εσύ ο ίδιος διαπίστωσες, ο οδηγός πέθανε. Εγώ κατοικώ σ΄ αυτό το σώμα και πρέπει να ολοκληρώσω μια διαδικασία που ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια. Πριν μπω στο σώμα αυτό ήμουν ένα μικρό αγόρι που κατοικούσε στην Ελέα.
Είναι μια πόλη που χτίστηκε πριν ακόμη κι από τους Μυκηναίους και σήμερα βρίσκεται στο δρόμο της Παραμυθιάς προς το Νεκρομαντείο, στο ύψος του χωριού Χρυσαυγή. Εκεί ζούσα με τους γονείς μου, οι οποίοι με προετοίμαζαν για να εισέλθω στο ιερό του Νεκρομαντείου ως ένας μύστης. Συχνά επισκεπτόμουν τους χώρους αυτούς και τα καλοκαίρια ζούσα εκεί, βοηθώντας και υπηρετώντας το μαντείο. Τον χειμώνα περνούσα την βασική μου εκπαίδευση όπως όλα τα παιδιά της εποχής εκείνης. Πήγαινα στο γυμναστήριο, μάθαινα γραφή κι ανάγνωση και βοηθούσα τους γονείς μου στις αγροτικές τους εργασίες.
Μια χρονιά μετά το τέλος του χειμώνα ήλθαν ξαφνικές οι ζέστες του καλοκαιριού κι εμείς σαν παιδιά που ήμασταν, με ροπή προς τις παρανομίες, φύγαμε κρυφά για να κάνουμε μπάνιο στις πηγές του Αχέροντα, που δεν είναι μακριά από την πόλη μας. Φθάσαμε το μεσημέρι και τρέξαμε να πέσουμε στο νερό. Το νερό ήταν αρκετά ορμητικό, εξαιτίας των έντονων χειμερινών βροχοπτώσεων και χωρίς να το καταλάβω παρασύρθηκα, χτύπησα το κεφάλι μου στις πέτρες, έχασα τις αισθήσεις μου και το παγωμένο ρεύμα με παρέσυρε προς τις εκβολές του Αχέροντα, όπου και το σώμα μου σκάλωσε σε κάποια αβαθή μέσα στις διαβρωμένες ρίζες μιας βελανιδιάς που είχαν αποκαλυφθεί από το ρεύμα.
Οι γονείς μου και όλη η πόλη προσπάθησαν να βρουν το σώμα μου αλλά δεν τα κατάφεραν. Με τα χρόνια οι ρίζες της βελανιδιάς μεγάλωσαν και αγκάλιασαν το άψυχο κορμί μου κρατώντας με σφιχτά κάτω από τη γη. Στο σημείο εκείνο κάποιος βοσκός που περνούσε συχνά άκουγε να βγαίνουν από την βελανιδιά οι αγωνιώδεις κραυγές του πνιγμού μου.
Κλήθηκαν οι ιερείς του Νεκρομαντείου και εξήγησαν στους ανθρώπους που άκουσαν το φαινόμενο, την αιτία του. Το σημείο εκείνο έγινε μαντείο. Κάποιος βοσκός κοιμήθηκε ένα βράδυ καλοκαιρινό κάτω από την σκιά της βελανιδιάς και όταν ξύπνησε έλεγε ακατανόητες φράσεις. Οι ιερείς εξήγησαν πως η ψυχή μου είχε εγκλωβιστεί εκεί και πως με αγωνία προσπαθούσε να ενσαρκωθεί ξανά, για να περάσει και να πατήσει το επόμενο σκαλοπάτι, ώστε να εισέλθει στο ιερό του Δωδωναίου Διός.
Με λεπτομέρειες θα σας περιγράψω τα σκαλοπάτια αυτά της πορείας της ψυχής μου.