θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Sunday, June 21, 2009

Μόνον στην Ελλαδάρα... Μητροπολίτης ευλογεί το Νέο Μουσείο Ακρόπολης


2009-06-19 ΤΑ NEA 2-20

Μόνον στην Ελλαδάρα... Μητροπολίτης ευλογεί το Νέο Μουσείο Ακρόπολης με τα εκθέματα και τα αναθήματα από τους ναούς των δωδεκαθεϊστών αρχαίων ημών προγόνων- τη θρησκεία των οποίων κατέλυσε ο χριστιανισμός... Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών (πάντα)!

Την επόμενη φορά που θα αγοράσετε γάλα, κοιτάχτε την βάση του μπουκαλιού.



Ξέρετε ότι αν το γάλα στο χάρτινο μπουκάλι δεν πουληθεί στην καθορισμένη χρονική διάρκεια επιστρέφει στη βιομηχανία για να ανα-παστεριωθεί και να ξαναγυρίσει στο σουπερμάρκετ; Απίστευτο;

Ο νόμος επιτρέπει τις μεγάλες βιομηχανίες να επαναλάβουν τη διαδικασία έως 5 φορές, κάτι που αφήνει το γάλα χωρίς γεύση και τελικά χωρίς ποιότητα και διατροφική αξία. Όταν το γάλα φτάνει στο σουπερμάρκετ για την πώληση, φέρνει έναν αριθμό στο κάτω μέρος της συσκευασίας του. Αυτό το νούμερο είναι από το 1 έως το 5.

Αρκεί να αγοράζετε γάλα που φέρει έως τον αριθμό 3, δηλαδή γάλα που έχει αναπαστεριωθεί 2 φορές. Σας συμβουλεύουμε να μην αγοράζετε γάλα με αριθμό 4 ή 5 γιατί η ποιότητά του έχει καταστραφεί. Αν αγοράζετε κασόνι με μπουκάλια γάλα, ο ίδιος αριθμός αναγράφεται στο κάτω μέρος του, 1 έως 5. Αν έχει τον αριθμό 1 σημαίνει ότι βγαίνει από το εργοστάσιο για πρώτη φορά, αλλά αν έχει τον αριθμό 4 σημαίνει ότι έχει ήδη γυρίσει πίσω στη βιομηχανία 3 φορές.
Την επόμενη φορά που θα αγοράσετε γάλα, κοιτάχτε στον πάτο του μπουκαλιού. Μην αγοράσετε γάλατα με αριθμό 4 ή 5, ούτε ακόμα και με 3, αν είστε λεπτομερείς στις αγορές σας.

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΣ: ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΥ ΘΕΟΔ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ: "ΕΘΑΨΑΝ ΤΟΝ ΣΠΑΡΤΙΑΤΗ ΒΑΣΙΛΙΑ ΜΕΝΕΛΑΟ ΚΑΤΩ ΑΠΟ 200 ΤΟΝΟΥΣ ΣΚΥΡΑ








Είναι σκεπασμένος με 200 τόνους χαλίκι!
Γιατί;
Γιατί δεν άρεσε σε μερικούς. Τέ­λος πάντων, οι Άγγλοι θεώρησαν ότι η Λακωνία τους ανήκει.
Από πού;
Ρωτήστε τους. Μιλάμε για την Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή που είχε δεσμεύσει τη Λακωνία για να κάνει τις έρευνες της.
Την είχαν δεσμεύσει από πού;
Από το ελληνικό κράτος.
Δεν είχε αρχαιολόγους το ελ­ληνικό κράτος και παρέδωσε την περιοχή στους Άγγλους;
Η σκέψη ήταν πάντα σωστή. Στην πράξη τα στραβώνουν τα πράγματα. Δηλαδή, μετά την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους οι ξένοι και το φιλελ­ληνικό κίνημα είχε συμβάλει ου­σιαστικά στην υπόθεση της ανε­ξαρτησίας. Όλοι αυτοί, λοιπόν, οι μεγάλοι σοφοί και φιλέλληνες είπαν «είμαστε στη διάθεση σας να συνεργήσουμε στη μελέτη για την αποκάλυψη των ελληνι­κών αρχαιοτήτων» Πρέπει, για να είμαστε αντικειμενικοί, να πούμε ότι η επιστήμη της Αρ­χαιολογίας θεμελιώθηκε από σο­βαρούς επιστήμονες, κυρίως του εξωτερικού. Όχι ότι και οι δικοί μας δεν συνέβαλαν. Αλλά μαθη­τεύσαμε και ήταν φυσικό. Δη­λαδή, σε μια Ελλάδα που βγαίνει από μια δουλεία 400 χρόνων, οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν και έχουν κάνει πρότυπες ανασκαφές και καταπληκτικές μελέτες. Και οι Γάλλοι, και οι Άγγλοι και οι Γερ­μανοί. Εν πάση περιπτώσει, στη διανομή -επιτρέψτε μου να χρη­σιμοποιήσω αυτή τη λέξη, γιατί τη διένειμαν την περιοχή μεταξύ τους και
είπαν οι Γερμανοί «εμείς θα πάρουμε την Ολυμπία» και δεν ξέρω κατά πόσο το δικό μας κράτος αντέδρασε αλλά πολύ φοβούμαι ότι ή συμφώνη­σε ή αναγκάστηκε να συμφωνή­σει.
Οι Γάλλοι τους Δελφούς και τη Δήλο, οι Αμερικανοί την Αγο­ρά των Αθηνών, τη Σαμοθράκη, οι Άγγλοι με τον Έβανς είχαν σκάψει την Κνωσό, οι Ιταλοί τη Φαιστό, ενώ οι Άγγλοι έδειξαν προτίμηση και προς την Λακω­νία και μάλιστα ιδιαίτερη επιμο­νή προκειμένου να εντοπίσουν και να ανακαλύψουν το ανά­κτορο του Μενελάου και της Ελένης. Παράλληλα ήθελαν να βρουν ένα σημαντικό δωρικό Ιερό στη Σπάρτη, για να μελε­τήσουν την δωρική τέχνη, κατά το αντίστοιχο των Γερμανών που ανέσκαψαν το σημαντικό Ιερό της Ολυμπίας. Στο δεύτερο σκέλος της επιδίωξης τους πέ­τυχαν πράγματι, έσκαψαν το σημαντικότερο και καλύτερα διατηρημένο Ιερό της Σπάρτης, το Ιερό της αρχαίας Αρτέμιδος. Βέβαια η μελέτη ήταν πάρα πολύ προσεκτική και μας έδωσε, παρά τα λιγοστά ευρήματα, σημαντι­κά στοιχεία για να παρακολου­θήσουμε την εξέλιξη της λακω­νικής τέχνης και αρχιτεκτονικής. Διότι η Σπάρτη δεν ήταν μόνο στρατιωτική δύναμη. Ήταν ένας μεγάλος χώρος πολιτισμού και
στο χορό και στη μουσική και στην ποίηση και στην επιστήμη και στην αστρονομία, κ.λπ. Αρ­γότερα, βέβαια κάθε πνευματική δημιουργία απαγορεύτηκε. Κάθε αναγραφή ιστορικού γεγονότος απα­γορεύτηκε. Η Σπάρτη δεν έβγα­λε ποτέ, κανέναν ιστορικό. Αυτή η νέα στροφή στην ιστορία της έγινε από το 550 και μετά. Τότε όμως ήταν μία πολιτική προσω­πικότητα που δρούσε στη Σπάρ­τη. Ένας από τους επτά σοφούς, ο περίφημος Χείλων ο Λακεδαι­μόνιος. Αυτός ήταν Αμυκλαίος και θέλω να πιστεύω ότι οι Αμυ­κλές υπήρξαν πάντα ένα ισχυρό κέντρο Ιώνων και Αχαιών στη Λακωνία. Αυτό. κατά τη γνώμη μου. εξηγεί γιατί και ο Τυρταίος γράφει στην Ιωνική διάλεκτο. Στη Σπάρτη λοιπόν, τη δωρική μητρόπολη, δρούσε πάντοτε μια ισχυρή ομάδα Αχαιών, η οποία και αντιδρούσε στη νομοθεσία και στην πολιτική του Λυκούρ­γου και η οποία σιγά-σιγά εξαχρείωσε και την πολιτεία αυτή.
Η νομοθεσία του Λυκούργου πιστεύετε ότι την εξαθλίωσε την πολιτεία;
Έτσι πιστεύω εγώ.
Δεν ήταν η σωστή νομοθεσία δηλαδή.
Έτσι πιστεύω. Και θεωρώ πως η ρήτρα που έχει μέχρι σήμερα διατηρηθεί μέσω του Πλούταρ­χου δεν είναι η αρχική ρήτρα του Λυκούργου. Πιστεύω ότι είναι μία αναθεωρημένη νομική ρύθ­μιση, η οποία μάλιστα έχει κα­ταργήσει και την λεγόμενη τρί­τη τάξη, που αποτελούσε βασι­κό συστατικό της «Λακεδαιμο­νίων Πολιτείας». Διότι οι Λακε­δαιμόνιοι είναι πάντοτε χωρι­σμένοι στα τρία, σε όλες τις εκ­φάνσεις τους, θεολογικώς και ιστορικώς, αλλά και φυλετικώς και πολιτειακώς.
Εννοείτε τους «όμοιους»;
Οι όμοιοι είναι ένα μέρος της τριπλής διαίρεσης της πολιτείας και της κοινωνίας της Σπάρτης. Είναι ιστορικώς μαρτυρημένο ότι
το 550 π.Χ. υπάρχει μία με­γάλη στροφή στην ιστορία της Σπάρτης. Εγώ θα έλεγα ότι αυτή μοιάζει λίγο με την πολιτιστική επανάσταση που έκανε ο Μάο στην Κίνα, τουλάχιστον ως προς τις εκδηλώσεις της, διότι μετά όλοι οι πολίτες κυκλοφορούν με μία ενιαία στολή, όπως οι Κι­νέζοι.
Τι έγινε τότε;
Όλοι οι δη­μιουργοί της Σπάρτης, καλλιτέ­χνες, λογοτέχνες, κ.λπ., εξε­διώχθησαν από τη Σπάρτη βι­αίως και πήγαν στην Κάτω Ιτα­λία.
Έχουμε μαρτυρία για αυτό;
- Βέβαια. Από αττικούς συγ­γραφείς, γιατί, όπως είπαμε, η Σπάρτη δεν είχε δικό της ιστο­ρικό. Αλλά είναι μαρτυρημένο επίσης και από τα αρχαιολογικά δεδομένα, διότι όλος αυτός ο κό­σμος της δημιουργίας και της τέ­χνης, που έφυγε από τη Σπάρ­τη πήγε στον Τάραντα και βοή­θησε στην άνοδο του εμπορικού, οικονομικού και πολιτιστικού επιπέδου της πόλης αυτής. Από τότε αρχίζει στον Τάραντα μία άνθηση πρωτοφανής, που εκ­δηλώνεται με τις περίφημες επι­τύμβιες στήλες και με άλλα έργα τέχνης. Άρα η Σπάρτη το 550 κατήργησε αυτή την πόλη που ανθούσε και περιορίστηκε μόνο στην εξουσία, η οποία ήταν ου­σιαστικά οι δύο βασιλείς και οι εί­κοσι οκτώ γέροντες, και στους «ομοίους», άρα λείπει το τρίτο σκέλος. Η ρήτρα λοιπόν του Λυκούργου δεν αναφέρεται στο τρίτο σκέλος, γι' αυτό πιστεύω ότι δεν είναι αυθεντική.

Πού οφείλεται η κατρακύλα της Σπάρτης;

Κατ' εμέ, η προϊούσα εξαθλίω­ση της Σπάρτης οφείλεται στο γεγονός ότι και η ισοπολιτεία καταργήθηκε από τη στιγμή που καταργήθηκε η ασφαλιστική δι­κλείδα για τη λειτουργία της δημοκρατίας που ήταν η κτήση γης ώστε να μπορεί κανείς να επαρκεί στη συνεισφορά στα συσσίτια και το αμεταβίβαστο, το αναπαλλοτρίωτο της περι­ουσίας. Όταν λοιπόν με τη ρή­τρα που επετράπη να απαλλο­τριώνεται η περιουσία ή και να εκχωρείται έναντι χρεών κ.λπ., με τον ατομικό κλήρο, οι περισσό­τεροι Σπαρτιάτες έχασαν την περιουσία τους και έτσι μειώθη­κε δραματικά ο αριθμός των πο­λιτών.
Υπήρχε νόμος που έλεγε ότι αν κάποιος είχε τέσσερα αγόρια γλίτωνε κάθε στρατιωτική υποχρέωση, αν είχε τρία αγόρια γλί­τωνε εν μέρει, δεν πήγαινε δη­λαδή στην εκστρατεία αλλά είχε όμως υποχρεώσεις στο εσωτερι­κό. Αλλά από τη στιγμή που προσπαθούσαν να κάνουν τρία και τέσσερα αγόρια, η περιουσία μοιραζόταν.
Βέβαια.
Και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μοιράζεται η γη, να μικραίνει και έτσι δεν έφτανε να έχει τόσο καρπό ώστε να πάρει μέρος στα συσσίτια. Αυτά τα λέει ο Αρι­στοτέλης.
Ναι, αν και δεν του έχω από­λυτη εμπιστοσύνη. Θα ήταν εκ μέρους του Λυκούργου ασύνετο να πει το εξής: Μοιράζω τη γη σε 9.000 κλήρους - τόσοι πολίτες αναφέρονται την εποχή των Μηδικών πολέμων και μετά αδιαφορώ.
Στην Πελλάνα, στη Λακωνία, στην Αρκαδία, ο Θεόδωρος Σπυρόπουλος έβαλε τη σφραγίδα του, ο Έλλην έκανε το καθήκον του. Έδωσε συνεντεύξεις, ξεσή­κωσε κόσμο, έμαθε όλη η οικουμένη την ξεφτίλα.


Κι εγώ. Ώρες - ώρες σκέφτομαι να πάρω ένα φτιάρι. Μόνος μου. Και να κατηφορίσω στον τάφο του Μενέλαου... Να τον απελευθε­ρώσω από αυτό το γελοίο γαρμπίλι...

Το χρέος στην Ελλάδα των «διαφόρων Ελγιν»



ΕΘΝΟΣ Σάββατο 20 Ιουνίου 2009

Επιστολες

Ο Ιγνάτιος Αξιώτης, από την Αγία Παρασκευή Αττικής, γράφει για τους διάφορους Ελγιν:
«Με αφορμή τα εγκαίνια του Νέου ΑρχαιολογικούΜουσείου της Ακρόπολης και την άρνηση του Βρετανικού Αρχαιολογικού Μουσείου να επιστρέψει τα Ελγίνεια Μάρμαρα" θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι πολ­λοί Ελγιν έχουν περάσει από την Ελλάδα και πολύ νεότερες αρπαγές και καταστροφές αρχαιολογικώνΚαι βυζαντινών θησαυρώνέχουν συντελεστεί. Αυτά τα θλιβερά γεγονότα και τους υπεύθυνους 0 ελληνικόςλαός τους αγνοεί και οι κατα καιρους υπουργοί Πολιτισμού και ΥΠΕΞ δεν διεκδίκησαν σθεναρά ή καθόλου από τις ξένες κυβερ­νήσεις και συγκεκριμένα:
Οι Βούλγαροι δεν πρέπει να επιστρέψουν τα ιερά κειμήλια που έκλεψαν το 1917 και κατά τα μαύρα χρόνια της τριπλής Γερμανο-Ιταλο-Βουλγαρικής Κατοχής (1941-1944), όταν η Ανατολική Μακεδονία είχε παραχωρηθεί από τους Γερμανούς κατακτητές στους συμμάχους τους Βουλγάρους; Λεηλάτησαν και πυρπόλησαν την 1.500 ετών Μονή Εικοσιφοίνισσας στο Παγγαίο όρος στη Δρά­μα και τη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών. Δεν θα ε­πιστρέψουν τα 870 σπάνια και πολύτιμα βιβλία καθώς επίσης ταάλλα κειμήλια (εικόνες, ιερά σκεύη, άμφια κ.λπ.); Δεκαοκτώ μουλάρια φόρτωσαν οι Βούλγαροι και τα με­τέφεραν στη Σόφια Το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται σή­μερα στο κέντρο Σλαβο-βυζαντινών Σπουδών "Ιvan Dujcev" στη Σόφια. Πότε θα επιστρέψουν το Ευαγγέλιο των "Εννέα Οκάδων", που έγραψε ιδιόχειρα ο αυτοκρά­τορας του Βυζαντίου Ιωάννης Καντακουζηνός; Η συν­θήκη του Νείγί προέβλεπε την επιστροφή των κλοπιμαίων.
Κατά τη Γερμανο-Ιταλο-Βουλγαρική Κατοχή 1941 -1944:
1) Οι Γερμανοί λεηλάτησαν 87 αρχαιολογικούς χώρους,οι Ιταλοί 39 και οι Βούλγαροι 3. Επιπλέον διενεργήθηκαν26 αυθαίρετες λαθρανασκαφές, με αρπαγή αρχαιολογικών θησαυρών. Ενδεικτικά αναφέρονται κλοπές από Μουσείο Ελευσίνας, Μουσείο Θηβών (διάρρηξη και κλοπή 29 Απριλίου 1941), Μουσείο Κεραμεικού, Κο­ρωπί, Κερατέα, Σούνιο, Αίγινα (Αύγουστο και Σεπτέμ­βριο 1941 ο Γερμανός αρχαιολόγος Βάλτερ γέμισε 4κιβώτια Αρχαία τα οποία βγήκαν στο εξωτερικό), Μέ­γαρα, Λιβαδειά, Ευπάλιο, Γαλαξίδι, Τανάγρα, Χαιρώ­νεια, Δελφοί, Χαλκίδα, Ερέτρια, Κόρινθος, Αργός, Κύ­θηρα, Θέρμος, Ν. Αγχίαλος, Θεσσαλονίκη, Ποτίδαια,Βαθύ Σάμου, Μουσείο Τηγανιού, Μήλος, Καστέλι Κισσάμου, Κνωσός, Γόρτυνα, Φαιστός. Λαθρανασκαφές:Μήλος, Χαλκίδα, Κωπάίδα, Τιθορέα, Λακωνία, Ν. Αγχίαλος, Μαγνησία, Λάρισα, Βόλος, Θεσσαλονίκη, Βεργί­να (4-6 τάφοι), Κρήτη (Κνωσός), Πύθιος Γόρτυνας.
Ιταλοί: Στη Δήλο στις 6 Σεπτεμβρίου 1941 ο στρατιωτικός διοικητής Κυκλάδων Τζοβάνι Δούκα με έξι α­ξιωματικούς και στρατιώτες λεηλάτησαν το Μουσείο. Από την Υδρα αφήρεσαν τα κανόνια του Μιαούλη.
Βούλγαροι: ΛεηλασίαΣυλλογής Μουσείου Κομοτηνής και Μαρώνειας. Επίσης Μουσείο Καβάλας, Θάσου και Σαμοθράκης...».

Έτοιμοι για απόβαση στην Ελλάδα 1.000.000 λαθρομετανάστες






ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ


Η ΣΦΗΝΑ 19.06.2009



ΟΛΟΚΛΗΡΕΣ ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ, ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΙΔΙΝΙΟΥ ΧΡΗΣΙΜΕΥΟΥΝ ΩΣ ΤΟΠΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΤΑΛΑΙΠΩΡΗΜΕΝΩΝ


Κωνσταντινούπολη: Ν. Χειλαδάκης


Συγκλονιοτικά στοιχεία για το τεράστιο πρόβλημα των λαθρομεταναστών φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα η «Σφήνα». Όπως αποκαλύπτει ο ανταποκριτής μας στην Κωνσταντινούπολη Νίκος Χειλαδάκης, ένα εκατομμύριο λαθρομετανάστες είναι ήδη συγκεντρωμένοι στα δυτικά παράλια, περιμένοντας να έρθει η σειρά τους για να περάσουν στις ελληνικές ακτές!

Τα εκπληκτικά αυτά στοιχεία τα έχει συγκεντρώσει το Εμπορικό Επιμελητήριο της Κωνσταντι­νούπολης σε μια μακροσεκλή του έκθεση, μετά από μεγάλη έρευνα που έκανε για το πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης. Το «ΙΤΟ» τονίζει στη έκθεση του πως κάθε χρόνο εισέρχονται στην Τουρκία περί τις 300.000 λαθρο­μετανάστες, προερχόμενοι από τα ανατολικά και νοτιοανατολικά σύνορα της χώρας και στη συνέ­χεια μεταφέρονται από την περιβόητη τουρκική μαφία στα κέντρα συγκέντρωσης που είναι στα δυτικά παράλια και στις μεγάλες πόλεις της Σμύρνης, Κωνσταντινούπολης, Αδριανούπολης και και Αϊδινίου για να προωθηθούν στην Ελλάδα.



Τόπος συγκέντρωσης


Σύμφωνα με πληροφορίες της «Σ», ολόκληρες συνοικίες της Κωνσταντινούπολης χρησιμεύουν σαν τόπος συγκέντρωσης χιλιά­δων λαθρομεταναστών, τους οποίους κυριολεκτικά στοιβά­ζει η τουρκική μαφία κάτω από άθλιες συνθήκες μέχρι να έρθει η σειρά τους να προωθηθούν προς τα δυτικά.
Γνωστές συνοικίες που βρίσκονται στην ευρωπαϊκή ακτή της Κωνσταντινούπολης, όπως το Μπακίρκιοϊ, Γκαζιοσμάν Πασά, Εγιούπ, Μπαϊραμπασά, Μπαγ-τζιλάρ, ακόμα και κεντρικότε­ρες όπως Μπεΐογλου, Σισλί, και Φατίχ, συχνά γίνονται το επίκεντρο επιχειρήσεων της τουρκικής Ασφάλειας, η οποία υποτίθεται πως προσπαθεί να βάλει κάποια τάξη στο φαινόμενο της συγκέντρωσης λαθρομεταναστών, χωρίς φυσι­κά ουσιαστικά αποτελέσματα.
Αλλά και στη Σμύρνη, που βρίσκεται ένα βήμα από τα ελληνικά νησιά, η εικόνα είναι η ίδια και ακόμα χειρότερη. Γνωστές περιοχές της Σμύρνης, όπως το Αλιαγά και η Ούρλα, και δυτικότερα το γνωστό λιμάνι του Τσεσμέ, είναι τόπος συγκέντρωσης χιλιάδων λαθρομεταναστών που ετοιμά­ζονται να προωθηθούν στην ελληνική επικράτεια. Επίσης μεγάλη βάση συγκέντρωσης είναι η πόλη του Αϊδινίου, νοτιοανατολικά της Σμύρνης, η περιοχή γύρω από τη Μούγλα που βρίσκεται απέ
ναντι από τα Δωδεκάνησα και το γνωστό μας Αϊβαλί, όπου επίσης η τουρκική μαφία συγκεντρώνει λαθρομετανάστες και τους προωθεί συχνά με λαστιχιένες βάρκες στα ελληνικά νησιά. Επίσης, βάση συγκέντρωσης λαθρομεταναστών είναι και το λιμά­νι του Τσανάκ Καλέ, στην αρχή του Ελλησπόντου ,και βορειότερα, στην ανατολική Θράκη, η Αδριανούπολη, που τα τελευταία χρόνια έχει κατακλυ
στεί επίσης από χιλιάδες λαθρομετανάστες όπως επίσης και το Ουζούν Κιοπρού, ένα βήμα πριν από τα ελληνικά σύνορα στους κήπους του 'Εβρου.
Η τουρκική μαφία δουλεμπορίας που δρά στην περιοχή του Αιγαίου είναι αυτή που επωφελείται και αποκομίζει τεράστια κέρδη από την όλη υπόθέση. Ο συνολικός τζίρος της διακίνησης
των λαθρομεταναστών ανέρχεται σε πολλά εκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Σύμφωνα με τον ορθο­γράφο της «Χουριέτ», Εζγκί Μπασαράν, η συνηθι­σμένη ταρίφα για να περάσουν οι λαθρομετανά­στες από την Τουρκία στην ελληνική επικράτεια είναι 2.000-4.000 ευρώ το άτομο. Φυσικά πολύ μεγαλύτερα είναι τα ποσά για όσους θέλουν να φύγουν με αεροπλάνο! Αυτοί οι λαθρομετανάστες «πολυτελείας» πληρώνουν μέχρι και 5.000 στερλί­νες για να πάνε κατ' ευθείαν στο Λονδίνο.



Διεθνές κέντρο η Πόλη


Σύμφωνα με παλαιότερη ανταπόκριση από την Κωνσταντινούπολη, του Ρότζερ Κοέν της αμερικανική εφημερίδας «Νιού Γιόρκ Τάιμς», καθώς και της χέραλντ Τρίμπιουν, η Πόλη έχει γίνει το μεγαλύτε­ρο διεθνές κέντρο συγκέντρωσης λαθρομετανα­στών που περιμένουν τις... απαραίτητες διαδικα­σίες από την τουρκική μαφία για να περάσουν οι περισσότεροι από αυτούς στην Ελλάδα και στη συνέχεια σε χώρες της Ευρώπης.
Οι άνθρωποι αυτοί μεταφέρονται κυρίως από τα ανατολικά σύνορα της Τουρκίας, κάτω από άθλιες συνθήκες. Στη συνέχεια στοιβάζονται σε οικτρή κατάσταση κατά εκατοντάδες σε σπίτια της Κωνσταντινούπολης που έχει νοικιάσει η τουρκική μαφία, περιμένοντας το «μαγικό διαβατήριο» που μπορεί να το αγοράσουν από τους Τούρκους μαφιόζους για να μπορέσουν να φύγουν προς τη Δύση.
Ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα συγκέντρωσης λαθρομεταναστών στα σύνορα Τουρκίας και Ιράν
είναι η πόλη Βαν, όπου συγκεντρώνεται για να προωθηθεί ο μεγαλύτερος όγκος κυρίως στην Κων­σταντινούπολη, σαν πρώτο σταθμό, και στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας για να φύγουν μέσω των ναυλωμένων πλοιαρίων της τουρκικής μαφίας στα ελληνικά νησιά.
Το κύκλωμα αυτό, που σύμφωνα με τη «Χουριέτ» αποφέρει κατ' έτος εκατομμύρια δολάρια στην τουρκική παραοικονομία και στην τουρκική μαφία, δημιουργήθηκε το 1979, όταν οι πρώτοι τότε λαθρομετανάστες άρχισαν να συγκεντρώνονται από την τουρκική μαφία. Στη συνέχεια, μετά το 1990 και ιδίως μετά το 2000, έχουμε μια αφάντα­στη έκρηξη του φαινόμενου, το οποίο, ενώ πλη­ρώνεται αδρά η τουρκική μαφία, το πληρώνει με όλες τις συνέπειες του η Ελλάδα.




Πέφτει το γνωστό «μπαξίσι»


Από τα ανατολικά σύνορα, διά μέσω κυρίως διαφόρων εταιρειών μετακίνησης που χρησιμοποιούν μεγάλα φορτηγά, οι λαθρομετανάστες μετα­φέρονται προς τα δυτικά.
Είναι πολλές οι περιπτώσεις που σε διαφόρους υποτιθέμενους ελέγχους που γίνονται από την τουρκική στρατοχωροφυλακή πέφτει το γνωστό «μπα­ξίσι» και τα παράνομα αυτά φορτία ανθρώπινων ψυχών συνεχίζουν ανενόχλητα το ταξίδι τους. Άλλω­στε, δεν είναι λίγες οι καταγγελίες που έχουν γίνει για το ότι οι ίδιες οι τουρκικές αρχές εκμεταλ­λεύονται το φαινόμενο της λαθρομετανάστευσης για να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη.


Σε κέντρο λαθρεμπορίου ναρκωτικών και διακίνησης προς τη τη χώρα μας το Τσεσμέ



Ένα από τα πολλά δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου, του πρακτορείου ειδήσεων Cihan, που αναφέρει το λιμάνι του Τσεσμέ σαν κέντρο διακίνησης, λαθρομεταναστών και ναρκωτικών.



Το πολύ γνωστό στους Έλληνες Μικρασιάτες λιμάνι του Τσεσμέ {απέναντι από τη Χίο), που μέχρι το 1922 ήταν μια καθαρά ελληνική πόλη, σήμερα, εκτός του ότι είναι ένα από μεγαλύτερα κέντρα διακίνησης λαθρο­μεταναστών προς την Ελλάδα, έχει και ένα άλλο θλι­βερό πρωτείο, σύμφωνα με στοιχεία του ίδιου του τουρκικού Τύπου: Το Τσεσμέ σήμερα είναι το νέο μεγά­λο κέντρο λαθρεμπορίου ναρκωτικών από την Τουρ­κία προς την ελληνική επικράτεια. Τα τελευταία χρό­νια η παραγωγή και η διακίνηση των ναρκωτικών από την Τουρκία έχει παρουσιάσει τρομακτική αύξηση. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτουν οι ίδιες οι τουρ­κικές αρχές, τα τελευταία δέκα χρόνια η διακίνηση της μαριχουάνας παρουσίασε αύξηση 186,8%, της ηρωίνης 616%, της κοκαΐνης 39.534 %, του χασίς
382%. Οι Τούρκοι αναφέρουν ότι οι κυριότερες δίοδοι αυτού του παράνομου φορτίου, το οποίο σε μεγά­λες ποσότητες μεταφέρεται από τα ενδότερα της Ασίας, είναι από την πόλη Αρτβίν προς τα τουρκικά λιμάνια της Σμύρνης, της Κωνσταντινούπολης και της Αττάλειας. Μεγάλα κέντρα συγκέντρωσης και επεξεργα­σίας είναι οι πόλεις των Αδάνων, της Άγκυρας και της Προύσας. Ιδιαίτερα το λιμάνι του Ιτσέλ, (Μερσίνας) είναι ένα από τα κέντρα όπου συγκεντρώνονται μεγά­λες ποσότητες για μεταφορά προς τα δυτικά.



Η μαφία των ναρκωτικών


Τελευταία έχουν πυκνώσει οι αναφορές που επισημαίνουν τη μεγάλη δραστηριότητα που παρατηρεί­ται στον τομέα των ναρκωτικών στο ιστορικό λιμάνι έξω από τη Σμύρνη και απέναντι από το ελληνικό νησί της Χίου. Όπως έγινε γνωστό, στο λιμάνι του Τσεσμέ οργιάζει η μαφία των ναρκωτικών, αλλά και τα κρούσματα των ναρκομανών έχουν αυξηθεί με ιλιγγιώδεις ρυθμούς τον τελευταίο καιρό. Μόνο πέρσι συνελή­φθησαν με την κατηγορία της διακίνησης ναρκωτικών στο λιμάνι του Τσεσμέ 6.121 άτομα, ενώ αλλά 3.069 συνελήφθησαν με την κατηγορία της χρήσης ναρκω­τικών. Η επιλογή του λιμανιού του Τσεσμέ τα τελευ­ταία χρόνια από κυκλώματα της τουρκικής μαφίας σαν κέντρο διακίνησης ναρκωτικών έγινε, όπως αναφέρει ο τουρκικός Τύπος, για πολλούς λόγους, ο κυριότερος όμως είναι πως έχει άμεση πρόσβαση στα ελλη­νικά νησιά, αλλά και τα διεθνή ύδατα της Μεσογείου, γεγονός που διευκολύνει το λαθρεμπόριο, ενώ μαζί και με το λιμάνι του Ιτσέλ, δηλαδή της Μερσίνας, στη Μεσόγειο απέναντι από την Κύπρο, κρατάει πλέον τα σκήπτρα το τουρκικό μαφιόζικο κύκλωμα.


Άλλο ένα δημοσίευμα του τουρκικού Τύπου, της τουρκικής εφημερίδας «Μιλιέτ», αναφέρει επίσης για το λιμά­νι του Τσεσμέ και την τουρκική μαφία.

Friday, June 19, 2009

ΟΙ ΘΕΟΙ ΔΕΝ ΕΦΥΓΑΝ ΠΟΤΕ!


ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ.

Αgitacia propaganda


ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
ΚΑΙ ΣΤΟ:

ΤΟΥΡΚΕΨΑΝ ΚΑΙ ΠΛΟΙΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΦΩΚΑΕΩΝ


ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ

Η τεχνική τής εκδοράς ανθρώπων


Στό μεταξύ ή τεχνική τής εκδοράς ανθρώπων τελειοποιείται στό έπα­κρο άπό τους δήμιους του Άλή πασα. Ό Αγγλος περιηγητής είδε στά Γιάννενα τόν χώρο τών βασανιστηρίων, στην πλατεία του φρουραρχείου. Εκεί γίνονταν θηριώδεις δημόσιες εκτελέσεις, παλουκώματα καί εκδορές. «Εγδερναν τό κεφάλι καί άφηναν τό δέρμα νά πέσει στό λαιμό αφήνοντας τόν νεαρό Έλληνα. Αφού τόν έγδυσαν, αφήνοντας τον μόνο μέ τό σώβρα­κο, τού έδεσαν χέρια και πόδια καί τόν ανύψωσαν, τραβώντας τά σκοινιά της τροχαλίας, δύο μέτρα πάνω άπό τή βάση του ίκριώματος». Κι' ένώ ό μελλοθάνατος αντίκριζε μετέωρος τά σύνεργα του μαρτυρίου έγιναν οί ύστατες προσπάθειες γιά νά μεταπεισθεί. Στάθηκε αδύνατο. Εξαγριωμένο τό πλήθος των μουσουλμάνων κραύγαζε: «Ρίχτε τον στους γάντζους!». Τότε δύο δήμιοι πού στέκονταν στό ικρίωμα ανέβασαν μέ τόν μακαρά τόν μελ­λοθάνατο μιά πήχη ψηλότερα κι' άφησαν νά πέσει τό σώμα του πάνω στά τσιγκέλια. «Ό νέος έζησε καρφωμένος στους γάντζους τρεις μέρες. Φώναζε πώς διψάει καί εκλιπαρούσε νά του δώσουν λίγο νερό. Κανένας, όμως, δέν τόλμησε. Τήν τρίτη μέρα συγκινήθηκε κάποιος καί τόν πυροβόλησε στό κεφάλι»111.
Γιά μαρτυρικές εκτελέσεις στους γάντζους γράφει καί ό Άγγλος CHARLES Thomson πού περιηγήθηκε τόν ελληνικό χώρο τό 1730. Ό δήμιος ανε­βάζει ψηλά μέ μακαρά τόν κατάδικο δεμένο πισθάγκωνα κι' αφήνει απότο­μα τό σκοινί. Τό σώμα πέφτει μέ ορμή πάνω στά τσιγκέλια. Αν καρφωνό­ταν στην κοιλιά, ό θάνατος ερχόταν γρήγορα αλλιώς έμενε κρεμασμένος στους γάντζους τρεις μέρες καί βασανιζόταν φριχτά. Τά ικριώματα μέ τά τσιγκέλια βρίσκονταν κοντά στις πύλες τών κάστρων γιά νά παρακολουθεί τό πλήθος πού μπαινοβγαίνει καί νά παγώνει από τήν τρομάρα112.
Ό Γάλλος Guer, στό έργο του «"Ηθη καί έθιμα τών Τούρκων» (1747) γράφει πώς οί σιδερένιοι γάντζοι ήταν στερεωμένοι στή μέση περίπου ενός ψηλού τοίχου. Οί δήμιοι ανέβαζαν τό θύμα στην κορυφή του τοίχου καί τό γκρέμιζαν πάνω στά τσιγκέλια. Εκεί έμενε καρφωμένο καί βασανιζόταν τέσσερες ως πέντε μέρες113.
Τά τσιγκέλια ήταν από τά κυριότερα όργανα βασανισμού στά Γιάννενα του Άλήπασα. Μιά συνοικία μάλιστα ονομαζόταν Τσεγκέλια επειδή εκεί ρίχνονταν οί μελλοθάνατοι στους γάντζους. Ή μέθοδος όμως τών βασανι­στικών θανατώσεων ήταν διαφορετική. Υπήρχε, γράφει ό Λαμπρίδης, ένα ικρίωμα «έφ' ού ήσαν έμπεπηγμένα κατά ζεύγη τά λεγόμενα τσεγκέλια, ήτοι περόναι τετράπλευροι καί αίχμηραί ήμίσεος μέτρου μήκος έχουσαι. Έπί τών περονών τούτων έξηπλούντο οί κατάδικοι γυμνοί τά δέ σώματα αυτών, πιεζόμενα υπό του δημίου, διετρυπούντο»114.
Στά τσιγκέλια βρήκε πολυώδυνο θάνατο καί ό Βορειοηπειρώτης αντάρτης Γρηγόρης Ντοτάνης πού βγήκε στό βουνό λίγο μετά τήν εξόντωση του Άλτί αφού σκότωσε τόν τυραννίσκο τής περιοχής του, Μανόκ άγά. Όταν έπεσε στά χέρια τής οθωμανικής εξουσίας βρήκε φριχτό θάνατο. «Του δεσαν τάς χείρας και τους πόδας καί αμέσως τόν εκρέμασαν είς τά άγκιρα (χσεγκέλια) από τάς μασχάλας. Τόν άφησαν ούτω αίωρούμενον έπί τινας ώρας ό Ντοτάνης δέν έπαυσε νά τους υβρίζει ώς άνανδρους καί απί­στους έξευτελίζων τόσον τόν Διοικητήν όσον καί τους βέηδες καί αγάδες. Διά νά μήν άκούουν τάς ύβρεις του τόν έπότισαν δηλητήριον καί ούτω έν μέσω φρικτών άλγηδόνων απέθανεν ό Γρηγόριος Ντοτάνης»115.
Περίπτωση μαρτυρικού θανάτου στους γάντζους αναφέρει καί ό αγωνι­στής Κασομούλης στά Ενθυμήματα του. Ένας προσκυνημένος κλεφτοκαπετάνιος, ό Γιαννάκης Βουκουβάλας, πού συμπολεμούσε μέ τά στρατεύμα­τα του Κιουταχή τό 1827, είχε μυστική επικοινωνία μέ τόν Καραϊσκάκη. Ανακαλύφθηκε και «ετέθη εις τά τζεγκέλια (κλούτζους) οπού έδωσεν τέ­λος»116· Στό στρατόπεδο του Κιουταχή, στά Πατήσια, υπήρχαν κατά τήν πολιορκία τής Αθήνας (1826 - 1827) όλα τά εργαλεία βασανισμού. Ανά­μεσα τους και τσιγκέλια. Ό Κύπριος αγωνιστής Ιωάννης Σταυριανού πού αίχμαλωτίσθηκε τό 1827, κατά τήν καταστροφική ελληνική επιχείρηση γιά τήν απελευθέρωση τής Αθήνας, είδε τόν μαρτυρικό θάνατο στους γάν­τζους τοϋ αιχμάλωτου αξιωματικού του Τακτικού Σιναΐτη. «Τόν παίρνουν από τήν φυλακή καί τόν βάνουν είς τά τζιγκέλια καί μένει ζών 7 ημέρας, καί επικαλεσθείς τήν εύσπλαγχνίαν τών ατίθασων Τούρκων ό Προύσαλης (ό Κιουταχής) διέταξεν έναν ανθρωπόν του καί μεταβάς τόν έδωσεν μίαν πιστολιά εις τό κεφάλι καί τό κατασυνέτριψεν καί ούτω απέθανε ύποστάς του Χρίστου τά Πάθη»117. Ό αυτόπτης αγωνιστής περιγράφει στό απο­μνημόνευμα του τό αποτρόπαιο αυτό όργανο μαρτυρικού θανάτου. «Ακούω φωνήν λυπηράν καί σχεδόν γνωστήν μου, λέγων, «Έλεος». Στρέφω τους οφθαλμούς καί τί βλέπω. Τόν Σιναΐτην ύψωμένον έπί ενός αναστήματος (δηλ. σέ ύψος αναστήματος ανθρώπου) είς δίποδον (ή συσκευή είχε δύο υποδοχές) έχων δύο λόγχας διαπερασμένος ή μία άπό τήν μιαν είς τήν άλλην αμασχάλην και άλλη άπό ένα μηρόν είς τόν άλλον»118.

Edward Albee’s The Goat or Who is Sylvia?

Martin is in love with a goat. The goat. Or, ‘Sylvia’, as he has named her. They met in a, err, paddock, and Martin fell in love with her soul. Martin is choosing to risk his wealth, fame and ‘happy family’ for the love of Sylvia.

ΑΝ ΝΟΜΙΖΑΤΕ ΟΤΙ ΤΑ ΕΧΕΤΕ ΔΕΙ ΟΛΑ ΚΑΝΑΤΕ ΛΑΘΟΣ.
ΤΩΡΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΕΚΘΕΙΑΖΟΥΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΤΗΝΟΒΑΣΙΑ

Αποφύγετε τα κέντρα Οικογενειακού Προγραμματισμού και συμβουλευτείτε έναν "πνευματικό".

ΑΝ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΕΝΗΜΕΡΩΘΕΙΤΕ "ΣΩΣΤΑ".
ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΤΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΣΑΣ. ΤΟ ΖΗΤΑ Ο ΚΑΛΟΣ ΘΕΟΥΛΗΣ.

ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ

Saturday, June 13, 2009

Η μέρα είναι βροχερή ΕΝΑ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ


Η μέρα είναι βροχερή

Η μέρα είναι βροχερή
Και σιγοψιχαλίζει
Κι απ΄ την απέναντι γωνιά
Το καπηλειό φωτίζει

Κι ένας απένταρος μπεκρής
Εξω απ το ταβερνάκι
Συλλογισμένος κάθεται
Στο χαμηλό πορτάκι

Θέλει κι αυτός μέσα να μπεί
Ν΄ αρχίσει για να πίνει,
Μα είναι φτωχό το μαγαζί
Και βερεσέ δεν δίνει.



ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Ομβρώδης η ημέρα εστί
Ηρέμα τε ψακάζει,
Το καπηλείον δ΄ εκ μυχού
Του άντικρυς αυγάζει.

Οινόφλυξ τις δ΄ ανάργυρος
Έξω του καπηλείου
Κάθηται σύννους έμπροσθεν
Του χθαμαλού θυρίου.

Βούλεται γ΄ εισελθείν καυτός
- οινοποσίας δείται -
το καπηλείον δ΄ όν πτωχόν
πίστωμα ου ποιείται.

Ηλίας Δ. Κουρτεσίδης

ΚΥΡ. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ: ΜΩΑΜΕΘΑΝΟΙ ΕΚΔΟΡΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ


Τήν έκδορική τέχνη πάνω σέ ανθρώπινα σώματα θά συνεχίζουν κατά τόν ΙΕ' αίώνα στή Γαλλία οί διαβόητοι (γδάρτες), συμμορίες ληστών πού κατατυράννησαν τήν ύπαιθρο μέ τις κακουργίες τους. Άλλα ισάξιοι εκδορείς ανθρώπων αποδείχτηκαν καί οί Μωαμεθανοί στην Ανα­τολή. Αυτό τό πολυώδυνο τέλος, τό μαρτύριο τής εκδοράς είχαν υποστεί τό 1470 στή Χαλκίδα οί στρατιώτες τής ενετικής φρουράς πού αντιστάθηκαν στον Μωάμεθ Β' τόν Πορθητή 83. Τό ίδιο καί ό μητροπολίτης Λαρίσης -Τρίκκης Διονύσιος Β', ό επονομαζόμενος Φιλόσοφος ή Σκυλόσοφος, τό 1611, ύστερα άπό τήν αποτυχία του ένοπλου επαναστατικού κινήματος τής άγροτιάς καί τή σύλληψη του άπό τόν Όσμάν πασά. Άφού τόν έγδαραν ειδικευμένοι δήμιοι σέ μιά πλατεία τών Ιωαννίνων, μπροστά στό πλήθος, παραγέμισαν τό δέρμα του μέ άχυρα καί τό διαπόμπευσαν στους δρόμους ντυμένο μέ τά αρχιερατικά άμφια υπό τους ήχους μουσικών οργάνων 84.
Τό μαρτύριο του δεσπότη απαθανάτισε ένα ηπειρώτικο δημοτικό τρα­γούδι πού αναθεματίζει τους πρωτεργάτες του ξεσηκωμού:

Δεσπότη μου, τί σήκωσες τόν κόσμο στό σεφέρι καί ρήμαζαν τά Γιάννενα καί ρήμαξεν ό τόπος;
Δεν έχ' ή μάνα πιά παιδιά καί τά παιδιά γονέους Κ' εσένα τό τομάρι σου τό στείλανε στην Πόλη νά τρώνε οί κότες πίτουρα, νά νταβουλάν οί γύφτοι γιά νά ξυπνάει ή τουρκιά, νά κάνει ραμαζάνι. 85


Ενάμισι αιώνα αργότερα, τό 1772, στην Κρήτη, κατά τήν εξέγερση τών Σφακιανών, θά υποστεί τό βασανιστήριο τής εκδοράς ό αρχηγός τών επα­ναστατών Ιωάννης Δασκαλάκης, ό επιλεγόμενος Δασκαλογιάννης. Γιά τόν μαρτυρικό θάνατο του Δασκαλογιάννη μιλάει ένα κρητικό δημοτικό τρα­γούδι:


Πιάνουν καί κατεβάζουν τον κάτω εις τό τιμπρούκι86 καί πιάνουν καί του γδέρνουνε τό χειλομάγουλό του κι' ένα γυαλί του δώκανε νά δει τό πρόσωπο του κι' άπής καί άπογδάρανε καί τή δεξιά του χέρα όπότες έτουρκέψανε τή μιά του θυγατέρα κι' άπής καί άπογδάρανε καί τήν ζερβιά του χέρα έτότες χαζιρεύουνε τήν άλλη θυγατέρα 87.

Friday, June 12, 2009

Ο ΕΓΚΕΛΣ ΑΠΟΚΑΛΕΙ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ "ΝΑΝΟ-ΦΥΛΗ"

The Record of the Red Terror. By S. MELGUNOFF

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ΣΕ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (ΓΚΟΥΛΑΓΚ)


The Record of the Red Terror
By S. MELGUNOFF
A Prominent Russian Historian.


Editor of the Golos Minuvshago (Voice of the Past).
Author of The Red Terror in Russia



KRASNYI TERROR" (the Red Ter­ror) is an official title which has been used more than once by the Communist regime in Russia even in its administrative documents. The declaration of the Red Terror, appearing at that time or at other times during the past decade, was an indication of the ruthless and law­less methods used by the Bolshevist power to settle its accounts with its political ene­mies; it meant, to quote the words of an official document of 1918, "the annihila­tion of the idealists and leaders of the ene­mies of the proletariat." As a principle, the question was somewhat wider in scope. "We are not making war on individuals," wrote Latsis, one of the chief practical cre­ators of this Red Terror; "we are ex­terminating the bourgeoisie, as a class."
The ideologists or theoreticians of Communism, however, showed no logic or con­sistency in justifying the resolution to adopt the system of governmental terrorism. More than once the Communist lead­ers tried subsequently to depict the Red Terror as an inevitable consequence of the excitement of the popular masses due to the attacks made upon the representatives of the Soviet power by the so-called "coun­ter-revolutionaries," the sabotage of the in­telligentsia in the first year following the seizure of power by the Bolsheviki and the armed struggle carried on against them. The Soviet power was forced to resort to the Terror, as it claimed, by pressure of the workers. This was asserted by Dzerzhinsky, the real leader of the Red Terror, in 1922, in a letter handed to the Soviet of People's Commissaries, and which read as follows: "Assuming that the age-old ha­tred of the revolutionary proletariat for their former masters would involuntarily degenerate into a series of unsystematic, bloody episodes * * * I endeavored to carry through a systematization of the punitive apparatus of the revolutionary power." Thus the official Terror was nothing but "the rea­soned and deliberate policy of the chasten­ing hand of the revolutionary proletariat." "Our Terror was necessary," said Kamenev, repeating this same argument. "The Terror was forced on us by the Entente," said Lenin, alluding to "intervention" in
the period of civil war, thus further widen­ing the question, at the seventh meeting of the Soviets in 1919.
The facts, however, always speak for themselves. The plan of the All-Russian Extraordinary Commission, to create the Red Terror was drawn up by Dzerzhinsky on the basis given by Lenin personally (his own letter, handwritten, has been pre­served) on Dec. 7, 1917, that is, before the calling and the dismissal of the Constituent Assembly, when no attacks on the life of the representatives of the Soviet power had yet been made, and when the civil war, in the precise sense of the word, had not yet begun. In February and March, 1918, the Red Terror, officially not declared as such, actually was in operation on the territory covered by the Soviet power. We have the full right to make this assertion, for even in Izvestiya, the official organ of the Gov­ernment (numbers 27, 30), reports of the Cheka (Extraordinary Commission) were published at that time regarding fugitives to the south, who had been caught, arrested and shot on the spot for their intention to join the counter-revolutionary forces, and for "counter-revolutionary agitation." [In my book, The Red Terror in Russia (Dent, London), the facts are presented and dis­cussed, and official documents are cited, irrefutably confirming this statement].
There is no possibility of drawing up even approximate statistics of the execu­tions by shooting in the first months of the Extraordinary Commission's activity and that of its organs. The Government found itself still in a chaotic condition. All Rus­sia was still in the throes of revolution; besides the official organs of the Govern­ment there arose everywhere all kinds of self-elected "revolutionary committees," whose activities were legalized by the Central Government. Moreover, the Govern­ment sometimes directly incited the popula­tion to take the law into its own hands. For instance, Krylenko himself, the Com­mander-in-Chief of the army, one of the leaders subsequently of the administration of Soviet justice and the guardian "of revo­lutionary law" in the Soviet State, on Jan. 22, 1918, declared: "I recommend to the peasants of the Mogilev Guberniya [Admin istrative Department] to take the law into their own hands." I am able categorically to refute the assertion of the official his­torian of the Cheka, Latsis (in his work, Two Years of Struggle on the Inner Front), that in the first six months of existence of the Extraordinary Commission only twenty-two men were shot. How far that is from the truth may be seen from the fact that while I was in Moscow, with op­portunities to obtain only occasional data appearing in print, I had to enter in my card record of bloody statistics some 884 execu­tions by shooting. Latsis intended the esti­mate of twenty executions to show the Government's humanity. "And this," he wrote, "would have continued had it not been for the great wave of conspiracy and unheard of terrorism launched by the counter-revo­lutionary bourgeoisie." But we must keep in view the fact that the first individual terroristic attack on the representatives of the Soviet Government occurred on Aug. 17, 1918, when Uritsky, Chairman of the Petrograd Extraordinary Commission, was killed by the Socialist, Kanegiser. On Aug. 28 followed the celebrated attack on Lenin, made by the Socialist-Revolutionary Kaplan.

Declaration op "Red Terror"


The terroristic acts of August, 1918, called forth from the Bolshevist authorities an official declaration of the so-called Red Terror, which spread all over Russia like a great wave. Wholesale arrests were made of the most diverse classes of the population. Thousands of those arrested were declared hostages and shot. (Statis­tics are given in my book, already cited). The character of the Terror in the days of September is revealed with remarkable clearness by the official statements of at least provincial Extraordinary Commissions, which are marked by their frankness of expression: "For the head and life of one of our leaders, we must cut off the heads of hundreds of the bourgeoisie and their adherents" (City of Torzhok). Such statements could be cited by tens and hun­dreds. The declarations of the press were even more bloodthirsty; the lives of thou­sands of hostages, "tens of thousands of these parasites," were demanded.
The Central Government, as a matter of fact, directed the whole movement. In the name of the "working class," the Mos­cow War Commissary, for example, de­clared (Sept. 3) that "for every drop of Proletariat blood * * * there will be shed a stream of the blood of those who * * * op­pose the Soviets and the proletarian leaders." He spoke of the pitiless mass Terror. Even the Ail-Russian Central Executive Committee at its sitting of Sept. 2 gave "a solemn warning to all slavish followers of the Russian and allied bourgeoisie to the effect that for 'every attack on the active leaders of the Soviet Government all coun­ter-revolutionaries will be held responsi­ble.'" The People's Commissary for the Interior, Petrovsky, sent at one time to all Soviets a telegraphic order "concerning hostages." "Laxness and softness must be immediately brought to an end," he wrote, declaring that "mass execution by shooting should be inexorably dealt out" to these hostages. And the All-Russian Cheka Daily, an organ which was to work out methods of struggle for the Extraordinary Commissions, in its first issue said: "Let us abandon all long, fruitless and futile speeches about the Red Terror. The time has come, not by words but by deeds, to carry on the most pitiless, sternly organ­ized mass terror." Taking into account all such official declarations, it becomes abso­lutely impossible to agree with the Soviet publicist Radek, who wrote in Izvestiya on Sept. 6 that the measures taken by the Government prevented a "mass pogrom of the bourgeoisie." It is necessary to come to exactly the opposite conclusion.




FELIX EDMUNDOVICH DZERZHINSKY Chairman of the Soviet Supreme Economic Council at his death on July 20, 1926, but bet­ter known as the head of the Cheka during the greater part oft the Soviet regime




Pitiless "Settlement op Accounts"


The whole country was covered with a network of "Extraordinary Commissions for the Battle Against Counter-Revolution, Sabotage and Speculation," as they were officially designated. There was no city, no volost (administrative division of the uyezd, or county) in which there did not appear a branch of the All-Russian Extraordinary Commission, which became the nerve centre of the Government. The official or­gan of the Central Committee of the Com­munist Party in Moscow, Pravda, wrote on Oct. 18 that the battle-cry, "The whole power to the Soviets," will be transformed now into "The whole power to the Extraor­dinary Commissions."
The Cheka was declared to be the organ which stood, as it were, "on guard" over the Revolution. It was not an organ of justice, but an organ functioning outside the courts —an organ for the "pitiless settlement of accounts with our enemies." It was to be guided not by the "dead code" of law but only by its "revolutionary experience" and by its "revolutionary conscience." In such a situation everything depended on the personnel of the Extraordinary Com­mission. The punitive apparatus "of the revolutionary power," wrote Dzerzhinsky in the statement quoted, "must represent a crystal-clear organization of people's revo­lutionary judges and prosecutors, invested with extraordinary power." "The collaborators of the Cheka," declared the head of that organization, "were chosen carefully from, the members of the party and con­sisted of individuals devoted to the cause and of an unimpeachable record in the past, for only by acquiring employes of such pre­dominatingly high grade was the Cheka in a position to fulfill the duties * * * imposed upon it." But here inevitably came into play the law of social psychology, or, rather, social pathology. Mass "Jacobin" fanati­cism at least was necessary for the realiza­tion on a wide scale of the right of the revolution to execute its enemies. Every sane psychology was undermined in the bloody atmosphere surrounding the Cheka. The Cheka was bound inevitably to attract to itself all insane and sadistic elements of the community. Only a madman could eulogize the Cheka in verse and find no greater "joy" or better music than "the crackling of broken lives and bones," as was done by one of the Cheka officials in Tiflis (Georgia) in a collection of verse called The Smiles of the Cheka*


Even Latsis had to admit the need of constantly changing the personnel of the Cheka, for "no matter how honest a man may be * * * the work of the Cheka, carried on under conditions inevitably acting on the nervous system and blunting the esthetic sensibilities, makes itself felt," "works degeneratively on many young Com­munists of weak character." Inevitably the activity of the Cheka was bound, on the other hand, to attract all outcast elements, drawn by greed and the possibility of wielding power. The penetration into the Cheka of this jailbird material of "criminal" ele­ments even Krylenko had to admit. At first the conscience of individual Communist workers, not yet accustomed to horrors, was overcome by the Cheka's activity. No won­der that one of the old Bolsheviki, Olyminsky, openly came out on Feb. 3, 1919, with a protest against the drastic acts of the Cheka. He wrote: "We may all have dif­ferent opinions about the Red Terror, but what is going on now in the province is not at all a Red Terror, but a capital crime."
I will not dwell on the picture of the ex­cesses of the Terror, which fill the recordof Russian life at that time. He who wishesto find confirmation in concrete facts mayturn to my book, where hundreds of these facts are given, taken from the most varied sources. Life brought up again before us Russians well-known scenes of the history of the French Revolution of the eighteenth century in the period of the JacobinTerror. We encounter here recorded factsof wholesale drownings on ships, of medieval torture-chambers of the most cynical forms, of wholesale shooting, compared with which the bloody battles recorded byhistory grow pale; of the erotic orgies of local kinglets, small despots, who, supported by their "revolutionary conscience," set themselves up as supreme rulers over the lives and destinies of those arrested andheld as hostages. For in the name of ­attaining revolutionary aims and "their own desires," everything was permitted, as the Krasnyi Mech, the organ of the Ukrainian Extraordinary Commission, declared, repeating Lenin's words.







M. MENZHINSKY Head of the G. P. U., the Political Department of the Soviet Government



Abusers op the Terror The Central Power was essentially powerless to oppose those who may be called the abusers of the Terror. It could not find other agents. Though in individual instances it strove to control such abusers, as a matter of fact in the great majority of cases it was forced to cover these agents with the cloak of its own authority, to pro­tect and justify the activity of the Chekisti (members of the Cheka). "We must all bo agents of the Cheka," declared Bukharin. "The Cheka is the beauty and pride of the Communist Party," said Zinoviev. "The Extraordinary Commission is the best that the Soviet organ can give us," wrote Lat-sis, the Cheka historian, and one of its most zealous leaders as the Chairman of the Central Commission in the Ukraine. While some of the Bolshevist members raised their voice in indignant protest against what was being done under the banner of the "revolutionary conscience," against the transformation of provincial branches into bandit and marauding or­ganizations, according to the expression of the first Bolshevist Commissar of Justice, other authoritative voices spoke in defense of the Cheka. In the same Cheka Weekly, already cited, there was published an at­tack on the charges brought by "soft-bodied," "weak-nerved" intelligentsia, by certain strong-nerved authorities, such as one of the most prominent Chekisti, Peters, Who said: "There is nothing to faint over. * * New people are not used to judicial wisdom.



* * * It is absurd to limit by a judicial framework the activity of the Cheka." In No. 5 of the Weekly in reply to the accusations, there even appeared an ar­ticle which embodied an original argument in defense of the penetration into the Cheka of criminal elements: "It means that we are strong, for rogues are a practical peo­ple who do not go together with the weak." The penetration of these elements into the Cheka organization tended to demoral­ize the Cheka organization all the more, because of the fact that in every respect it transformed itself into a specially privi­leged institution, not only in the fullness of its power but also in the conditions of material existence in which the rank and file of the Chekisti found themselves. It was a kind of government within a gov­ernment. Requisitions, goods and food products went for the needs of the Chekisti. In the days of famine which the population lived through, from 1918 to 1920, the Che­kisti had special rations. Service in the Cheka was often a way of getting rich; it meant the possibility of living well and on a large scale, as the commissions engaged not only in the struggle against counter­revolution, but also against speculation. Hence those innumerable abusers of power above referred to. Wholesale search and arrest furnished the Cheka agents a means of providing themselves with what they needed. Plunder, forgery, bribery mark the history of an institution which was to "stand on guard over the revolution," and to draw to itself Communists devoted to the cause. It is clear that a former circus clown, a former keeper of a house of ill-fame, former criminals with a definitely criminal record who penetrated into the Cheka remained under the Communist toga what they were in reality.


Cheka Cynicism—Terrorism


All the background of the Red Terror was bound to exercise a degenerative influ­ence on the active workers of the Cheka. The destruction of the enemy leads to a view of the utter worthlessness of human life in the eyes of those who conduct such a policy. Death seems too common; it is too easy to pronounce death sentences. Be­fore me lie original protocols of the All-Russian Extraordinary Commission. In reading them one is always surprised by the extreme simplicity of the forms of the "Legal Proceedings." The "revolutionary conscience" allows, for instance, at one ses­sion, consideration of fifty-nine cases, and in twenty-five cases the decree of execution by shooting. In the protocols are contained death sentences over the signature of Latsis himself, without even the date being given when they were issued. It is unnecessary in order to learn the actual activity of the Extraordinary Commission to penetrate into far-off provincial regions, where vari­ous forms of abuse of power could be met with especially often, where the Cheka could absorb more easily elements which we call criminal, for even in the centre of events, when the names of those executed were published in the General Assembly, one is surprised by the ignoring of ques­tions which the human conscience and morale ask those who put into practice the right of the revolution to commit murder. The last names only were published with unusual carelessness; people were shot "by mistake," people of the same name were shot, people without names were shot, with a brief comment: "Counter-revolutionary by conviction," "a counter-revolutionary hard to catch," and so on, or simply, under the circumstances of the Red Terror such and such a number were shot. "We do not need evidence or cross-examinations or sus­picion to justify shooting. We find it use­ful, and we shoot," declared with great cynicism one of the active Chekisti (in Kungur).
The aim of the Cheka was not only to destroy the enemy but also to intimidate him; in the words of Latsis, to kill in him every desire to "sabotage" the Government. Aiming to affect the soul, a whole system of terrorization was built up, going as far as wholesale arrests of hundreds and thou­sands, night trials, terrible conditions of prison life, a room with cork (soundproof) walls, feigned shootings and shootings "for every case." It was most likely with the aim of, intimidation that in that official or­gan of the Extraordinary Commission, al­ready more than once referred to, there was printed that significant appeal to ob­tain evidence by torture. This really his­torical document, under the title "Why Do You Take Mild Measures!" written by the representative of one of the provincial com­missions, was published in connection with the well-known case of the British Consul Lockhardt. "Tell us," said the article, "why you did not subject this man Lockhardt to the most refined tortures in order to obtain information. Tell us why, instead of sub­jecting him to such tortures as would send a cold chill over the counter-revolutionaries at the mere recital of it, you allowed him to leave the Cheka. Enough of sentimental-ism! Catch a dangerous scoundrel. Get all the information you can from him and send him to the heavenly kingdom." Is it neces­sary to point out how such appeals from the Centre must have spurred on the Cheka agents to action?
Formally, and more demagogically, the Red Terror, created by the Communist power in the name of the proletariat, was aimed at the so-called bourgeois classes. Actually its chief characteristic was terrori­zation and the physical extermination of all opposers of the Soviet power, regardless of the property class to which they be­longed. The principle, "Poison for the bourgeoisie, comradely exhortation for workmen and peasant," was only the expression of a demagogic principle. Only with a demagogic object did the "prole­tarian origin" sometimes admit extenuating circumstances. Kautsky called the Terror "fraternal murder, committed exclusively, because of the will to power," and he was more than right. Owing to the manner in which the executions were published by the Bolsheviki, it is almost impossible to deter­mine the social position of those executed. But it is characteristic that occasional data show a minimum percentage of bourgeoisie.



Intelligentsia and Peasants Victims


My card-record of 1918-1919 showed the largest percentage to be of the intelligent­sia—that is, "the servants of the bour­geoisie," to use the terminology of the Bol­shevist classification—and of the peasants, representing the petit bourgeois interests. If we take the later data of the year 1923), we find more than 40 per cent, of the workman-peasant group. Wholesale shoot­ings carried out by the Cheka by all possible punitive expeditions, as a matter of fact, affected the masses, viz., the work­men and peasants. We might note the de­crees of wholesale murder of "well-to-do" peasants. When, during the repression of the peasant disorders in the villages (espe­cially in the Tambov gubemiya, in the year 1921), the Bolsheviki shot "every eleventh" and even "every fourth," as the official document in question states, it is hardly necessary to take into account the qualifi­cation of "well-to-do." The "pitiless pun­ishment" at the order of Trotsky of the Astrakhan workmen in March, 1919, marked a hecatomb of the proletariat in the real sense of the word.






M. KRYLENKO
Head of the Soviet Law Department (Attorney General)


Such was the Red Terror in its first period, within which we include the years 1918-1921. This was a time when an active civil war was going on, but after the Soviet •power in one way. or another issued victorious—in the South after the fall of the rule of General Denikin, in the Crimea after the evacuation of General Wrangel, in Siberia after the regime of Admiral Kolchak, in the North everywhere—the same picture may be observed; the act of ven­geance on the defeated enemy is carried out, the annihilation of the future enemy, the enemy in spe. Not caught with guns in their hands, but remaining on the territory which had fallen under the Soviet's con­trol, those who participated in the civil war (especially the officers) were subjected to wholesale destruction. Tens of thousands were arrested after the issue of orders de­claring the indispensability of registration and tens of thousands were shot. A bloody butchery, in the literal sense of the word. It is enough to refer to at least the official publications, keeping in view that they always understated. For example, in the "News of the Provisional Revkom (Revolu­tionary Commission) of Sebastopol," on Nov. 28, 1920, the estimate of 1,634 execu­tions was published, and two days later an­other of 1,202. In the little town of Kertch the local Izvestiya gives an estimate of 800. The Odessa Cheka itself fixes the figure of shootings in 1920-21 at 1,418 men.
In the Crimea, where Bela Kun held sway, the number of those shot in that liquidation of 1920-21 was estimated at more than 100,000. Wholesale shootings became so serious that they even called forth an in­vestigation by Moscow, undertaken mostly, it is true, to influence public opinion.
Continued After Death Penalty Abolished
The Red Terror in this period of liquida­tion was carried on despite the official ad­mission that open civil war had virtually ceased and that the "revolutionary prole­tariat" was able to "lay aside the weapon of terror," to which "the Government of Workmen and Peasants had been obliged to resort." Thus read the declaration of the All-Russian Cheka over the signature of Dzerzhinsky, published on Jan. 20, 1920, in the Izvestiya, and ordering all organs of the Cheka to discontinue the application of the most extreme forms of punishment. It was impossible, however, to attribute any great significance to this decree of the Cheka, confirmed somewhat later by a de­cree of the Soviet of People's Commissaries and the V. Ts. I. K. (the Central Executive Committee), for a whole year before that it had also been solemnly proclaimed that "the proletariat * * * turns away from the weapon of Terrorism, making law and justice its weapons." An indisputable fact: the night before the issue of the decree abolishing the death penalty in the Cheka sentences became a "night of blood," in the words of one of the horrifying inscriptions traced on the walls of the cell of the condemned men in the Cheka prison in Moscow.
And in Moscow and Petrograd and everywhere in the province there occurred intensive shootings in those days of the for­mal abolition of the death penalty. Within a month there was introduced by a secret circular a formal reservation destroying the intention of the Cheka's previous pro­hibition of independent shootings. "In view of the discontinuance of the death penalty," the Cheka circular sent to the lo­cal Cheka organizations read, "it is ordered to send all persons now subject to the ex­treme penalty to the zone of military oper­ations as a place to which the decree of discontinuance of the death penalty does not extend."
The shootings continued. In May, in connection with the Polish-Russian war, the death penalty was officially revived all over Russia. To what extent it was openly ap­plied in the so-called revolutionary military tribunals, organically. linked with the Cheka, even official figures published in the Soviet newspapers show. For instance, in J.uly-August there was published in the Izvestiya the figure of 1,183 deaths; in August-September, 1,206. The shootings were carried out on every pretext, as is seen in the published reports; for counter­revolution, for rebellion, for having arms, even for disorderly conduct in a state of drunkenness.


"Quiet Terror" Under G. P. U.


The picture did not change essentially in the period following. For tactical reasons in 1922 the name of the Cheka was changed to the Government Political Office. But the substance and form of the Cheka or­ganization, and even its personnel activi­ties remained unchanged. And the G. P. U. as it was now called, bore the same reputa­tion as the Cheka.
The new period of the Red Terror was called the period of the "Quiet Terror," for throughout the country under the weight of the Terror all vestiges of political life dis­appeared. The people, psychologically de­pressed and physically exhausted, showed no political activity. And nevertheless, as of old, the prisons were filled with political prisoners. Wholesale arrests and whole­sale deportations, decreed by the courts and by the orders of the Administration, to re­mote, forgotten, depopulated and climati­cally most undesirable places in Siberia, Turkestan and the Solovets Islands took place daily. The power of the G. P. U. extends as before to the lives of those ar­rested, and when the G. P. U. considers it useful, it arbitrarily finishes off its victim (the Cheka's right of shooting in special circumstances was again revived in 1924). Universal espionage, penetrating into pri­vate homes, into individual apartments, into individual families, tracks down the appear­ance of an anti-Soviet spirit among the various classes of the population. The forms in which the Quiet Terror were car­ried out were marked by more "revolution­ary justice" than the bloodthirsty orgies of the period of military Communism and civil war. This "revolutionary justice" is expressed therein, that the unlimited func­tions of the former Cheka are limited, and certain of them are given over to the courts. "Inevitably," wrote Lenin, the infallible Communist authority, in 1918, "in the meas­ure that the original aim of the (Bolshevist) power becomes not military repression, but government, the typical manifestation of repression and condemnation will be not shooting down on the spot, but the trial in court." But the court should not in any way be different "from such an organ as the Cheka," declares Krylenko in his book Court and Laiv in S. S. S, R. (Soviet Rus­sia), published in 1927. Krylenko again refers to the testament of Lenin, recalls the words uttered by him in the first period of the New Economic Policy: "The revo­lutionary courts must decree execution by shooting when it is proved that the accused is a Menshevik." Fully forty-three articles of the Criminal Code give the revolutionary courts the possibility to sentence the accused to death in the So­viet Republic. Is not this the Red Terror? That is the revolutionary court. But the Red Terror, also, in the sense in which it is depicted by the Communist idealists, may always rise in its turn, for none except the "hysterical woman-intellectuals doubt its necessity," said Vladimir Ilyitch (Lenin) on March 6, 1922. "If it becomes necessary we will bring it forth again." It became necessary in the Summer months of 1927, when under the circumstances of tho Red Terror there began on all sides in Russia arrests of hostages and shootings on a wholesale scale.

The "Terror" Passing


It is incontestable that the breaking out every now and then of flashes of the "hyster­ical Terror" (an expression of one of the notorious leaders of the Cheka—Peters) does not have at the present time and can­not have the character of that really me­dieval nightmare, which it was in the first years following the seizure of the Govern­ment by the Bolsheviki. The Governmental Terror has been so habitual a phenomenon that people have become accustomed to it and it has ceased to frighten. The psy­chical depression of the terrorized popula­tion is gradually passing; the people are awakening to revolutionary activity and protest against the despotic group of politi­cal leaders standing at the head of the Government. The Governmental Terror is giving birth to the Terror of the discon­tented aimed at the agents of the Govern­ment and the representatives of the G. P. U. A new generation is appearing on the scene of history. It is alien to the moods and reasoning in the atmosphere of which the Red Terror was born and existed. The unity of the Communist Party itself 'is broken—a unity absolutely essential for the deliberate realization of that Jacobin pol­icy which the Communist power has sought to follow for the last ten years. Naturally, the question is asked: How many victims of the Red Terror may be estimated during the last ten years? Unfortunately there is no answer to this question, and even history will scarcely be able to answer it. There was too much disorder in the application of the Red Terror in the period of the civil war in Russia. No one can ever calculate the number of shootings of "hostages" in the Autumn months of 1918 or during the period above referred to as that of the liquidation of the civil war. Space prevents me from dwelling On this question of statistics. Latsis, in his statis­tics for the second half of 1918, estimated 4,500 executions by shooting. My card-index for that period has 5,000 cards. Moreover, I deliberately left out of account evidence concerning the shootings that oc­curred during the punitive expeditions. Of course, I was able only to enter far fewer cases than those known to the central or­gans of the Cheka, It is possible cate­gorically to assert that the secret shootings were recorded in infinitely lesser number than the actual occurrences. But the really horrible aspects of the days of the Red Ter­ror have never yet appeared in print. The commission investigating in the period of the Government of General Denikin the activity of the Bolsheviki in South Russia estimated the number of victims of the Red Terror in 1918-1919 at 1,700,000 persons— an estimate based only on the territory won back from the Bolsheviki by Denikin's forces. It could not extend its inquiry to the centre of Russia, to the north, to the vast zone of the Volga, to the western part of Russia, or finally to Siberia. Statistical data always depend on the method applied to the statistics. The death sentences of the Cheka, of course, could not have reached the figure given (1,700,000), but if we take the wholesale executions, the shootings "on the spot," the shootings on the punitive expeditions, I think that the estimates of the Denikin Commission cannot be very far from the truth. At all events, not by thou­sands, but by tens of thousands of shoot­ings, must we speak of the death sentences of the Cheka or the G. P. U. And by hun­dreds of thousands, if not more, must we speak when the Red Terror is discussed in its full significance.
Paris, France.



A croud mostly of workers listening to a speech in the Red Square, Moscow, in the Spring of 1927. The young man wearing the lapti (sandals) and the wrappings, something like puttees, around his legs, is a peasant type




ΣΟΛΤΖΕΝΙΤΣΙΝ: οι Ελληνες στα Γκούλαγκ

Τό 1948 ένας άλλος εθνικός χείμαρρος άρχισε νά τρέχη γιά τήν εξορία. Ήταν Έλληνες άπό την Αζοφική θάλασσα, τό Κουμπάν και τό Σουχούμ. Δέν είχαν φταίξει σέ τίποτα μπροστά στον Πατέρα στά χρόνια τού πολέμου. Μήπως λοιπόν τους εκδικιόταν γιά τήν αποτυχία του στην Ελλάδα; Φαίνεται πώς κι αυτός ό χείμαρρος ήταν καρπός του παραλογισμού πού τόν είχε κυριεύσει. Οί περισσότεροι Έλληνες στάλθηκαν εξο­ρία στή Μέση Ασία και κάμποσοι στά άπομονωτήρια τών πολι­τικών κρατουμένων.
Περίπου τό 1950, σάν συνέχεια τής ίδιας εκδίκησης γιά τόν χαμένο πόλεμο ή σάν αντίβαρο προς τους ήδη εκτοπισμένους, άρχισαν νά κυλούν στό Αρχιπέλαγος και άλλοι Έλληνες, οί αντάρτες άπό τόν στρατό τού Μάρκου, πού μας τους παρέδωσε ή Βουλγαρία.

βλάστημοι ανθέλληνες αποκαλούμενοι «Δωδεκαθεϊστές» πως οι θεοί τους είναι αυτοί των Εβραίων

ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ.
ΡΙΞΤΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΣΕ ΑΥΤΟ:
ΕΚΑΣ ΒΕΒΗΛΟΙ ΔΩΔΕΚΑΘΕΪΣΤΕΣ
Απόσπασμα εκ των Ανθελλήνων και Σατανιστών (=Ελευσινίων μυστηρίων) Δωδεκαθεϊστών
http://www.omada-epsilon.com/index.php?option=com_content&view=article&id=121&Itemid=143
Προς Δωδεκαθεϊστές και λοιπούς Βλακέντιους (Αιρετική Θρησκευτική Οργάνωση ∆ωδεκαθεϊστών «μετονομασθέντες εις Πολυθεϊστές» Α.Ε.)

ΤΙ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΑΛΛΟ!

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ ΑΠΕΙΛΗΘΗΚΕ ΠΩΣ ΘΑ ΕΚΤΕΛΕΣΘΕΙ

Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΖΟΥΡΑΡΗ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ

Sunday, June 07, 2009

Ιστορίης επίσκεψις


Παραλείψεις, λάθη, παρανοήσεις, διαστρεβλώσεις στην Ιστορία

Του ΚΩΝ. Ι. ΠΑΝΝΟΥΛΗ Φιλόλογου-Συγγρσφέα

ο τίτλος, βεβαίως, παρα­πέμπει στον «Πατέρα της Ιστορίας» Ηρόδοτο.
Πρόκειται για μελέτη-δοκίμιο, που περιλαμβάνει: παραλείψεις, λάθη, παρανοήσεις, διαστρεβλώ­σεις, παραχαράξεις, ανακρίβειες, κ. τ. λ. Η καταγραφή έγινε από τα φοιτητικά χρόνια και, φυσικά,συνεχίστηκε κατά την 25άχρονη θητεία μου στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Πηγές: βιβλία (επι­στημονικά κ. ά. ), τόμοι «Ιστο­ρίας» διαφόρων συγγραφέων,
εγκυκλοπαίδειες,λεξικά... Ακόμη: εκπομπές Κ/Τν, εφημερί­δες, περιοδικά, έντυπα, ομιλίες, «πανηγυρικοί λόγοι»...

Σήμερα θα σταθούμε σε μερικά παραδείγματα αρχίζοντας από τις ρίζες μας.
(Α) Αρχή της ελληνικής ιστο­ρίας: επί σειρά ετών χιλιάδες μα­θητών πήραν απολυτήριο πιστεύ­οντας ότι η ιστορία μας αρχίζει το... 776 π. χ. (τότε που άρχισαν να αναγράφουν τους Ολυμπιονί­κες) ! Δεν θα αναλύσουμε εδώ αυτό τον παραλογισμό. Ενα μόνο θα αναφέρουμε: στο Μουσείο του Αργούς υπάρχει πήλινο μικρό γυμνό άγαλμα γυναίκας, που χρο­νολογείται από το 6. 000 π. Χ, ! Βρέθηκε στο χώρο της Λέρνας ( «Λερναία Υδρα»...), κοντά στην Κοινότητα Μύλοι - Αργούς. Αλλοι ερευνητές, ξένοι κυρίως,
με βάση ανασκαφές, έρευνες, με­λέτες, μετατοπίζουν την αρχή της ελληνικής ιστορίας μέχρι το 12. 000 π. Χ.! Πολύ συνέβαλε & αυτό και η ανάγνωση της «γραμμικής γραφής Β». Αν, μάλιστα, απο­κρυπτογραφηθεί και η «γραμμική γραφή Α», ίσως βρεθούμε προ εκπλήξεων.

Αρα η «Κάθοδος των Δωριέ­ων», η «Κάθοδος των Αχαιών», και πριν απ' αυτές οι «Πελασγοί», είναι μεταγενέστερα κεφάλαια της ιστορίας μας, που είχε αρχίσει χιλιάδες χρόνια πριν.

(Β) ΟΜΗΡΟΣ: ο πρώτος μέγι­στος επικός ποιητής μας. θεωρεί­ται ο μεγαλύτερος του κόσμου. Επί δεκαετίες, πανεπιστημιακά και σχολικά βιβλία ανέγραφαν ανακρίβειες πολλές γύρω από το πρόσωπο του και το αθάνατο έργο του. Επιγραμματικά στεκό­μαστε στις κυριότερες:
β) Δεν ήταν τυφλός. Θυμηθείτε την περιγραφή της σπηλιάς της Καλυψώς (Οδύσσεια) και τις λε­πτομερειακές περιγραφές μαχών (Ιλιάδα). β) Ο Τρωικός Πόλεμος έγινε (δεν είναι «παραμύθι»... ), αλλά όχι για την Ελένη... γ) Τελικά ο Πάρις δεν-απήναγε την Ελένη, αλλά μια... σωσία της! δ) Ο Ομηρος έζησε -και έγραψε -την εποχή που έγινε ο πόλεμος (γύρω στο 1180 π. Χ.) και όχι τον 8ο αιώνα όπως ακόμη και σήμερα γρά­φουν μερικά βιβλία.
Εδώ αξίζει να αναφέρουμε μια πολύ σοφή άποψη του Αντρέ Σοα-ρές: «Ισως στην Ιστορία των λαών ένας πόλεμος δεν είναι ποτέ κερ­δισμένος, αν δεν γεννηθεί ο μεγά­λος ποιητής που θα τον τραγουδή­σει». -

Τέλος, πρέπει να θυμηθούμε, ότι ο Τρωικός Πόλεμος έπαψε να είναι «παραμυθάκι» από τη στιγμή που άρχισε τις ανασκαφές στην Τροία ένας ερασιτέχνης αρ­χαιολόγος: ο Ερρίκος Σλίμαν. Ετσι, μαζί με τον Ομηρο, τον Τρωικό Πόλεμο, τον Αγαμέ­μνονα, τον Οδυσσέα κ.λπ., πέ­ρασε και ο Σλίμαν στην ΙΣΤΟ­ΡΙΑ.
Να τονίσουμε ακόμη ότι σε όλες τις πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδας τα δύο βιβλία του Ομή­ρου αποτελούσαν το βασικό σχο­λικό εγχειρίδιο. Μ' αυτό μάθαι­ναν: Ιστορία -Μυθολογία -θεο­λογία -Γεωγραφία -Ανάγνωση -Γραφή - «Χρηστομάθεια» (από τους ήρωες), κ.λπ.
Πρέπει ακόμη να σημειώσουμε κάτι που δεν είναι πολύ γνωστό: σι μισές από τις βασικές λέξεις του Ομήρου μιλιούνται σήμερα αυτούσιες (ύστερα από 3. 200 χρόνια!). Το 1/4 μιλιούνται λίγο αλλαγμένες και μόνο 1/4 έχουν «σιγήσει».

(Γ)-ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ: θεμελιω­τής της επιστημονικής Ιστορίας (απαλλαγμένος από «παραμυθάκια», θρύλους, παραδόσεις, υπερ­βολές -που αφθονούν στον Ηρό­δοτο Ισως λίγοι θα θυμούνται ότι η «ξυγγραφή» του οφείλεται στο ότι τον εξόρισαν οι Αθηναίοι διότι, «στρατηγός ων», δεν περισυνέλεξε τα ναυάγια έπειτα από κάποια άτυχη ναυμαχία. Ετσι, εγκαταστάθηκε σ' ένα αγρόκτημα που είχε στην τοποθεσία «Σκαπτή ύλη» της Θράκης, όπου με αντι­κειμενικότητα, ακρίβεια, αμερο­ληψία, περιέγραψε τον εμφύλιο πόλεμο Αθηναίων -Λακεδαιμο­νίων, που κράτησε 27 χρόνια! (431-404 π. Χ).
Στον πρόλογο του, με αξιοθαύ­μαστη διαίσθηση, με συναίσθηση ευθύνης γράφει ότι το έργο του πιστεύει ότι θα μείνει «κτήμα ες αεί» ( απόκτημα για πάντα). Και δεν διεψεύσθη. Από τότε, όποιος θέλει να γράψει υπεύθυνη Ιστο­ρία διαβάζει Θουκυδίδη. Η μέθο­δος του, ο τρόπος γραφής, η πυκνότητα των νοημάτων, η λακωνικότητα, η ευθυκρισία, ο αντι­κειμενικός επιμερισμός ευθυνών στους αντιπάλους, αποτελούν στοιχεία απαραίτητα για τον ιστο­ρικό συγγραφέα. Οσο υπάρχουν άνθρωποι -άρα και Ιστορία - ο Θουκυδίδης θα εξακολουθεί να είναι υπόδειγμα αξεπέραστο.
Πριν από λίγα χρόνια στήθηκε η προτομή του οτον Αλιμο (παρα­λιακή λεωφόρο), γιατί εκεί γεννή­θηκε και μεγάλωσε (Θουκυδίδης Ολόρου Αλιμούσιος).
Τη μεγάλη αξία του Θουκυδίδη τη βλέπουμε αν τον συγκρίνουμε με τον «αριστοκρατικό» Ξενοφώ­ντα, που έγραψε τα τελευταία κε­φάλαια γιατί ο Θουκυδίδης έφυγε από τη ζωή και δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το έργο του. Η με­ροληψία π. χ. του Ξενοφώντα προς την Αθήνα είναι προφανής -εκτός των άλλων πολλών διαφο­ρών από το γίγαντα Θουκυδίδη.
θα συνεχίσουμε μιαν άλλη φορά.

ΟΙ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ. ΛΕΥΚΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ

ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ

Saturday, June 06, 2009

ΔΩΔΕΚΑ ΘΕΟΙ - ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ




και πράγματι τον έκτισαν....
και τα εγκαινια του θα γίνουν στις
5 Ιουλιου 2009
ΓΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΚΟΓΕΩΡΓΙΟΥ Τ.Θ. 35 57013 ΩΡΑΙΟΚΑΣΤΡΟ
ΤΗΛ. 2310.698654
ΤΗΛ/ΠΟ 2310.697964
ΚΙΝΗΤΟ: 6946.695935

ΕΦΗΜΕΡΙΣ «ΤΡΑΦΙΚ»

Ελληνική Θρησκεία, γνωστο­ί και ο Δωδεκαθεϊσμός, είναι μια παραδοσιακή θρησκεία και αντιτίθεται στις μονοθεϊστικές θρη­σκείες. Τά μέλη της αναγνωρίζουν ένα υψηλότερο επίπεδο πολιτισμού απ' αυ­τό που βιώνουμε εμείς και συγκροτούν μια Χρυσή Γενιά, σύμφωνα και με τον Ησίοδο.
Επίσης, πιστεύουν πως οι παραδοσιακές θρησκείες είναι τα απομεινάρια ενός πο­λιτισμού που χάθηκε και είχε κύριο χαρακτηριστικά τις ανθρώπινες- και πολιτισμένες κοινωνίες.
Σύμφωνα με τα λεγόμενα τους, είναι μια πραγματική θρησκεία γιατί δίνει απαντή­σεις στις τελικές και ακραίες ερωτήσεις όπως τι είναι ο κόσμος, ποια είναι η μοίρα του, τι είναι ο άνθρωπος και τέλος τι είναι ο Θεός!


Οι βασικές κοσμολογικές αρχές

Οι βασικές κοσμολογικές αρχές του Δωδεκαθεου προέρχονται απο την Ορ­φική Θεολογία και διατηρούνται διαμέ­σου των αιώνων. Σημαντικές πηγές για την ύπαρξη αυτής της θρησκείας, είναι επίσης και οι Ορφικοί Ύμνοι στους Θεούς, αλλά και η ζώσα προφορική παράδόση, που ποτέ δεν αφανίστηκε, αν και επέζησε κρυμμένη

Σήμερα οι Δώδεκαθεϊστές προσπάθούν να κτίσουν ένα δίκό τους ναό.

Ο Ιωσήφ Στάλιν δεν πέθανε. Είναι παρών ο Στάλιν στο παγκόσμιο πόστο του.


ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝ

«Όχι, δεν είναι αλήθεια. Δεν είναι αλήθεια.
Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες. Σταματήστε τις.
Ο Ιωσήφ Στάλιν δεν πέθανε. Είναι παρών ο Στάλιν στο παγκόσμιο πόστο του.
Ο Στάλιν ανεβάζει στις επάλξεις των πέντε ηπείρων τις σημαίες της ειρήνης.
Ο Στάλιν ετοιμάζει με το σκόρπιο αλεύρι του κόσμου
Ένα ολοστρόγγυλο καρβέλι υγείας.
Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες. Σταματήστε τις.
Όσο κι αν μονόφθαλμα κανόνια στρέφουν το μαύρο ρύγχος τους ίσα κατά την υψικάμινο των ελπίδων μας ο Στάλιν αγρυπνεί στο παγκόσμιο πόστο του.
Σώπα γιαγιά και σκούπισε με το τσεμπέρι σου τα μάτια σου.
Όταν σβύνει η φωτιά σου κάτω από το τσουκάλι σου
Είναι ο Στάλιν που σκύβει και φυσάει τη φωτιά σου ν'ανάψει.
Όταν λείπει από το τραπέζι μας το ψωμί
κι από το στρώμα μας τ' όνειρο
κι απ' το δώμα μας το λυχνάρι
είναι ο Στάλιν που ανάβει τα μεγάλα ηλεκτρικά στον ορίζοντα
κι ακούμε κάτω από τα τούνελ της νύχτας τη βοή των τραίνων
που μεταφέρουν λάδι και ψωμί και κάρβουνο στους πεινασμένους.
Γιατί ο Στάλιν είναι ο πρωτογιός των προλετάριων
κι ο Στάλιν είναι ο πατέρας τους.
Για τούτο κι ο πιο μαύρος τοίχος της πιο μαύρης νύχτας
Είναι γιομάτος απ'τους σωλήνες του φωτός.
Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες
Οι αιώνες σκαρφαλώνουν στην κορυφή της ψυχής του ν'ανασάνουν
μην πείτε πως ο ήλιος ορφάνεψε. Κοιτάχτε
Κάθε ήλιος και σελίδα - μέρα με την ημέρα - με τους ήλιους των 74χρόνων του
έφτιάξε ένα χοντρό βιβλίο από ατσάλι και τ'ακούμπησε στα γόνατα του κόσμου
Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν
Το έργο του: Λευτεριά
Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες κι ακούστε
Πάνου από την κόκκινη πλατεία στην εξέδρα του ήλιου
ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν μιλάει:
«Υπερασπείστε, Λαοί, την Ειρήνη».

Ελληνικό σύμβολο η Τούρκικη σημαία;

http://nck-ellinismos.blogspot.com/

Η σημαία της ελληνικής αρχαίας πόλεως του Βυζαντίου Το 670 Π.Χ., οι πολίτες του Βυζαντίου υιοθέτησαν ένα ημισεληνοειδές φεγγάρι σαν το κρατικό σύμβολό τους, μετά από μια νικηφόρα μάχη, την οποία απέδωσαν στην θεά Άρτεμις (μερικοί υποστηρίζουνοτι αποδώθηκε στην Θεά Εκάτη) , η ελληνική θεά του κυνηγιού, της οποίας το σύμβολο ήταν το ημισεληνοειδές φεγγάρι . Έχει υποστηριχτεί ότι, όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους Οθωμανούς το 1453, είδαν αυτήν την σημαία με την ημισέληνο που ήταν σύμβολο της πόλεως και την διατήρησαν ως δική τους Τουρκική σημαία . Την ίδια έχουν κληρονομήσει και πολλά μουσουλμανικά κράτη.δείτε την εικόνα με το νόμισμα θράκης βυζαντίου τον 1 αιώνα π.Χ.