θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Thursday, March 12, 2009

Περί Τριών απατεώνων

XIV
Αυτές ήταν οι ήττες του ολετήρα του παλαιού νόμου και πα­τέρα της νέας θρησκείας, η οποία χτίστηκε πάνω στα ερείπια της παλαιάς και στην οποία ένα ουδέτερο πνεύμα δεν βλέπει τίποτε το περισσότερο θείο απ' ό,τι στις θρησκείες που προη­γήθηκαν. Ο θεμελιωτής της, που δεν ήταν εντελώς αμαθής, βλέποντας την ακραία διαφθορά της πολιτείας των Ιουδαί­ων, έκρινε ότι βρισκόταν στο τέλος της και ότι μια άλλη θα έπρεπε να γεννηθεί από τις στάχτες της.
Ο φόβος μην τον προλάβουν άλλοι πιο επιτήδειοι από αυτόν τον έκανε να βιαστεί να καθιερωθεί με μέσα αντίθετα από εκείνα του Μωυσή. Ο τελευταίος είχε παρουσιαστεί ως φοβερός και τρομερός στα άλλα έθνη· ο Ιησούς Χριστός, αντίθετα, τους τράβηξε κοντά του με την ελπίδα των πλεονε­κτημάτων μιας άλλης ζωής που θα αποκτούσαν, όπως έλεγε, αν πίστευαν σε αυτόν. Ενώ ο Μωυσής δεν υποσχόταν παρά πρόσκαιρα αγαθά στους τηρητές του νόμου του, ο Ιησούς Χριστός τους έκανε να ελπίζουν ότι αυτά δεν θα τέλειωναν ποτέ. Οι νόμοι τού ενός δεν αφορούσαν παρά τον εξωτερικό κόσμο, εκείνοι του άλλου προχωρούν στον εσωτερικό, επη­ρεάζουν τη σκέψη και είναι σε όλα εκ διαμέτρου αντίθετοι με το νόμο του Μωυσή. Απ' όπου προκύπτει ότι ο Ιησούς πί­στευε, όπως και ο Αριστοτέλης, πως με τη θρησκεία και τις πολιτείες συμβαίνει ό,τι και με τους ανθρώπους που γεννι­ούνται και φθείρονται. Και όπως τίποτε δεν γίνεται από κάτι που έχει φθαρεί, κανένας νόμος δεν υποχωρεί ενώπιον ενός άλλου που δεν είναι εκ διαμέτρου αντίθετος του. Όμως, επειδή δύσκολα αποφασίζουμε να περάσουμε από τον ένα
νόμο στον άλλο και επειδή τα περισσότερα πνεύματα δύσκο­λα κλονίζονται στο θέμα της θρησκείας, ο Ιησούς Χριστός, μιμούμενος τους άλλους νεωτεριστές, προσέφυγε στα θαύ­ματα, που ήταν ανέκαθεν η παγίδα των αμαθών και το κατα­φύγιο των φιλόδοξων επιτήδειων.
XV
Θεμελιώνοντας με αυτό τον τρόπο το Χριστιανισμό, ο Ιη­σούς Χριστός σκέφτηκε έξυπνα να εκμεταλλευτεί τα λάθη της πολιτικής του Μωυσή και να καταστήσει αιώνιο τον νέο νόμο- επιχείρηση που πέτυχε, πέρα πιθανόν από τις προσδο­κίες του. Οι Εβραίοι Προφήτες πίστευαν ότι θα τιμούσαν τον Μωυσή προαναγγέλλοντας ένα διάδοχο που θα του έμοιαζε, δηλαδή ένα Μεσσία σπουδαίο σε αρετές, πλούσιο σε αγαθά και τρομερό στους εχθρούς του. Όμως οι προφητείες τους παρήγαγαν το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα, ένα πλήθος φι­λόδοξων που άδραξαν την ευκαιρία να περάσουν ως ο προ­αναγγελθείς Μεσσίας, γεγονός που προκάλεσε εξεγέρσεις οι οποίες διήρκεσαν μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή της παλαιάς πολιτείας των Εβραίων. Ο Ιησούς Χριστός, πιο επιτήδειος από τους προφήτες του Μωσαϊκού νόμου, προεί-πε, για να εκθέσει εκ των προτέρων όποιον θα εγειρόταν εναντίον του, ότι ένας τέτοιος άνθρωπος θα ήταν ο μεγάλος εχθρός του Θεού, ο ευνοούμενος των δαιμόνων, ο συνδυα­σμός πάσης κακίας και η καταστροφή του κόσμου.
Ύστερα από τόσα εγκώμια, κανένας προφανώς δεν πρέ­πει να μπαίνει στον πειρασμό να αυτοαποκληθεί Αντίχριστος, και δεν πιστεύω ότι μπορεί να βρεθεί καλύτερο μυστικό για να διαιωνιστεί ένας νόμος, αν και δεν υπάρχει μεγαλύτερο παραμύθι από αυτό τον υποτιθε'μενο Αντίχριστο. Ο Απόστο­λος Παύλος ισχυριζόταν, όσο ζούσε, ότι είχε ήδη γεννηθεί, κατά συνέπεια βρισκόμαστε στις παραμονές της έλευσης του Ιησού Χριστού* όμως έχουν περάσει παραπάνω από 1.660 χρόνια από την προαναγγελία τούτου του φανταστικού προ­σώπου, χωρίς κανείς να έχει ακούσει γι' αυτόν. Γνωρίζω ότι ορισμένοι συνέδεσαν αυτές τις προβλέψεις με τον Έβιρον και τον Κέρινθο, δυο μεγάλους εχθρούς του Ιησού Χριστού, οι οποίοι καταπολέμησαν την υποτιθέμενη Θεία φύση του* αλλά μπορούμε επίσης να πούμε ότι, αν αυτή η ερμηνεία είναι σύμ­φωνη με το πνεύμα των λόγων του Αποστόλου, κάτι που δεν είναι διόλου πιστευτό, τούτες οι προβλέψεις ορίζουν σε όλους τους αιώνες αναρίθμητους Αντίχριστους, ενώ κανένας αληθι­νός σοφός δεν πιστεύει πως προσβάλλει την αλήθεια αν πει ότι η ιστορία του Ιησού Χριστού είναι ένας αξιοκαταφρόνη-τος μύθος και ότι ο νόμος του δεν είναι παρά μια συρραφή από φαντασιοκοπίες που έγιναν του συρμού από την αμάθεια, τις συντηρεί το συμφέρον και τις προστατεύει η τυραννία.
XVI
Ισχυρίζονται, παρ' όλα αυτά, ότι μια θρησκεία που στηρί­χθηκε σε θεμέλια τόσο αδύναμα είναι θεία και υπερφυσι­κή, σαν να μη γνωρίζαμε ότι δεν υπάρχουν πιο κατάλληλοι άνθρωποι για να διαδοθούν οι πιο παράλογες ιδέες από τις γυναίκες και τους ηλίθιους. Δεν είναι επομένως περίεργο που ο Ιησούς Χριστός δεν είχε στην ακολουθία του κανένα σοφό. Ήξερε πολύ καλά ότι ο νόμος του δεν μπορούσε να συμφωνεί με τη λογική· ιδού, προφανώς, ο λόγος που συχνά καταφερόταν εναντίον των σοφών, τους οποίους και απέ­κλειε από το Βασίλειο του, όπου δεν δέχεται παρά τους φτωχούς τω πνεύματι, τους αφελείς και τους ηλίθιους: τα λογικά μυαλά θα πρέπει να παρηγορούνται από το γεγονός ότι δεν έχουν καμιά σχέση με τους άφρονες.
XVII
Όσο για την ηθική του Ιησού Χριστού, δεν βλέπουμε σ' αυ­τήν τίποτε το θεόπνευστο που θα μας έκανε να την προτιμή­σουμε από τα κείμενα των αρχαίων, ή μάλλον, ό,τι βλέπουμε έχει αντληθεί από αυτά ή τα μιμείται. Ο Άγιος Αυγουστί­νος20 ομολογεί ότι βρήκε σε ορισμένα κείμενα όλη την αρχή του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου- προσθέστε σε τούτο ότι ο εν λόγω Απόστολος είχε τόσο συνηθίσει να λεηλατεί τους άλ­λους που δεν είχε κανένα ενδοιασμό να κλέψει από τους προφήτες τα αινίγματα και τα οράματα τους για να συνθέσει την Αποκάλυψη του με αυτά. Από πού προέρχεται, για πα­ράδειγμα, η συμφωνία ανάμεσα στο δόγμα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και στα κείμενα του Πλάτωνα, αν όχι από το γεγονός ότι οι ραββίνοι και εκείνοι που συνέθεσαν τις Γραφές λεηλάτησαν αυτό τον μεγάλο άνδρα; Η δημιουρ­γία του κόσμου έχει μεγαλύτερη αληθοφάνεια στον Τίμαιο απ' ό,τι στο βιβλίο της Γενέσεως· ωστόσο δεν μπορούμε να πούμε πως αυτή η συμφωνία οφείλεται στο γεγονός ότι ο Πλάτωνας τα διάβασε στα ιουδαϊκά βιβλία κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην Αίγυπτο, εφόσον κατά την αναφορά του Αγίου Αυγουστίνου 21 ο βασιλιάς Πτολεμαίος δεν τα είχε ακόμη μεταφράσει όταν ο φιλόσοφος ταξίδεψε εκεί.
Στον Φαίδωνα, η περιγραφή της χώρας που κάνει ο Σω­κράτης στον Σιμία έχει απείρως μεγαλύτερη χάρη από τον ά' Επίγειο Παράδεισο- και ο μΰθος του Ανδρόγυνου είναι ασύγκριτα πιο πρωτότυπος από όσα μαθαίνουμε στη Γένε­ση για το θέμα της απόσπασης ενός κομματιού από τα πλευρά του Αδάμ για να φτιαχτεί η γυναίκα κ.λπ. Υπάρχει ακόμη κάτι που να έχει μεγαλύτερη σχέση με τις δύο πυρ­πολήσεις των Σοδόμων και των Γομόρρων από εκείνη που προκάλεσε ο Φαέθων; Υπάρχει τίποτε πιο ταιριαστό από την πτώση του Εωσφόρου και την πτώση του Ηφαίστου ή εκείνη των Γιγάντων που κατακεραυνώθηκαν από τον Δία; Ποια πρόσωπα ή πράγματα μπορεί να παρουσιάζουν μεγα­λύτερη ομοιότητα απ' ό,τι ο Σαμψών και ο Ηρακλής, ο Ηλίας και ο Φαέθων, ο Ιωσήφ και ο Ιππόλυτος, ο Ναβουχο-δονόσορ και ο Λυκάων, ο Τάνταλος και ο κακός πλούσιος, το μάννα των Ισραηλιτών και η αμβροσία των θεών; Ο Άγιος Αυγουστίνος 23, ο άγιος Κύριλλος και ο Θεοφύλακτος συγκρίνουν τον Ηρακλή με τον Ιωνά, τον επονομαζόμενο ΤήηοούΐίΞ, επειδή έμεινε τρεις μέρες και τρεις νύχτες μέσα στην κοιλιά του κήτους.
Ο ποταμός του Δανιήλ, που περιγράφεται στο 7ο κεφά­λαιο των Προφητειών του, είναι μια ολοφάνερη απομίμηση του Πυριφλεγέθοντα, για τον οποίο γίνεται λόγος στο διάλο­γο περί της αθανασίας της ψυχής [Φαίδων]. Έχουν εμπνευ­στεί το προπατορικό αμάρτημα από το κουτί της Πανδώρας, τη θυσία του Ισαάκ και της κόρης του της Ιεφθάε από εκείνη της Ιφιγένειας, στη θέση της οποίας εμφανίστηκε μια ελαφί­να. Όσα διηγούνται για τον Λωτ και τη γυναίκα του είναι απολύτίος σύμφωνα με εκείνα που μας λέει ο μύθος της Βαυκίδος και του Φιλήμονα* η ιστορία του Βελλεροφόντη είναι η πηγή εκείνης του Αρχάγγελου Μιχαήλ και του Δαίμονα που συνέτριψε" τέλος, είναι γενικώς αποδεκτό ότι οι συγγραφείς των Γραφοόν αντέγραψαν λέξη προς λέξη τα έργα του Ησιό­δου και του Ομήρου.
XVIII
Όσο για τον Ιησού Χριστό, ο Κέλσος, στην αφήγηση του Ωριγένη24, κατέδειξε ότι είχε αντλήσει τα πιο ωραία απο­φθέγματα από τον Πλάτωνα. Όπως αυτό που αναφέρει ότι μια κάμηλος θα πέρναγε από την τρύπα μιας βελόνας ευκο­λότερο, απ' ό,τι θα εισερχόταν ένας πλούσιος στο βασίλειο τον Θεού 25. Όσοι πιστεύουν σε αυτόν, οφείλουν στην αίρεση των Φαρισαίων, στην οποία ανήκε, την πίστη τους στην αθα­νασία της ψυχής, στην ανάσταση, στην κόλαση, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της ηθικής του, όπου δεν βλέπω τίποτα που να μην υπάρχει στον Επίκτητο, στον Επίκουρο και σε πολλούς άλλους· τούτος ο τελευταίος χαρακτηρίζεται από τον άγιο Ιερώνυμο26 σαν ένας άνθρωπος του οποίου η αρετή συνιστούσε όνειδος για τους καλύτερους των χριστιανών και του οποίου η ζωή ήταν τόσο εγκρατής, που τα καλύτερα γεύ­ματα του δεν ήταν παρά λίγο τυρί, ψωμί και νερό. Με μια τόσο λιτή ζωή, ο εν λόγω φιλόσοφος, αν και ειδωλολάτρης, έλεγε ότι καλύτερα να είσαι φτωχός και λογικός παρά πλού­σιος και καλοζωισμένος δίχως λογική* προσθέτοντας ότι εί­ναι σπάνιο να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο τα πλούτη και η φρόνηση και ότι τότε μόνον είμαστε ευτυχείς και ζούμε ικα­νοποιημένοι όταν η ευδαιμονία μας συνοδεύεται από φρό­νηση, δικαιοσύνη και τιμιότητα, αρετές από τις οποίες προ­κύπτει η αληθινή και σταθερή απόλαυση.
Όσον αφορά τον Επίκτητο, δεν νομίζω να υπήρξε κανέ­νας άνθρωπος, μηδέ του Ιησού Χριστού εξαιρουμένου, πιο σθεναρός, πιο σοβαρός, πιο συνεπής και με πιο υψηλή έμπρακτη ηθική από τη δική του. Δεν λέω τίποτα που δεν θα μου ήταν εύκολο να αποδείξω αν ήταν εδώ η κατάλληλη θέση, αλλά, φοβούμενος μην ξεπεράσω τα όρια που έχω θέσει, δεν θα αναφέρω παρά μόνον ένα παράδειγμα από τις ωραίες πράξεις που έκανε στη ζωή του. Υπήρξε δούλος ενός απελεύθερου, του Επαφρόδιτου, που ήταν λοχαγός στη Φρουρά του Νέρωνα και τούτος ο βάναυσος είχε κάπο­τε την έμπνευση να του στρίψει το πόδι. Ο Επίκτητος, βλέ­ποντας πόσο του άρεσε αυτό, του είπε χαμογελώντας πως ήταν ολοφάνερο ότι δεν θα σταματούσε αν δεν του έσπαζε το πόδι· πράγμα που συνέβη όπως το είχε προβλέψει. Να λοιπόν! συνέχισε με πρόσωπο ατάραχο και γελαστό, δεν σας το είπα ότι θα μον σπάζατε το πόδι; Πού ακούστηκε παρόμοιο σθένος; Και πώς μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι ο Ιησούς Χριστός έφτασε στο ίδιο σημείο, αυτός που έκλαι­γε και ίδρωνε από φόβο στον παραμικρό κίνδυνο και που επέδειξε, ενώ βρισκόταν κοντά στο θάνατο, μια μικροψυχία τόσο αξιοκαταφρόνητη που δεν είδαμε παρόμοια στους μάρτυρες του.

Αν η φθορά του χρόνου δεν μας είχε στερήσει το βιβλίο που έγραψε ο Αρριανός για τη ζωή και το θάνατο του φιλο­σόφου μας, είμαι πεπεισμένος ότι θα βλέπαμε πολλά άλλα παραδείγματα της υπομονής του. Δεν αμφιβάλλω ότι μπορεί να πουν για τούτη την πράξη τα ίδια που λένε οι ιερείς για τις αρετές των φιλοσόφων, ότι είναι μια αρετή που έχει ως βάση τη ματαιοδοξία και δεν είναι καθόλου αυτό που φαίνε­ται. Αλλά γνωρίζω καλά ότι όσοι χρησιμοποιούν αυτή τη γλώσσα είναι από εκείνους που λένε από τον άμβωνα οτιδή­ποτε τους έρχεται στο στόμα και πιστεύουν ότι κερδίζουν δί­καια τα χρήματα που τους δίνουν για να διαπαιδαγωγούν το λαό όταν δυσφημούν τους μόνους ανθρώπους που γνωρί­ζουν τι είναι ορθός λόγος και αληθινή αρετή. Η αλήθεια εί­ναι πως τίποτε στον κόσμο δεν βρίσκεται τόσο μακριά από τα ήθη των αληθινών σοφών όσο οι πράξεις αυτών των δεισιδαιμόνων ανθρώπων που τους κατακρίνουν. Τούτοι εδώ φαίνεται ότι μελέτησαν μόνο και μόνο για να ανέλθουν σε μια θέση που έχει ψωμί, μα είναι ματαιόδοξοι και, όταν την αποκτήσουν, συγχαίρουν τον εαυτό τους σαν να είχαν φτά­σει σε ένα στάδιο τελειότητας, μολονότι δεν είναι γι' αυτούς παρά μια κατάσταση οκνηρίας, αλαζονείας, ελευθεριότητας και φιληδονίας, όπου οι περισσότεροι τίποτε δεν ακολου­θούν λιγότερο από τις επιταγές της θρησκείας που πρεσβεύ­ουν. Ας αφήσουμε όμως εδώ τους ανθρώπους που δεν έχουν ιδέα για την αληθινή αρετή για να εξετάσουμε τη θεία φύση του Δασκάλου τους.

XIX
Αφού εξετάσαμε την πολιτική και την ηθική του Χριστού, όπου δεν βρίσκουμε τίποτα εξίσου χρήσιμο και εξίσου υψη­λό με ό,τι υπάρχει στα κείμενα των αρχαίων φιλοσόφων, ας δούμε αν η φήμη που απέκτησε μετά το θάνατο του είναι απόδειξη της θείας φύσης του: ο λαός είναι τόσο συνηθι­σμένος στον παραλογισμό, που εκπλήσσομαι όταν ισχυρίζε­ται κανείς ότι συνάγει κάποια λογικά συμπεράσματα από τη διαγωγή του. Η εμπειρία μάς αποδεικνύει πως τρέχει πάντα πίσω από φαντάσματα και ό,τι πράττει ή λέει δεν έχει καμία σχέση με τη λογική. Ωστόσο, πάνω σε τέτοιες χί­μαιρες, που ήταν πάντα του συρμού, χτίζεται η πίστη του, παρά τις αντίθετες προσπάθειες των σοφών. Όσες φροντί­δες κι αν κατέβαλαν εκείνοι για να ξεριζώσουν τις ανοη­σίες που βασιλεύουν, ο λαός δεν τις εγκατέλειψε παρά μό­νον όταν είχε πια κορεστεί.
Όσο και να καυχιόταν ο Μωυσής ότι ήταν εντολοδόχος του Θεού και όσο και να αποδείκνυε την αποστολή του και τα δικαιώματα του με υπερφυσικά σημεία, λίγο να απου­σίαζε (κάτι που έκανε από καιρού εις καιρόν για να συνο­μιλήσει, όπως έλεγε, με το Θεό και που έκαναν παρομοίως ο Νουμάς Πομπίλιος και πολλοί άλλοι νομοθέτες), λίγο, λέω, να απουσίαζε, δεν έβρισκε κατά την επάνοδο του πα­ρά τα ίχνη της λατρείας των θεών που γνώρισαν οι Εβραίοι στην Αίγυπτο. Μάταια τους κράτησε σαράντα χρόνια σε μια έρημο για να τους κάνει να αποβάλουν την ιδέα των θε­ών που είχαν εγκαταλείψει- εκείνοι δεν τους είχαν ακόμη ξεχάσει, τους ήθελαν πάντα να παρελαύνουν μπροστά τους ορατοί, τους λάτρευαν με πείσμα, σε όποια σκληρή δοκιμα­σία κι αν τους υπέβαλλαν.
Μόνο το μίσος που τους ενέπνευσε για τα άλλα έθνη, με μια αλαζονεία για την οποία είναι ικανοί οι πλέον ηλίθιοι, τους έκανε να αποβάλουν σιγά-σιγά την ανάμνηση των θε­ών της Αιγύπτου, για να αφοσιωθούν στο Θεό του Μωυσή· τον λάτρεψαν για κάμποσο καιρό με όλες τις λεπτομέρειες που ορίζονται στο νόμο, αλλά τον εγκατέλειψαν στη συνέ­χεια για να ακολουθήσουν το νόμο του Ιησού Χριστού, με εκείνη την ευμεταβλησία που κάνει τους ανθρώπους να τρέχουν πίσω από τους νεωτερισμούς.
XX
Οι πιο αμαθείς από τους Εβραίους είχαν υιοθετήσει το νό­μο του Μωυσή· τέτοιοι ήταν επίσης οι άνθρωποι που έτρε­ξαν πίσω από τον Ιησού και καθώς τούτοι είναι αναρίθμη­τοι και αγαπούν ο ένας τον άλλο, δεν πρέπει να μας εκ­πλήσσει που οι νέες πλάνες εξαπλώθηκαν εύκολα. Αν και οι νεωτερισμοί δεν είναι ακίνδυνοι για εκείνους που τους ασπάζονται, ο ενθουσιασμός που εγείρουν εκμηδενίζει το φόβο. Έτσι, οι μαθητές του Ιησού Χριστού, όσο εξαθλιωμέ­νοι κι αν ήταν όταν τον ακολουθούσαν κι όσο κι αν πέθαι­ναν από την πείνα (όπως το βλέπουμε από την ανάγκη στην οποία βρέθηκαν μια μέρα, μαζί με τον καθοδηγητή τους, να κόψουν στάχυα από τα χωράφια για να φάνε), οι μαθητές του Ιησού Χριστού, λέω, δεν άρχισαν να αποθαρρύνονται παρά μόνον όταν είδαν το δάσκαλο τους στα χέρια των δημίων και ανίκανο να τους δώσει τα αγαθά, τη δύναμη και το μεγαλείο που τους είχε κάνει να προσδοκούν.
Μετά το θάνατο του, οι μαθητές του, απελπισμένοι από τη ματαίωση των προσδοκιών τους, έκαναν την ανάγκη φιλοτι­μία. Εξορισμένοι από όλα τα μέρη και καταδιωκόμενοι από τους Ιουδαίους που επεδίωκαν να τους μεταχειριστούν όπως το δάσκαλο τους, σκόρπισαν σε γειτονικούς τόπους όπου, με βάση τα λεγόμενα κάποιων γυναικών, διέδωσαν τα σχετικά με την ανάσταση του, τη θεία προέλευση του και τους υπόλοι­πους μύθους από τους οποίους είναι γεμάτα τα Ευαγγέλια.
Η μικρή επιτυχία που είχαν ανάμεσα στους Ιουδαίους τους έκανε να αποφασίσουν να αναζητήσουν την τύχη τους στους ξένους, αλλά καθώς απαιτούνταν περισσότερη παι­δεία απ' ό,τι διέθεταν, διότι οι ειδωλολάτρες ήταν φιλόσο­φοι και κατά συνέπεια πολύ φίλοι του λόγου για να παρα­δοθούν εύκολα σε ανοησίες, οι ακόλουθοι του Ιησού πήραν με το μέρος τους έναν νεαρό άνδρα με πνεύμα λαμπερό και δραστήριο, κάπως πιο μορφωμένο από τους αγράμμα­τους ψαράδες ή πιο ικανό να κάνει να ακουστούν οι αερο-λογίες του. Αφού συνδέθηκε μαζί τους με θεία παρέμβαση (γιατί ένα θαύμα ήταν απαραίτητο), προσείλκυσε μερικούς οπαδούς στη νεοπαγή αίρεση ενσπείροντας το φόβο των υποτιθέμενων ποινών σε κάποια Κόλαση κατ' απομίμηση των μύθων των αρχαίων ποιητών και την προσδοκία των απολαύσεων του Παραδείσου, απ' όπου είχε το θράσος να διαδώσει ότι είχε απαχθεί.
Αυτοί οι μαθητές, με μαγγανείες και ψεύδη, εξασφάλι­σαν στο δάσκαλο τους την τιμή να περνάει για Θεός, τιμή που ο Ιησούς, ενόσω ζούσε, δεν είχε μπορέσει να απολαύσει. Η τύχη του δεν υπήρξε καλύτερη από εκείνη του Ομή­ρου, κι ούτε καν αξιοσέβαστη, αφού έξι από τις πόλεις που είχαν εκδιώξει και περιφρονήσει τον τελευταίο όσο ζούσε έριζαν για να ξεκαθαρίσουν σε ποια θα έμενε η τιμή ότι τον γέννησε.
XXI
Σύμφωνα με όσα είπαμε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Χριστιανισμός, όπως και όλες οι άλλες θρησκείες, δεν είναι παρά μια χονδροειδής απάτη οι επιτυχίες και οι πρόοδοι της οποίας θα εξέπλητταν ακόμη κι αυτούς που την επινόη­σαν, αν ξανάρχονταν στον κόσμο. Αλλά, χωρίς να προχω­ρήσουμε παραπέρα στο λαβύρινθο των ολοφάνερων λαθών και αντιφάσεων που ήδη αναφέραμε αρκετά, ας πούμε κά­ποια πράγματα και για τον Μωάμεθ, ο οποίος εγκαθίδρυσε ένα νόμο πάνω σε αξιώματα εντελώς αντίθετα από εκείνα του Ιησού Χριστού.