θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Thursday, January 15, 2009

Το μονοπατι των φιλοσοφων - 3ο μέρος

Διόνυσος, Άδης και Ορφικοί


Για τον σοφό της Εφέσου οι άνθρωποι είναι νεκροί, ή μάλλον πορεύονται προς τον θάνατο μεθυσμένοι από το κρασί της ζωής. Από τη σκοπιά αυτή, το κρασί της ζωής δεν διαφέρει σε τίποτε από το νερό της Λήθης. Έχοντας λησμονήσει ο άνθρωπος τη νηφάλια σπίθα της αστρικής ουσίας που έχει μέσα του, κατηφορίζει το μονοπάτι της ζωής ‘’με μουσικές εξαίσιες, με φωνές’’, με γιορτινά στεφάνια, παραδομένος στην απόλαυση. Γι' αυτόν κάθε συμβάν αίσιο ή ατυχές- αποτελεί αφορμή χαράς και γλεντιού, από τη γέννηση ως τα τελευταία. Γιατί ο κόσμος μας, που είναι ο Κάτω Κόσμος, είναι παράλληλα και ο κόσμος του θεού Διονύσου. Άλλωστε, πού αλλού θα ταίριαζαν καλύτερα νυκτωδίες και θρηνωδίες αν όχι στον κόσμο του Άδη;

Για το κοφτερό μάτι του Ηράκλειτου, ο Διόνυσος είναι η θεοποίηση της ζωής: ‘’Γιατί αν δεν έκαναν πομπή για τον Διόνυσο και δεν υμνούσαν με άσμα τα αιδοία, θα ήταν όσα κάνουν αναιδέστατα. Είναι το ίδιο πράγμα ο Άδης και ο Διόνυσος, που στο όνομά του καταλαμβάνονται από μανία και παραληρούν- (Ει μη γαρ Διονύσω πoμπήν εποιεύντο και ύμνεον άσμα αιδοίοισι, αναιδέστατα είργαστ' αν. Ωυτός δε Αϊδης και Διόνυσος, ότεω μαίνονται και ληναϊζουσι).

Βλέπουμε λοιπόν ότι Άδης και Διόνυσος αποτελούν τις δυο όψεις του νομίσματος με το οποίο εξαγοράζουμε τη ζωή μας. Αξίζει να προσέξουμε την φωνητική ομοιότητα αλλά και τη νοηματική αμφισημία των λέξεων άσμα αιδοίοισι, αναιδέστατα και Αίδης. Τα ανθρώπινα όντα, προερχόμενα από τον υγρό κόσμο των γεννητικών οργάνων (αιδοία), καταλήγουν στην αγκαλιά του Άδη. Ο άνθρωπος είναι αϊδιος (αιώνιος), αλλά και αϊδής (τυφλός). Όσα κάνει, αντί να είναι αιδοία (άξια σεβασμού), είναι χωρίς αιδώ και αϊδηλα (καταστροφικά). Παραγνωρίζοντας τη θεία φύση του, γίνεται αναιδής απέναντι στο Λόγο και υμνεί με άσματα τη ζωή τη στιγμή που θα έπρεπε να θρηνεί, αφού ο Διόνυσος, ως θεός-χορευτής, είναι επικεφαλής της πομπής που οδηγεί στον όλεθρο.

Το διονυσιακό στοιχείο εκδηλώνεται στον ανθρώπινο κόσμο με τη λατρεία της επίγειας ύπαρξης. Η ψυχή ευφραίνεται να γεννιέται υγρή. Γελάμε, γλεντάμε, μεθάμε σε ένα ατέλειωτο πανηγύρι. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που ο βίος μας χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ομαδική έξαρση, την ξέφρενη μανία, τον ενθουσιασμό που σπιρουνίζεται από το βακχικό μεθύσι, το εκστατικό παραλήρημα, τα άγρια όργια. Ο Πλάτωνας, μεταξύ αστείου και σοβαρού, λέει ότι ο θεός του κρασιού ονομάστηκε Διδοίνυσος (ο δίδων τον οίνον), ‘’επειδή κάνει τους περισσότερους απ' όσους πίνουν οίεσθαι νουν έχειν (να νομίζουν ότι έχουν τα λογικά τους), ενώ στην πραγματικότητα δεν έχουν’’ (Κρατύλος 406c). Σε ένα άλλο χωρίο (Νόμοι 672b) αναφέρει ότι το κρασί και η μέθη -στη συμβολική τους διάσταση- είναι δυνατό να εκληφθούν ως εκδίκηση του θεού. Από τη σκοπιά αυτή, η έννοια της "ελευθέρωσης" αντιπαραβάλλεται με τη "μανία" και ο Διόνυσος Λύσιος ή ελευθερωτής με τον Διόνυσο Βάκχο. Τα προσωνύμια αυτά του θεού θα εξετάσουμε αμέσως τώρα.

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ. Τη γνώμη του Ηράκλειτου, ότι η εγκόσμια ζωή είναι θάνατος, ασπάζεται και ο Πλούταρχος στο Περί Ίσιδος και Οσίριδος (28). Στο ίδιο έργο (34) αποκαλεί τον Διόνυσο Υήν, δηλαδή υγρόν, επειδή τον θεωρεί προσωποποίηση της υγρής φύσης του ανθρώπου (ορμέφυτα, θυμικό, επιθυμητικό). Και αμέσως μετά τον ταυτίζει με τον αιγύπτιο Όσιρι, λόγω της ομοιότητας των δυο θεών (35): όπως ο Όσιρις, έτσι και ο Διόνυσος διαμελίζεται από τους Τιτάνες. Το σώμα του σχίζεται, κομματιάζεται, εκμηδενίζεται και τα μέλη σκορπίζονται σε όλη τη γη. Αλλά από τον οδυνηρό αυτό θάνατο προκύπτει μια νέα ζωή, γεμάτη ενεργητικότητα και αφθονία. ‘’Μιλούν για τον Διόνυσο’’, λέει ο Πλούταρχος, ‘’σαν να ήταν ο θεός που καταστρέφεται, εξαφανίζεται και εγκαταλείπει τη ζωή, ο οποίος όμως ύστερα ξαναγεννιέται’’.

Στη φιλοσοφική ορολογία, ο Διόνυσος είναι η παγκόσμια ψυχή που διαμελίζεται και μοιράζει τα κομμάτια της με κλήρο στις ατομικές ψυχές. Είναι ο θεός που κατεβαίνει στον Άδη και πεθαίνει για να αναστηθεί ξανά. Με την έλευση του χριστιανισμού, τα πάθη του Διονύσου και οι ανοιξιάτικες τελετές που τα συνόδευαν -απογυμνωμένες από τον διθυραμβικό χαρακτήρα τους- αποτυπώθηκαν στα πολύ πιο σεμνά πάθη του Ιησού: ο άρτος και ο οίνος, σύμβολα του σώματος και του αίματος του θεανθρώπου, προσφέρονται κατά τον Μυστικό Δείπνο στους μαθητές του. Οι στρατιώτες μοιράζουν με κλήρο τα ιμάτια του. Ακολουθεί η κάθοδος στον Άδη και τέλος η ανάσταση.

Πίσω από τις μεταλλαγές του Διονύσου, της γέννησης, του θανάτου και της επιστροφής του στη ζωή, βρίσκεται η ιδέα της αθανασίας της ψυχής και κατ' επέκταση της μετενσάρκωσης. Τα ίχνη αυτής της παράδοσης οδηγούν στην πρώιμη εκείνη περίοδο κατά την οποία δρούσαν στην Ελλάδα οι θίασοι των Ορφικών. Σύμφωνα με το μύθο, ο αρχικός σκελετός του οποίου προέρχεται από τη μινωική Κρήτη, ο Διόνυσος γεννήθηκε από την Περσεφόνη και κατακρεουργήθηκε από τους Τιτάνες, τους προγόνους του ανθρώπου. Όταν ήταν μικρός, τον πλησίασαν με δολιότητα οι αδελφοί του Τιτάνες, προσφέροντας σε αυτόν παιχνίδια, και αφού τον συνέλαβαν, τεμάχισαν το σώμα του και έριξαν τα κομμάτια του σε ένα λέβητα για να τα βράσουν. Αλλά ένα από τα μέλη του σώματός του διέφυγε. Την ώρα του εγκλήματος, η Αθηνά κατόρθωσε να τους πάρει την καρδιά του θύματος και ενώ ακόμη χτυπούσε να τη φέρει στο Δία. Το μέρος αυτό του σώματός του έδωσε στο Διόνυσο νέα ζωή. Η αθάνατη ύπαρξή του δεν καταστράφηκε, αλλά απλώς άλλαξε μορφή. Έτσι λοιπόν ο Διόνυσος έγινε σύμβολο της ισχυρής ζωής που υπάρχει παντού μέσα στο σύμπαν και δίνει ζωή σε όλα τα όντα, στα οποία τα φαινόμενα της καταστροφής και του θανάτου είναι απλώς οι μεταμορφωτικές εκδηλώσεις της ζωής. Πράγματι, για τους Ορφικούς ο Διόνυσος ήταν η παγκόσμια ψυχή, η κοινή πηγή όλων των ανθρωπίνων ψυχών, οι οποίες ενσαρκώνονται για να καθαρίσουν από κάθε ξένη ανάμειξη το θείο στοιχείο που υπάρχει μέσα τους και που το οφείλουν στον Βάκχο, το ουράνιο και μυστικό μέρος του Διονύσου. Γι' αυτό το λόγο όσοι αφιερώνονταν στον θεό επιζητούσαν με ορισμένες ειδικές τελετουργίες να έρθουν σε επικοινωνία με αυτόν.

Ο ΒΑΚΧΙΚΟΣ ΒΙΟΣ. Σε ανάμνηση των παθών του Διόνυσου και του τεμαχισμού του από τους Τιτάνες, τα μέλη των θιάσων, όπως ονομάζονταν οι ορφικές ομάδες, θυσίαζαν στις αρχές Μαΐου έναν ταύρο και έτρωγαν ομαδικά από τις σάρκες του - ένα έθιμο ανάλογο με αυτό του Πάσχα. Ο ταύρος ήταν μια από τις μορφές του Διονύσου (πρβλ. το κάλεσμα του Διονύσου από τις γυναίκες της Ήλιδας: ‘’Έλα, ήρωα Διόνυσε, μαζί με τις Χάριτες στον άγιο ναό σου, τρέξε με τα βοϊδίσια σου πόδια. Άξιε ταύρε’’). Επομένως οι μυημένοι έτρωγαν το ίδιο το σώμα του θεού και έπιναν συμβολικά το αίμα του στο μυστικό αυτό συμπόσιο. Πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο έμπαινε μέσα τους ο Διόνυσος, ότι η ψυχή τους γέμιζε με το πνεύμα του. Αν και οι παραδόσεις σχετικά με αυτά τα έθιμα δεν έχουν διασωθεί ακέραιες αλλά συγκεχυμένες, στον Ηρόδοτο (Β. 81). καθώς και στο στ' βιβλίο των Νόμων του Πλάτωνα, διαβάζουμε ότι η τελετή αυτή ήταν μια από τις ιεροτελεστίες του Ορφικού ή Βακχικού βίου, δηλαδή της ζωής που υποβαλλόταν σε αυστηρούς και ασκητικούς κανόνες που εξασφάλιζαν στους ανθρώπους, ενόσω ζούσαν, την γαλήνη μέσω κάθαρσης, και όταν πέθαιναν την ευνοϊκή μετενσάρκωσή τους σε νέα σώματα. Με αυτά θα συμπλήρωναν τον κύκλο της κάθαρσης μέχρι τον πλήρη εξαγνισμό τους με τελικό στόχο την κατάσταση της απόλυτης μακαριότητας ή θέωσης.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η μυστηριακή λατρεία των Ορφικών, τον τύπο της οποίας προσπάθησαν να μιμηθούν όλα τα μεταγενέστερα θρησκευτικά και μυστικιστικά κινήματα, κατέληγε στη μετενσάρκωση, όπως και η σχολή των Πυθαγορείων: κάθε φορά η παγκόσμια ψυχή προβάλλει ορισμένα τμήματά της που ενσαρκώνονται εδώ ως άνθρωποι, για να επιστρέψουν κάποια στιγμή στο παγκόσμιο όλο, Για το λόγο αυτόν, οι Ορφικοί θεωρούσαν τον Διόνυσο ταυτόχρονα ως θεό του θανάτου και της παγκόσμιας ζωής. Η κάθοδος στη χώρα του Άδη, δηλαδή στη Γη, συνέβαλε ώστε το δόγμα αυτό να συνδεθεί με τα Ελευσίνια Μυστήρια και τη Δήμητρα - ένας άλλος όρος για τη Μητέρα θεά: Δημήτηρ = γη μήτηρ. (Νόμοι βιβλ. ε'). Αν και υπάρχει αρκετό έδαφος για έρευνα, δεν θα σταθούμε εδώ στις ομοιότητες που παρουσιάζει το ορφικό δόγμα με τον χριστιανισμό, ο οποίος φαίνεται να δανείστηκε από αυτό σχεδόν όλο το μυθολογικό υπόβαθρό του θα σημειώσουμε μόνο ότι η μορφή της θεολογίας κατά την αρχαιότητα, με την έννοια του ιερού λόγου που αποκαλυπτόταν στα μυστήρια, ήταν τελείως διαφορετική από τη θεολογία που αναπτύχθηκε στις μεταγενέστερες εποχές. (Για τα σημεία αυτά ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στο ενδιαφέρον βιβλίο του καθηγητή Walter Burket:

Μυστηριακές λατρείες της αρχαιότητας. εκδ, Καρδαμίτσα).


Η μεταμόρφωση σε Απόλλωνα


Είδαμε μέχρι τώρα δυο από τις υποστάσεις του Θεού: τον Διόνυσο-χορευτή και τον Διόνυσο-πάσχοντα. Αλλά ο θεός αυτός έχει και μια τρίτη υπόσταση. Κάθε άνοιξη στην αρχαία Αθήνα, ένα μήνα μετά τα Ανθεστήρια, γιορτάζονταν τα Μεγάλα Διονύσια, η μεγαλύτερη και η πιο λαμπρή από όλες τις τελετές που γίνονταν προς τιμήν του θεού, το επίκεντρο των Αθηναϊκών Διονυσίων ήταν ο δήμος των Ελευθερών. Εκεί υπήρχε ιερό του θεού με το όνομα Διόνυσος Ελευθερεύς ή Ελευθέριος, ο ελευθερωτής θεός. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στα πλαίσια των διονυσιακών εορτών, για την ευγένεια και το μεγαλείο των οποίων μας μιλάει με ενθουσιασμό ο Πίνδαρος, γίνονταν οι περίφημοι δραματικοί αγώνες, στη διάρκεια των οποίων Έλληνες και ξένοι παρακολουθούσαν στο θέατρο του Διονύσου, στη σκιά του Ιερού Βράχου, όλα τα θαυμάσια είδη του Αττικού θεάτρου: τραγωδία, κωμωδία και ιδιαίτερα το σατυρικό δράμα. Δίκαια λοιπόν οι Αθηναίοι μπορούσαν να περηφανεύονται ότι ο θεός αυτός, ο οποίος γιορταζόταν με τόσο υψηλόφρονα και ευγενή έργα, ήταν πράγματι ο Ελεύθερος Διόνυσος, ο ελευθερωτής θεός που έδινε στους ανθρώπους τη δυνατότητα, μέσω της αναπαράστασης ιδεωδών περιστατικών και ηρωικών συναισθημάτων, να αποσπάσουν για λίγο την ψυχή τους από τις ανάγκες και τα δεσμά της ευτελούς πραγματικότητας και να μεταφερθούν στον ανώτερο κόσμο της φαντασίας.

Από τη σκοπιά αυτή ο Ελεύθερος Διόνυσος ταυτίζεται με τον Απόλλωνα, Στους Δελφούς υπήρχε δίπλα στο μαντείο ο τάφος του Διονύσου, στον οποίο οι έφοροι του μαντείου προσέφεραν κατά την άνοιξη, μέσα στο ναό του Απόλλωνα, μυστηριώδεις θυσίες. (Περί Ίσιδος και Oσiριδoς 35). Στο Μουσείο Ερμιτάζ, της Αγίας Πετρούπολης, υπάρχει ένας αμφορέας του 5ου αιώνα π.Χ. που εικονίζει τον Απόλλωνα να υποδέχεται στους Δελφούς τον Διόνυσο, που καταφθάνει με τις μαινάδες και τους σατύρους του. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τα διονυσιακά πάθη ως αλληγορική διατύπωση της ανθρώπινης ζωής. όπως τη βιώνουμε καθημερινά. Ο Διόνυσος-πάσχων δεν είναι σύμβολο του βασανισμένου ανθρώπου, αλλά εκείνου που αποφασίζει να μεταμορφωθεί: να πεθάνει ως άνθρωπος και να αναστηθεί ως θεός. Εκείνου που αναζητά τη θεότητα μέσα του. Στον χριστιανικό συμβολισμό ενσαρκώνει αυτόν που αποφασίζει να αφυπνίσει το χριστικό στοιχείο του εαυτού του, τον "εν ημίν Χριστό". Γιατί όπως η παγκόσμια ψυχή θυμίζει τον θεό των χριστιανών, έτσι και ο Διόνυσος μπορεί να αντιπαραβληθεί με τον Χριστό.

Οι υποστάσεις του Διονύσου αντιστοιχούν σε εκείνες που αναφέρει η πλατωνική ρήση: ‘’ναρθηκοφόροι μεν πολλοί, βάκχοι δε τε παύροι-. Το χρυσό έλασμα του lππωνίου, που προτάξαμε στην αρχή του κεφαλαίου, απεικονίζει τους μύστες ή βάκχους σε αυτόν εδώ τον υπόγειο κόσμο να ακολουθούν την σύντομη (που σφύζει από ζωή) ιερή οδό προς την αιώνια μακαριότητα. Και τους αντιπαραβάλλει με βασιλιάδες, γιατί πολλοί μπορεί να είναι υπηρέτες του θεού, αληθινοί μύστες όμως λίγοι. Το να είσαι ένθεος ή θεοφόρητος, δηλαδή να κατέχεσαι από το θεό- (Ηρόδοτος Δ', 79, 4) είναι κάτι που συμβαίνει απροσδόκητα και πιθανόν μόνο σε ελάχιστες εξαιρετικές περιπτώσεις. Όπως το κρασί δεν αρκεί για να προκαλέσει αληθινή βακχεία, αφού ο καθένας μπορεί να μεθύσει ή να μεταλάβει δίχως να γίνει βάκxoς (ένθεος), έτσι και η απόλαυση που προέρχεται από την ικανοποίηση των άλογων ψυχικών ορμών και ορέξεων μπορεί να κάνει κάποιον στιγμιαία ευτυχισμένο ή εμπνευσμένο, δεν τον κάνει όμως μόνιμο κάτοικο της σοφίας.

Ο άνθρωπος λοιπόν πρέπει να μετεξελιχθεί από Διόνυσο-χορευτή σε Διόνυσο-πάσχοντα, δηλαδή σε αυτόν που ρίχνεται αποφασιστικά στην ατραπό μέχρι τη μεταμόρφωσή του σε Απόλλωνα. Σε προηγούμενο κεφάλαιο δείξαμε ότι ο Απόλλωνας είναι η προσωποποίηση του νου. Στις αρχαίες μυήσεις, απολλώνιος ήταν ένας από τους υψηλότερους βαθμούς της πνευματικής ατραπού, βγαλμένος κατευθείαν από τα Δελφικά Μυστήρια και έδειχνε τον φιλόσοφο εκείνον για τον οποίο ο νους αποτελούσε το χαμηλότερο σκαλοπάτι στην επίγεια κλίμακα, όπως για εμάς τους συνηθισμένους ανθρώπους το χαμηλότερο επίπεδο είναι η περιοχή των γεννητικών οργάνων και με τις δυο έννοιες: σαν τεκνοποίηση και σαν ερωτικό παιχνίδι.


Η πολύφημος οδός


Στο χρυσό έλασμα του Ιππωνίου γίνεται λόγος για το μονοπάτι που ακολουθούν οι μύστες: συχνόν hoδόν hιεράν. Ο δρόμος αυτός δεν είναι ο δρόμος που ακολουθεί η ψυχή, της ενσάρκωσης και απόσυρσής της, αλλά εκείνος που πλησιάζει την ατομική αστρική σπίθα του ανθρώπου στην φωτιά του σύμπαντος. Το συχνόν που προτάσσεται εδώ δεν σημαίνει πολυάριθμος ή πολυσύχναστος, αλλά συνεχής, άφθονος, μέγας και συστηματικός. Η οδός αυτή είναι λοιπόν σύντονος, απαιτεί δηλαδή εντατική προσπάθεια και επαγρύπνηση, όπως η χορδή ενός τεντωμένου τόξου. Κατά συνέπεια βρίσκεται μακριά από καταστάσεις πνευματικού λήθαργου, από καταστάσεις του νιρβάνα ή από αισθήματα παρόμοια με το "ωκεάνιο συναίσθημα" των χριστιανών μυστικιστών.

Οπωσδήποτε πιο αρμόδιος να μας μιλήσει γι' αυτήν είναι ένας που την έχει βαδίσει. Και αυτός δεν είναι άλλος από τον Παρμενίδη (540-470 π.Χ.) που ήταν μαθητής του Ξενοφάνη (και αυτός, όπως μεταδίδει ο Διογένης Λαέρτιος, μαθητής του Αναξίμανδρου). Ζώντας στην Ελέα της Ιταλίας, ήρθε σε επαφή με τη σχολή των Πυθαγορείων, πράγμα που του επέτρεψε να ολοκληρώσει τον φιλοσοφικό του στοχασμό. Ο Διογένης Λαέρτιος λέει ακόμη ότι -κατά τον Σπεύσιππο- ο Παρμενίδης έκανε και νόμους για τους πολίτες της Ελέας (Βίοι φιλοσόφων ΙΧ, 21-23). Επίσης, από τον Πλάτωνα γνωρίζουμε ότι ήρθε στην Αθήνα, ‘’εξηνταπεντάρης και γκριζομάλλης, αλλά με αρχοντικό παρουσιαστικό που αντανακλούσε την φυσική και ηθική του ρώμη’’, συνοδευόμενος από τον Ζήνωνα και ότι συνάντησε τον 20χρονο τότε Σωκράτη (Παρμενίδης 127a).

Για να καταλάβουμε την επίδραση που άσκησε πάνω στον Παρμενίδη το δόγμα των Πυθαγορείων, πρέπει να πούμε ότι η Σχολή των Ιώνων στοχασιών (Θαλής, Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος κ.ά.) ήταν περισσότερο τεχνοκρατική, όπως θα λέγαμε σήμερα, δίνοντας, έμφαση σε επιστήμες όπως η βιολογία, η γενετική, τα μαθηματικά, η φυσική, η αστρονομία και η κοσμολογία. Οι Πυθαγόρειοι αντίθετα καλλιέργησαν μιαν ατραπό περισσότερο συνθετική, που σημαίνει ότι χρησιμοποιούσαν τις επιστήμες όχι σαν αυτοσκοπό αλλά σαν μέσο (και ορισμένες φορές σαν κάλυμμα). Οι διαφορές βέβαια δεν ήταν μεγάλες, αφού η βάση και ο σκοπός ήταν κοινά. Αλλά ενώ στην ιωνική σχολή η αλήθεια ήταν διασκορπισμένη σε επιμέρους τομείς -και έπρεπε κάποιος να κοπιάσει αρκετά για να συγκεντρώσει τα στοιχεία ώστε να του αποκαλυφθεί η συνολική εικόνα- στην ιταλική σχολή ήταν συγκαλυμμένη και αποκαλυπτόταν σταδιακά σε όποιον μπορούσε να πλησιάσει τον εσωτερικό πυρήνα της, μέσω διαδοχικών μυήσεων.

Μπορούμε επομένως να υποθέσουμε ότι ο Παρμενίδης ήταν γνώστης και των δυο μεθόδων προσέγγισης της αλήθειας. Οπωσδήποτε όμως πρέπει να δεχτούμε ότι τη διδασκαλία περί του Ενός την πήρε από τους Πυθαγορείους. Αλλά σχετικά με το ζήτημα αυτό (του Ενός ή του Λόγου) θα επανέλθ9υμε σε επόμενο άρθρο μας. Ας δούμε τώρα τι λέει ο ίδιος σχετικά με την θεία φανερωτική οδό -που κάνει την ψυχή πύρινη ή ξηρή και οδηγεί τον άνθρωπο στην αλήθεια και στην πραγματική ζωή, σε αντίθεση με τα επίγεια μονοπάτια που οδηγούν στην υγρή ψυχή και στο θάνατο -στους πρώτους στίχους του ποιήματός του που διασώζει ο Σέξτος Εμπειρικός (Προς μαθηματικούς νιι, 111):

ίπποι ται, με φέρουσιν, όσον τ' επί θυμός, ικάνοι, πέμπον, επεί μ' ες οδόν βήσαν πολύφημον άγουσαι δαίμονος, η κατά πάντα σαφή φέρει ειδότα φώτα.

Τα άτια που με οδηγούν, όσο μακριά ποθεί η ψυχή μου, μ' εξακόντισαν (στην ουράνια πατρίδα μου),

αφού με έβαλαν πρώτα στην περίφημη οδό του θεού, που κάνει τα πάντα ολοφάνερα, γεμίζοντας με φως τον γνώστη.

Δεν θα σταθούμε εδώ στις φιλολογικές δυσχέρειες που παρουσιάζει αυτό το εξαιρετικά δυσπρόσιτο και ερμητικού χαρακτήρα κείμενο που είναι αντιπροσωπευτικό της προσωκρατικής σκέψης, όσο στη νοηματική αποσαφήνιση ορισμένων όρων. Οι ίπποι δεν είναι τίποτε άλλο από τον Πήγασο, το μεταμορφωμένο σε έλλογο στοχασμό άλογο μέρος της ψυχής' η μετοχή πέμπον έχει την έννοια του εκσφενδονίζω, αλλά και του αποστέλλω κάποιον οίκαδε, στο σπίτι του' η οδός της αλήθειας είναι πολύφημος (περίφημη), αλλά απέχει πολύ από το να είναι φημισμένη' οι πολλοί άνθρωποι την αγνοούν, γιατί, όπως αναφέρει ένας πιο κάτω στίχος του ποιήματος, είναι έξω από την πατησιά τους (aπ΄ ανθρώπων εκτός πάτου εστίν)' είναι οδός άγουσα προς τη φανέρωση του Λόγου' γι’ αυτό είναι οδός θεϊκή, οδός δαίμοvoς' Ο Πλάτωνας (Κρατύλος 398 b-c), εξηγεί ότι ο όρος δαίμων (δαιμόνιος) δείχνει τον δαήμονα, δηλαδή τον ειδήμονα, τον ειδικό, κατά συνέπεια τον σοφό ή γνώστη. (Βλέπουμε ότι και στο ποίημα του Παρμενίδη ο όρος αυτός συνδέεται με το ειδότας που προέρχεται από το ρήμα οίδα = γνωρίζω). Ο Πλούταρχος καθιστά ακόμη πιο σαφές το φιλοσοφικό νόημα του όρου, λέγοντας ότι ‘’δαίμονες ονομάζονταν κατά το παρελθόν οι άνθρωποι εκείνοι που ήταν ισχυρότεροι στο φρόνημα και την αρετή από τους άλλους ανθρώπους, δεν είχαν όμως αμιγή και ατόφια φύση όπως οι θεοί’’, υπονοώντας με αυτό τον τρόπο την ενδιάμεση εκείνη βαθμίδα της εξέλιξης από το ανθρώπινο στο θεϊκό που οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν ημιθεϊκή κατάσταση (Περί Ίσιδος και Οσίριδος 25), Η κατάσταση αυτή αντιστοιχεί σε αυτήν του πάσχοντος Διονύσου.


Οι θησαυροί του Άδη


Ο πάσχων λοιπόν Διόνυσος συμβολίζει εκείνον ο οποίος, πριν ριχτεί στην ατραπό και μεταμορφωθεί σε Απόλλωνα, κατοικεί στον Άδη. Αυτός ο Κάτω Κόσμος δεν είναι η "άλλη όχθη" στην οποία περνάμε όταν πεθαίνουμε, αλλά αυτός εδώ ο κόσμος στη γη. Λόγω όμως του ότι η συνείδησή μας είναι συνεχώς κατειλημμένη από τη διαρκή ροή των πραγμάτων, δεν αντιλαμβανόμαστε αυτή την απλή αλήθεια. Ο Πλάτωνας στον Κρατύλο (403a-e), αναζητώντας την προέλευση του ονόματος του Άδη, λέει ότι προέρχεται από το αιδές (αόρατο) και προσθέτει ότι έχει ένα συνακόλουθο νόημα, που αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη πτυχή της ιδιότητάς του. Γιατί κανείς απ' όσους πάνε στον Άδη δεν γυρίζει πίσω. Ο Σωκράτης λοιπόν ρωτάει τον συνομιλητή του, Ερμογένη, τι είναι αυτό που κάνει ένα ον να μένει συνεχώς προσκολλημένο στο ίδιο μέρος, η ανάγκη ή η επιθυμία; Γιατί πολλοί θα έφευγαν με χαρά από τον Άδη, αν δεν τους κρατούσε εκεί με ισχυρά δεσμά. Και ποια δεσμά είναι ισχυρότερα από την επιθυμία; Στη συνέχεια, ο Σωκράτης ρωτάει αν υπάρχει μεγαλύτερη επιθυμία από το να πιστεύει κάποιος ότι, συναναστρεφόμενος έναν άλλον, θα γίνει καλύτερος. Όχι, απαντάει ο Ερμογένης. ‘’Γι' αυτό κι εμείς θα πούμε’’, συνεχίζει ο Σωκράτης, ‘’ότι κανένας δεν θέλει να φύγει από εκεί και να έρθει προς τα εδώ, ούτε οι ίδιες οι Σειρήνες, και ότι κι αυτές όπως και τόσοι άλλοι μαγεύτηκαν από εκείνον. Τόσο ωραία λόγια, καθώς φαίνεται, γνωρίζει να λέει ο Άδης, και είναι, για το λόγο αυτό, τέλειος σοφιστής και μέγας ευεργέτης όσων κάθονται κοντά του' γιατί και στους εδώ χαρίζει πολλά αγαθά. Τόσο πολλά είναι τα πλούτη του εκεί, ώστε πήρε το όνομα ‘’Πλούτων’’.

Σε ολόκληρη την ελληνική γραμματεία δεν υπάρχει μεγαλύτερος χιουμορίστας από τον Πλάτωνα. Αν θέλουμε να κατανοήσουμε σωστά τα λεγόμενα του, θα πρέπει να παρακάμψουμε την περιπαικτική διάθεση του κορυφαίου των φιλοσόφων και να αναρωτηθούμε πού τοποθετεί το βασίλειο του Άδη: εδώ στη γη ή σε κάποιο μεταθανάτιο επίπεδο; Βέβαια, οποιαδήποτε υπόθεση είναι παρακινδυνευμένη. Ωστόσο, όπως έχουμε αναφέρει στα προηγούμενα, κοινός τόπος όλων των φιλοσόφων ήταν η ταύτιση του γήινου κόσμου μας με αυτόν του Άδη. Για τον Εμπεδοκλή, οι άνθρωποι είναι δαίμονες που γκρεμίζονται στο λιβάδι της Άτης' για τον Θαλή και τον Χρύσιππο είτε είμαστε ζωντανοί είτε πεθαμένοι είναι το ίδιο πράγμα' για τον Πλάτωνα, ο κόσμος μας είναι μια υπόγεια κακοφωτισμένη υγρή σπηλιά στην οποία οι άνθρωποι-δεσμώτες σέρνουν τις αλυσίδες τους' για τον Απολλώνιο Τυανέα ‘’οι άνθρωποι εν δεσμωτηρίω εσμέν τον xρόνoν τούτον, ος δη ωνόμασται βίος’’ (Φιλόστρατος 306-307). Ο κοινός άνθρωπος μαγεμένος από τα δώρα της ζωής δεν σκέφτεται παρά πώς θα τα απολαύσει. Καθήκον του φιλοσόφου είναι να φύγει από την πνιγηρή αυτή φυλακή και όχι να κατασκηνώσει μόνιμα. Την πρόθεση αυτή την αποκαλούσαν "φιλοσοφικό θάνατο".

Πόσο διαφορετική ήταν η φιλοσοφία εκείνων των ημερών από την δυτικοευρωπαϊκή των περασμένων αιώνων ή αυτήν της εποχής μας. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι δεν προσπαθούσαν μόνο να εξηγήσουν ή να τακτοποιήσουν τα του δεσμωτηρίου' αντίθετα, μετά από πολύχρονες προσπάθειες, επεδίωκαν να δραπετεύσουν από τον υπόγειο κόσμο και να ανέλθουν στην επιφάνεια, εκεί όπου το φυσικό φως του Ήλιου θερμαίνει τα πάντα. Αλλά, όπως λέει ο Πλάτωνας στο 7ο βιβλίο της Πολιτείας, όταν κάποιος από αυτούς τους δραπέτες γύριζε πίσω για να διηγηθεί στους έγκλειστους τα περί του νέου κόσμου και του καθαρού φωτός που ανακάλυψε στην επιφάνεια, αυτοί τον έπαιρναν για τρελό και έφευγαν από κοντά του μήπως και τους μολύνει με καινά δαιμόνια, λέγοντας πως τα όσα διηγείται είναι μυθεύματα και φαντασιοκοπίες.


ΜΗΛΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ

Η ψυχή των ανθρώπων, Γλαύκε, γιε του Λεπτίνη, ­παίρνει καθημερινά όποια κατεύθυνση της δώσει ο Δίας. Στους σοφούς τα πράγματα αποβαίνουν ανάλογα με τα έργα τους.

Αρχίλοχος από την Πάρο, ήρωας-ποιητής του 70υ αι π.Χ.

Την περίοδο του Βυζαντίου, υπήρχε στα παράλια της Θράκης, απέναντι από τη Θάσο, μια μικρή και ασήμαντη κώμη που ονομαζόταν Πολύστυλον. Ήταν χτισμένη σε μια πρόχειρα επι­λεγμένη τοποθεσία κοντά στις εκβολές του Νέστου. προς την μεριά της Βιστωνίδας λίμνης. Εάν κανείς έμπαινε στον κόπο να ψάξει στο αρχεία της πόλης, θα ανακάλυπτε ότι είχε αρχαία καταγωγή, αφού ιδρύθηκε το 650 π.Χ. από τον Κλαζομένιο Τιμησία. Οι τωρινοί κάτοικοί της όμως το αγνοούσαν. Αυτή η έλλειψη ιστορικής μνήμης οφειλόταν εν μέρει στο γεγονός ότι η περιοχή, λόγω του ανθυγιεινού κλίματός της, μαστιζόταν συχνά από ασθένειες που έφθειραν την πνευματική δύναμη όσων κατοικούσαν εκεί. Τη σχέση αυτή κλίματος και πνευματικής υγείας παρατήρησε πρώτος ο Ιπποκράτης και την αναφέρει στο έργο του. Αλλά και ο Λατίνος ποιητής Γιουβε­νάλης μνημονεύει την εκεί πυκνότητα και βαρύτητα του αέρα που οφειλόταν στην υγρασία που τύλιγε από παντού την κώμη. Πάντως όσοι την επισκέπτονταν δεν έμεναν για πολύ εκεί, γιατί υπήρχε η φήμη πως κάποια περιοδική μανία καταλάμβανε τους ανθρώπους και τους έκανε να χάνουν τα λογικά τους. Τελικά, το Πολύστυλον φθάρηκε σιγά-σιγά και έσβησε από τον χάρτη της ιστορίας, καθώς οι λίγοι εναπομείναντες κάτοικοι στράφηκαν στην αναζήτηση καλύτερης τύχης σε άλλες πιο υγιεινές και ευημερούσες περιοχές.

Στη σύντομη τροχιά της η μικρή πόλη γνώρισε δυο κατα­στροφές από τους Τριβαλλoύς Θράκες, την επικυριαρχία των Περσών, την ενσωμάτωσή της στο βασίλειο της Μακεδονίας και τέλος την υποταγή της στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Όπως οι ανίατα ασθενείς παρουσιάζουν μιαν αιφνίδια ανάκαμψη λί­γο πριν επέλθει το μοιραίο, έτσι και η πόλη αυτή είχε μια σύ­ντομη αναλαμπή δόξας -αρκετή για να καταχωρισθεί στις ιστο­ρικές δέλτους- κατά τη διάρκεια του χρυσού αιώνα. Τότε η πόλη ευημερούσε, πράγμα που φαίνεται από το γεγονός ότι κατέβαλλε κάθε χρόνο δέκα τάλαντα ως μέλος της αττικής συ­μπολιτείας. Οι κάτοικοί της, γεωργοί κυρίως και κτηνοτρόφοι, είχαν πλουτίσει από το εμπόριο με τους Πέρσες, καθώς τόσο ο Δαρείος όσο και ο Ξέρξης χρησιμοποίησαν την πόλη ως σταθμό ανεφοδιασμού των στρατευμάτων τους κατά τη διάρ­κεια των Περσικών πολέμων.

Ο πλούτος δίχως τη συντροφιά της σύνεσης και δίχως κά­ποια οικονομική δεξιότητα είναι αδύνατη άγκυρα. Έτσι σύ­ντομα, η μέχρι πριν λίγο αγροτική κοινωνία της μικρής πόλης που εκτινάχθηκε στο επίπεδο του νεόπλουτου, έγινε ονομα­στή για τη ματαιοδοξία και την αβελτηρία των κατοίκων της. Στην αρχαία συλλογή αστείων Φλόγελως, που αποδίδεται στους γραμματικούς Ιεροκλή και Φιλάγριο, πολλά ανέκδοτα αναφέρονται στη ματαιοδοξία των κατοίκων της μικρής πόλης. Κάποτε για να λύσουν το πρόβλημα της λειψυδρίας, συγκέντρω­σαν με έρανο ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για να φέρουν από το Νέστο πόσιμο νερό στην πόλη. Αντ' αυτού όμως το δαπά­νησαν εξ ολοκλήρου στην κατασκευή μιας τεράστιας μαρμά­ρινης δεξαμενής, η οποία βέβαια έμενε διαρκώς άδεια. Μια άλλη φορά, θέλησαν να οχυρώσουν την πόλη τους με ψηλά τείχη και γιγαντιαίους γωνιαίους πύργους, χωρίς να σκεφτούν ότι δεν είχαν ούτε τους ανθρώπους, ούτε τα μέσα για να συγκροτήσουν και να συντηρήσουν τον στρατό που απαιτείτο για την επάνδρωσή τους. Από το έργο αυτό έμεινε μόνο μια πε­λώρια πύλη, ώστε ο ταξιδιώτης που έφτανε εκεί είχε την εντύ­πωση ότι μπαίνει σε πόλη μεγάλη και πολυάνθρωπη. Η πύλη ήταν τόσο παράλογα μεγάλη που όταν επισκέφθηκε το μέρος ο Διογένης, ο κυνικός φιλόσοφος, συνέστησε στους κατοίκους να την κλείσουν για να μην δραπετεύσει μέσα από αυτή η πό­λη τους.

Στα κατοπινά χρόνια το όνομα" Αβδηρίτης" έγινε παροιμιακό και σήμαινε τον αθεράπευτα ηλίθιο και ματαιόφρονα άνθρω­πο. Γιατί η κώμη που ονομάστηκε από τους Βυζαντινούς Πολύστυλον δεν είναι άλλη από τα αρχαία Άβδηρα. Αλλά αν τα Άβδηρα έγιναν περίγελος της αρχαιότητας για τη μωρία και

Μας ξεγελά η φύση, γιατί έχει κρύψει

την αλήθεια σε βάθος απλησίαστο, όπως λέει ο Δημόκριτος.

Κικέρωνας (Προσωκρ. Δημ. Α 110)

τον μικροπολιτισμό τους, τη δόξα τους τη χρωστάνε στο γε­γονός ότι ιδρύθηκε εκεί από τον Λεύκιππο τον 5ο αιώνα π.Χ. η περίφημη Σχολή των Ατομικών, την οποία έκανε διάσημη ο μαθητής του Δημόκριτος. Εκτός του Λεύκιππου και του Δη­μόκριτου, τα Άβδηρα υπήρξαν επίσης πατρίδα του σοφιστή Πρωταγόρα, του Φιλοσόφου Ανάξαρχου (που ακολούθησε για επιστημονικούς λόγους τον Μέγα Αλέξανδρο στις εκστρατεί­ες του), του ιστορικού Εκαταίου και του ποιητή Νικαίνετου.

Ο Γιουβενάλης, αναφερόμενος στον Δημόκριτο, δεν θα παραλείψει να σημειώσει πως ‘’η σοφία του δείχνει ότι άνθρωποι σπουδαίοι, ικανοί να δώσουν μεγάλα παραδείγματα, είναι δυ­νατό να γεννηθούν σε μια γη ηλιθίων και κάτω από μια βαριά ατμόσφαιρα’’. Αλλά ο Γιουβενάλης με τον δηκτικό τρόπο του απλά επισημαίνει πως ο Δημόκριτος ζούσε ήδη σε μια εποχή παρακμής.


Το ταξίδι της γνώσης

Την άνοιξη του 440 π.Χ. ο Δημόκριτος, όντας κιόλας είκο­σι χρονών, αποχαιρετά τα αδέλφια του Ηρόδοτο και Δαμάστη και παίρνοντας σε μετρητά το μερίδιό του από την πατρική πε­ριουσία αρχίζει ένα μακρινό ταξίδι γνώσης. Πρώτος σταθμός του είναι η Περσία. Μαζί του κομίζει συστατικές επιστολές προς τους σοφούς της χώρας αυτής. Τις επιστολές του τις εί­χαν δώσει οι Μάγοι και οι Χαλδαίοι που, σύμφωνα με την πα­ράδοση, είχε δασκάλους από μικρός. Τους ανατολίτες αυτούς είχε αφήσει ο Ξέρξης, ο βασιλιάς των Περσών, όταν είχε περάσει από τα Άβδηρα και είχε φιλοξενηθεί στο σπίτι του Ηγη­σίστρατου, πατέρα του Δημόκριτου. Μάγοι ονομάζονταν οι σύμβουλοι του Πέρση βασιλιά. Χαλδαίοι λέγονταν οι ιερείς της Βαβυλώνας που ήταν έμπειροι στην αστρονομία και τη μαντική. Λέγεται μάλιστα ότι η πρώτη Σίβυλλα ήταν Χαλδαία και σύμφωνα με τον Νικάνωρα, τον βιογράφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, είχε προείπει τα κατορθώματα του Μακεδόνα βασι­λιά. Οι Χαλδαίoι θα διατηρήσουν τη φήμη τους ως προφήτες και ερμηνευτές των ιερών γραμμάτων και στους επόμενους αιώνες. Κατά τον Ψελλό (Χαλδαϊκά Λόγια Ρ 133 ν) ήταν κάτοχο ‘’της αρχαιότερης και πρεσβύτερης φιλοσοφίας που είναι άγνωστη στους πολλούς’’. Πίστευαν ότι υπάρχουν επτά κόσμοι και αποκαλούσαν τον έσχατο υλαίο (άγριο), χθόνιο και μισoφαή (μισοφωτισμένο), ενώ τον πρώτο πύρινο και ακρότατο. Κοντά τους ο Δημόκριτος κάθισε πέντε χρόνια, σπουδάζοντας τα μυστηριώδη και απόκρυφα δόγματά τους. Ο απόηχος αυτών των σπουδών βρίσκεται στην πραγματεία του Δημόκριτου Πε­ρί ειδώλων, για τις "εικόνες" δηλαδή που προσεγγίζουν τους ανθρώπους. Γι' αυτήν θα μιλήσουμε αμέσως μετά την ολο­κλήρωση των βιογραφικών στοιχείων.

Στη συνέχεια ο Δημόκριτος, ακολουθώντας τα βήματα του Λυκούργου, θα ταξιδέψει μέσω της Ερυθράς θάλασσας στην Ινδική, ακολουθώντας έναν δρόμο που γνώριζαν μόνο οι ανα­τολίτες έμποροι. Εκεί συναναστράφηκε τους Γυμνοσοφιστές, όπως αποκαλούσαν οι Έλληνες τους φιλόσοφους αυτής της χώρας. Καθώς δεν έχουμε πολλά στοιχεία για το κομμάτι αυ­τό της ζωής του -γενικά ό,τι ξέρουμε γι' αυτόν προέρχεται από έμμεσες μαρτυρίες- δεν γνωρίζουμε εάν στην Ινδία συ­νάντησε, για παράδειγμα, την ίδια ιεραρχία σοφών που γνώ­ρισε πέντε αιώνες αργότερα ο Απολλώνιος Τυανέας. Τελευ­ταίος πάντως σταθμός του ταξιδιού του ήταν η Αίγυπτος, η περιλάλητη χώρα των μυστηρίων. Τα χειρόγραφα μας πλη­ροφορούν ότι επισκέφθηκε και την Αιθιοπία, τη χώρα των ‘’ανθρώπων με την καμένη όψη’’, αλλά αυτό δεν πρέπει να μας πα­ραπλανήσει και να πιστέψουμε ότι ταξίδεψε στο κέρας της ανατολικής Αφρικής. Στην Αιθιοπία δεν υπήρξε άλλωστε ποτέ κάποια ακμάζουσα πνευματική κοινότητα. Κατά τον Φιλόστρατο (Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον, Ζ, ΧVI 254), ο οποίος ακολου­θεί μια γνώμη του Αισχύλου, ‘’Αιθίοπες’’ ονομάζονταν τα μέλη της ανώτατης ιερατικής κάστας των Αιγυπτίων που λέγεται ότι στα πανάρχαια χρόνια είχαν μεταναστεύσει από την Ινδική χερσόνησο στη χώρα του Νείλου. Ας μην ξεχνάμε πως στα παλιά χρόνια το βασίλειο της Αιγύπτου καταλάμβανε το σημερινό Σουδάν, καθώς και το βόρειο τμήμα της Αιθιοπίας. Γενικά οι αρχαίοι Έλληνες εύρισκαν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στις Φιλοσοφίες της Ινδίας και της Αιγύπτου, γι' αυτό και ονόμα­ζαν την μεν Ινδία ανατολική Αιθιοπία, την δε Αίγυπτο δυτική Αιθιοπία. Μια ένδειξη αυτής της αρχαίας πεποίθησης βρίσκουμε στο αιθιοπικό αλφάβητο, στο οποίο ορισμένες συλλαβές (π.χ. κα, κε, χε, χο) αποδίδονται με ένα γράμμα αντί δύο, όπως και στα σανσκριτικά.

Περισσότερο από κάθε άλλη χώρα, την Αίγυπτο κάλυπτε ένα βαθύ πέπλο ιερότητας και μυστηρίου. Ο Ηρόδοτος, που την επισκέφθηκε, μένει εντυπωσιασμένος από την αρχαιότη­τα της χώρας, καθώς και από τη θρησκεία της, τα μνημεία και τα έθιμά της. Γενικά, οι αρχαίοι πίστευαν πως η Αίγυπτος ήταν η παρακαταθήκη της αρχαίας σοφίας. Γι' αυτό και θεωρούσαν όλους όσους ήταν παροιμιώδεις για τη σοφία τους ότι είχαν επισκεφθεί την Αίγυπτο και είχαν μυηθεί στα μυστήριά της. Και μερικοί το έκαναν πράγματι. Ο Σόλωνας λέγεται ότι είχε επισκεφθεί το φαραώ Άμαση, ο Θαλής πως είχε εφεύρει τη γεωμετρία (γης-μέτρηση) από το ξαναμέτρημα του εμβαδού των κλήρων μετά τις ετήσιες πλημμύρες του Νείλου. Ο Εκαταίος από τη Μίλητο πραγματοποίησε εκτεταμένα ταξίδια (Αί­γυπτο, Περσία, νότια Ρωσία) πριν σχεδιάσει το 500 π.Χ. τον πρώτο χάρτη της Γης. Το μυστήριο επέτεινε το γεγονός πως όσοι επέστρεφαν από τη χώρα του Νείλου, απέφευγαν επιμε­λώς να αναφερθούν στα όσα είχαν δει και ζήσει εκεί. Οι μεταγενέστεροι παραδοξογράφοι θα συμπληρώσουν το κενό αυτό με τη φαντασία τους και πολλοί φιλόσοφοι θα γίνουν, από τον 3ο αιώνα π.Χ. και μετά, ήρωες απόκρυφων ιστοριών.

Ο Δημόκριτος, αν και ούτε αυτός αποκάλυψε τίποτε, είναι ο πρώτος που δεν θα τηρήσει την καθιερωμένη στάση σεβα­σμού, αν κρίνουμε από τα αυθεντικά, σύμφωνα με τη σύγχρονη κριτική, λόγια του που διασώζει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, με τα οποία ο Αβδηρίτης σοφός καμαρώνει για την πολυμάθειά του: ‘’ Εγώ ταξίδεψα στον κόσμο περισσότερο απ' όλους τους συγχρόνους μου, στρέφοντας την έρευνά μου στα πιο μακρι­νά πράγματα. Και είδα πάρα πολλά γήινα και ουράνια και άκου­σα πάρα πολλούς σοφούς ανθρώπους. Και στη σύνθεση των γεωμετρικών σχημάτων και στην απόδειξή τους κανείς ποτέ δεν με πέρασε, ούτε καν οι λεγόμενοι Aρπεδoνάπτες (Αρπεδoνάπτες = κρατικοί γεωμέτρες) των Αιγυπτίων. Κοντά σ΄ αυτούς, ύστερα από όλους (τους άλλους σοφούς που επισκέφθηκα), εγώ φιλοξενήθηκα για πέντε χρόνια’’.

Η αλαζονεία του πνεύματος

Η δήλωση αυτή του Δημόκριτου πιστοποιεί την υπεροχή του ελληνικού επιστημονικού πνεύματος έναντι του ανατολικού μυστικισμού. Όμως οι μεταγενέστεροι ελάχιστα θα την καταλάβουν, καθώς θα τη διηθήσουν μέσα από το δικό τους ιδεολογικό πλαίσιο. Οι χριστιανοί απολογητές θα την εκλάβουν ως κομπασμό και θα επικρίνουν τον Δημόκριτο για τούτη την αλαζονεία του, καθώς ζουν σε χρόνια που η φιλοσοφία έχει ξεψυχήσει. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε πως σε τελική ανάλυση φιλοσοφία σημαίνει υπέρβαση του καθημερινού, και η πνευματική έπαρση δεν είναι παρά μια μέθοδος που ενισχύει τη δύναμη του φιλοσόφου να υπερβεί τον κόσμο των αισθη­τών πραγμάτων.

Ο Δημόκριτος, αν και ζει ήδη σε εποχή παρακμής, μένει πιστός στην προσωκρατική παράδοση, τότε που οι άνθρωποι,

Του Δημόκριτου. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι η απόκτηση των παιδιών είναι αναγκαία, είτε γιατί το επιβάλλει η φύση είτε γιατί έτσι το θέλει

μια παλιά τάξη πραγμάτων.

Το ίδιο όμως συμβαίνει

και με τα άλλα ζώα. Όλα πράγματι γεννούν απογόνους υπακούοντας σε κάποιο φυσικό νόμο, χωρίς να έχουν

καμιά ωφέλεια. Στους ανθρώπους όμως υπάρχει η πεποίθηση ότι θα αποκομίσουν

και κάποια ωφέλεια

από τον απόγονό τους.

Στοβαίος, Ανθολόγιο IV 24, 33

δίχως να αποκόβονται από τις ρίζες τους, ύψωναν το ανάστημά τους μέχρι τον ήλιο. Για τούτο γίνονταν δημοφιλείς και ανακηρύσσονταν ιερά πρόσωπα. Ο Πυθαγόρας υποδήλωνε τη θε­ϊκή του καταγωγή σηκώνοντας με τρόπο το χιτώνα του ώστε το πλήθος στους Ολυμπιακούς αγώνες να μπορέσει να θαυμάσει το μηρό του που ήταν χρυσός. Ο Εμπεδοκλής θα δια­κηρύξει ανοιχτά ότι είναι θεός. Κι ο Ηράκλειτος θα παραχω­ρήσει στον αδελφό του τον θρόνο της Εφέσου για να κατα­κτήσει ένα άλλο βασίλειο, το βασίλειο της σοφίας. Είναι περήφανος και ακατάδεκτος, ‘’μεγαλόφρων παρ΄οντινοούν και υπερόπτης’’, γράφει ο Λαέρτιος. Ζει απλά και φτωχικά, αλλά το ανάστημά του τρομάζει το πλήθος. Σ' αυτόν όμως θα στραφούν όλοι όταν η πόλη κινδυνέψει. Κι όταν πεθάνει θα τον ανακηρύξουν ήρωα και θα κόψουν νομίσματα με τη μορφή του. Ο Δημόκριτος λέγεται ότι έσωσε κι αυτός τη γενέτειρα του όταν κινδύνεψε κάποτε από λοιμό. Και οι συντοπίτες του θα του στήσουν χάλκινους ανδριάντες. Οι μεταγενέστεροι, έχοντας βρει καταφύγιο στο απάνεμο λιμάνι της πίστης, τρομάζουν να κατανοήσουν τέτοια ρωμαλέα πνεύματα. Να βρουν από πού αντλούσαν τη δύναμη και το θάρρος να ξανοίγονται στο συμπαντικό και ν' αντιμετωπίζουν ολομόναχοι τους κινδύνους.


Ο Δημόκριτος είναι ο τελευταίος μεγάλος ήρωας. Θεωρεί τον εαυτό του τον πιο πολυταξιδεμένο άνθρωπο της γης. Έχει διασχίσει τη μισή υφήλιο ανταλλάσσοντας εμπειρίες, γνώσεις και παρατηρήσεις. θεωρεί τον εαυτό του σοφό. Άλλωστε είναι κάτοχος όλης σχεδόν της ανθρώπινης γνώσης. Μια ματιά στον κατάλογο των βιβλίων του αρκεί για να μας αποκαλύψει την έκταση των ερευνών του. Έχει ενδιατρίψει στη φυσική, στην ηθική, στα μαθηματικά, στις εγκύκλιες σπουδές και σε όλες τις τέχνες (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι IX 37). Αλλά παραμένει ανικανοποίητος. Θέλει αυτό που βρίσκεται παραπέρα. ‘’Γιατί η αλήθεια’’, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του, ‘’βρίσκεται κρυμμένη στο βυθό’’.

Ο όρος βυθός ή υπερκόσμιος βυθός (Δαμάσκιος, Σχόλια στον Παρμενίδη F. 176 ν.) είναι μια κοσμολογική ιδέα που δηλώνει τον "κρύφιο κόσμο" στον οποίο βρίσκονταν συναθροισμένοι όλοι οι κόσμοι πριν την εκδήλωση της δημιουργίας. Στον κόσμο αυτόν όλα τα πράγματα συνυπήρχαν "δυνάμει", αλλά όχι "ενεργεία". Στη φιλοσοφία ο όρος ισοδυναμεί με το σκότος. Γι' αυτό και ο Ηράκλειτος ονομάζεται "σκοτεινός". Ο όρος είναι συνώνυμος με τη Νύκτα του Eπιμενίδη και τη μέγιστη Νύκτα του Ομήρου, ‘’την οποία σέβεται ακόμη κι ο Δίας’’ (Δαμάσκιος, F. 206 r.). Επίσης με την άφαντη Νύκτα του Παρμενίδη (απόσπ. 9) και με την άγνωστη και άρρητη εκείνη αρχή


Στους Κανόνες ο Δημόκριτος λέει

ότι υπάρχουν δυο είδη γνώσης:

αυτή που αποκτάται δια των αισθήσεων και αυτή που αποκτάται διά της διανοίας. Ονομάζει τη δεύτερη

από αυτές "γνήσια" επικυρώνοντας τον αξιόπιστο χαρακτήρα της όσον αφορά την αλήθεια της σχηματιζομένης κρίσης.

Τη διά των αισθήσεων γνώση την ονομάζει ‘’θολή’’, αφαιρώντας της την ορθότητα όσον αφορά

την εξακρίβωση της αλήθειας.

Σέξτος Εμπειρικός vιιι 138


της θεολογίας του Ορφέα. Είναι όμοιος, τέλος, με τον τόπο της σιγής και τον θείο γνόφο που αναφέρει στη Μυστική θεολογία του ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης.

Για να βυθιστεί κανείς σ' αυτό το "υπερκόσμιο σκότος" πρέπει να αποστρέψει τα μάτια του από το Φως. Πρέπει να υπερβεί όχι μόνο τα γήινα, αλλά ν' αφήσει πίσω του, σύμφωνα με τα λόγια του Διονύσιου, ‘’ακόμη και αυτά τα θεϊκά ύψη της αγιότητας, τους θείους φωτισμούς και τους ουράνιους λόγους’’. Αυτή η οδός, την οποία ο Πλωτίνος ονομάζει "αρνητική", με την έννοια ότι καταργεί την πολλαπλότητα και οδηγεί στην απόλυτη ενότητα που βρίσκεται πέραν του είναι, αφού το είναι, όντας μετά το Εν, συνδέεται με την πολλαπλότητα του φαινομενικού κόσμου, αυτή η ανάβαση από τα εγκόσμια προς τα υπερκόσμια, που δεν είναι άλλη από την αφαιρετική ή αποφατική οδό του Διονυσίου, αυτός ο άθλος στους προσωκρατικούς επιχειρείται μέσω της πνευματικής έπαρσης και της αλαζονείας. Δεν πρόκειται επομένως για κομπασμό, αλλά για σφοδρότητα και επίταση της ενέργειας που επιτρέπει στο φιλόσοφο να υπερβεί το ανθρώπινο στάδιο.


Δυο είδη γνώσης


Σύμφωνα με τη δημοκρίτεια φιλοσοφία υπάρχουν δυο είδη γνώσης: η αισθητηριακή και η νοητική. Τη γνώση που αποκτάμε με τη νόηση ο Δημόκριτος την αποκαλούσε γνήσια (καθαρή), επειδή εμπεριέχει το κριτήριο της αλήθειας. Την άλλη, τη γνώση που αποκτούμε με τις αισθήσεις, την ονόμαζε θολή ή νόθη, επειδή δεν της αναγνώριζε τη σταθερότητα που είναι το διαγνωστικό σημάδι της αλήθειας. Έλεγε συγκεκριμένα: ‘’Όταν η θολή γνώση δεν μπορεί να προχωρήσει περισσότερο, μήτε με την όραση, μήτε με την ακοή, μήτε με την όσφρηση, μήτε με τη γεύση, μήτε με την αφή, στη σύλληψη ενός λεπτού γνωστικού αντικειμένου, είναι ωστόσο ανάγκη να προαχθεί η έρευνα σε πράγματα πιο λεπτά, τότε έρχεται βοηθός η καθαρή γνώση, γιατί αυτή διαθέτει λεπτότερο γνωστικό όργανο’’.

Ό,τι ξεφεύγει από την αντίληψη των ματιών, εξουσιάζεται από τα μάτια του νου.

Γι' αυτό και η παράδοση θέλει τον Δημόκριτο να τυφλώνεται μόνος του, για να μην επικαλύπτεται η οξύτητα του πνεύματος του από το αισθητό φως. Ο Κικέρωνας, που θα εκλάβει το περιστατικό ως πραγματικό, θα σχολιάσει: ‘’Ο άνδρας τούτος νόμιζε, ότι του πνεύματός του η οξύτητα παρεμποδιζόταν από την όραση των ματιών του, κι ενώ άλλοι συχνά δεν έβλεπαν ό,τι βρισκόταν μπροστά στα πόδια τους, εκείνος πλανιόταν μέσα στο άπειρο ολόκληρο, χωρίς να σταματά σε κάποια άκρη’’.

Ο Πλούταρχος, όμως, που αντιλαμβάνεται τη συμβολική σημασία των όσων μεταφέρει η παράδοση, θα γράψει: ‘’Είναι ψευδές ότι ο Δημόκριτος τυφλώθηκε με τη θέλησή του, αφού τάχα στήθηκε απέναντι σε πυρακτωμένα κάτοπτρα και δέχτηκε την αντανάκλασή τους. Και το έκανε, λένε, για να μην τον ενοχλούν τα μάτια παρασέρνοντας συχνά τη νόησή του να προσέξει τα εξωτερικά αντικείμενα, αλλά αντίθετα να τον αφήνουν να μένει μέσα στο σπίτι και να διανοείται, σαν παράθυρα που βλέπουν στο δρόμο και σφάλισαν’’.

Στους επόμενους αιώνες, το ανέκδοτο σχετικά με την εθελούσια τύφλωση του Δημόκριτου, θα χάσει όχι μόνο τη συμβολική αλλά και τη γνωστική του αξία. Τον 2ο αιώνα μ.Χ:. ο Τερτυλλιανός από την Καρχηδόνα, φανατικός πολέμιος της καθαρής σκέψης και εκφραστής της ψυχοπαθολογίας που θα επικρατήσει έκτοτε σ' ολόκληρη τη Δύση, θα γράψει: ‘’Ο Δημόκριτος τυφλώθηκε μόνος του, γιατί δεν άντεχε να βλέπει τις γυναίκες χωρίς πόθο και γιατί δεν μπορούσε να τις κάνει δικές του. Αλλά από τον τρόπο που θέλησε να διορθωθεί, ομολογεί την ακράτειά του’’.


Και ο νεαρός Μαρξ, ξεπερνώντας όλους τους προηγούμενους, θα κάνει το εξής απίθανο σχόλιο: ‘’ο Δημόκριτος αυτοτυφλώθηκε έχοντας απαυδήσει από τη γνώση’’!

Ο Κικέρωνας, ο Τερτυλλιανός και ο Μαρξ δεν αντιλαμβάνονται, όπως ο Πλούταρχος, τη φιλοσοφική διάσταση του περιστατικού και εκλαμβάνουν τη μυθοπλασία ως πραγματικό γεγονός. Είναι όμως φανερό πως ο μύθος κατασκευάστηκε στοχεύοντας στο αντίθετο, να δείξει δηλαδή ότι η αισθητηριακή αντίληψη υποχωρεί συμβολικά στο σκοτάδι, όταν τα μάτια του νου κοιτούν πάνω από την άβυσσο του χάους, ατενίζοντας το υπερκόσμιο φως ένα φως του οποίου η λαμπρότητα είναι τόσο έντονη που ισοδυναμεί με σκότος.

Η παράδοση θέλει επίσης τυφλούς τον Όμηρο, που κάλυπτε τους φιλοσοφικούς στοχασμούς του με τα ενδύματα των Μουσών, και τον Τειρεσία που είχε το χάρισμα της μαντικής.


Ένας απρόσιτος άνθρωπος


Κατά τον Αιλιανό, ο Δημόκριτος όχι μόνο ήθελε να γίνει σοφός σε όλους τους τομείς, μα ήθελε πάνω απ' όλα να μείνει μακριά από τα βλέμματα του πλήθους. Γι' αυτό και έκανε μεγάλα ταξίδια σε όλο τον κόσμο. Είχε μάλιστα αναγάγει σε τέχνη το να περνάει απαρατήρητος. Όταν στα χρόνια του Σωκράτη επισκέφθηκε την Αθήνα, την πολύβουη μητρόπολη των φιλοσόφων, εκαυχάτο ότι αν και κάθισε σ' αυτήν αρκετό καιρό κανείς δεν τον πρόσεξε: ‘’Ήλθον γαρ εις Αθήνας και ου τις με έγνωκεν’’. Σύμφωνα με τους αρχαίους βιογράφους του, δεν

Του Δημόκριτου. Η τύχη προσφέρει ένα πλούσιο τραπέζι, η σωφροσύνη όμως εκείνο απ' το οποίο

δεν λείπει τίποτε.

Στοβαίος, Ανθολόγιο ΙΙΙ 4, 26

ήθελε να παίρνει δόξα από τους τόπους, αλλά αντίθετα να προσφέρει δόξα σ' αυτούς.

Ο Αιλιανός σημειώνει ότι ο Θεόφραστος τον επαινούσε στο Περί Ευδαιμονίας, επειδή από το ταξίδια του συγκέντρωσε περισσότερα λάφυρα απ΄ ότι ο Μενέλαος και ο Οδυσσέας. Πραγματικά, συνεχίζει ο Αιλιανός, αυτοί στα ταξίδια τους δεν διέφεραν καθόλου από τους Φοίνικες εμπόρους, που στις περιπλανήσεις τους σε στεριές και θάλασσες αυτό έχουν ως μοναδικό σκοπό τους, να συγκεντρώνουν πλούτη.

Πραγματικά, όπως παραδίδουν οι βιογράφοι του, ο Δημόκριτος πίστευε ότι ‘’δεν γνωρίζουμε τίποτε στην πραγματικότητα, γιατί η αλήθεια βρίσκεται στο βυθό’’. (Ετεή δ' ουδέν ίδμεν' εν βυθώ γαρ η αλήθεια). Γι' αυτό και έλεγε ότι προτιμούσε να ανακαλύψει μια μόνο αιτιολογία, παρά να έχει στην κατοχή του το βασίλειο των Περσών.

Τα ταξίδια του Δημόκριτου δεν έγιναν μονομιάς, αλλά κατά διαστήματα, ανάμεσα στα οποία πρέπει να έγραφε τα έργα του. Συνυπoλoγiζoντας το χρόνο μετάβασης και επιστροφής, πρέπει να κράτησαν περί τα είκοσι χρόνια. Το κόστος τους ήταν τεράστιο: εκατό τάλαντα. (Το τάλαντο δεν ήταν νόμισμα, αλλά συμβατική νομισματική μονάδα χρυσού ή αργύρου, το βάρος της οποίας ποίκιλλε κατά τόπους από 30 έως 50 κιλά. ΤΟ αιγινήτικο και το αρχαίο βαβυλωνιακό τάλαντο άξιζαν 100 μνες ή 10.000 χρυσές δραχμές, το αττικό 60 μνες ή 6.000 από τις τότε δραχμές, ενώ το ευβοϊκό ήταν το μισό του αιγινήτικου). Παρ' όλο που είναι δύσκολο να υπολογίσουμε το ακριβές ποσό -κυμαίνεται ανάμεσα στις 600.000 με ένα εκατομμύριο χρυσές δραχμές- είναι φανερό ότι στα ταξίδια του ο Δημόκριτος δαπάνησε ολόκληρη περιουσία. Αρκεί να σκεφτούμε ότι το εργοστάσιο κατασκευής πολεμικού υλικού του Δημοσθένη στην Παιανία είχε αποτιμηθεί 15 τάλαντα. Ο δε Θεμιστοκλής, ο νικητής της Σαλαμίνας, έστρεψε εναντίον του τον φθόνο των Αθηναίων και τελικά εξορίστηκε, επειδή όταν ανήλθε στην εξουσία απέκτησε περιουσία ογδόντα ταλάντων, ενώ πριν δεν είχε ούτε τριών.

Αν και δαπανηρός, τα ταξίδια είναι κι αυτά ένας τρόπος ν' αναρριπίζει κανείς τη φλόγα του πνεύματος.


Ο απόηχος του ταξιδιού

Η αντιπάθεια δεν συνοδεύει μόνο εκείνους που χρησιμοποιούν τη θέση τους για να πλουτίσουν ή που εξαιτίας του αιφνίδιου πλουτισμού τους ανέρχονται σ΄ ένα υψηλότερο κοινωνικό επίπεδο απ' αυτό που βρίσκονταν πριν, αλλά και όσους από την τάξη των εύπορων ξεπέφτουν στην τάξη των φτωχών. Σε αντίθεση με τον Θεμιστοκλή, ο Δημόκριτος αντιμετώπισε τη μήνι των συμπολιτών του, επειδή σπατάλησε εκατό τάλαντα. Στα Άβδηρα υπήρχε νόμος που έκρινε ανάξιο να θάβεται στην πατρίδα εκείνος που σπαταλούσε την πατρική περιουσία και δεν χρησιμοποιούσε σε παραγωγικά έργα και επενδύσεις. Επρόκειτο δηλαδή για ένα είδος ηθικού εξοστρακισμού. Κάποιοι, λοιπόν, που τον φθονούσαν, θέλησαν, επικαλούμενοι αυτό το νόμο, να τον οδηγήσουν στο δικαστήριο. Ο Δημόκριτος, όμως, μόλις αντιλήφθηκε τα σχέδιά τους, διάβασε στους συμπολίτες του το έργο του Μέγας διάκοσμος, κι εκείνοι ομόφωνα αναγνώρισαν ότι το έργο άξιζε πολύ περισσότερο από την περιουσία που κληρονόμησε ο Δημόκριτος. Υπολόγισαν μάλιστα την αξία του συγγράμματος σε πεντακόσια τάλαντα. Το έργο αυτό, όπως και όλα τα υπόλοιπα του Δημόκριτου, έχει χαθεί. Ήταν όμως ένα από τα πιο σπουδαία της αρχαιότητας, αν δώσουμε κάποια βάση στην υπερβολική πληροφορία που μας μεταφέρει ο Διογένης Λαέρτιος, ‘’ότι οι συμπολίτες του για να τον τιμήσουν του έδωσαν πεντακόσια τάλαντα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά του έστησαν και χάλκινους ανδριάντες. Κι όταν πέθανε, πάνω από εκατό χρονών, τον έθαψαν με δημόσια δαπάνη’’. (Βίοι ΙΧ 39).

Άλλοι όμως ιστορικοί της αρχαιότητας, πιο προσεκτικοί από τον ενθουσιώδη μερικές φορές Λαέρτιο, υποστηρίζουν ότι τον Μέγα διάκοσμο τον διάβασαν οι συγγενείς του κι ότι το έργο εκτιμήθηκε μόνο εκατό τάλαντα.

Όπως και να 'χει, το επεισόδιο φαίνεται αληθινό. Ο Αθήναιος (IV 168 Β) αναφέρει ότι ο Δημόκριτος οδηγήθηκε πράγματι στο δικαστήριο από τους συμπολίτες του ως παραβάτης του εθιμικού δικαίου. Όταν όμως τους διάβασε τον Μέγα διάκοσμο και τα βιβλία Περί των εν Άιδου και τους δήλωσε ότι γι' αυτές τις εργασίες ξόδεψε την περιουσία του, οι Αβδηρίτες τον αθώωσαν.

Ο Δημόκριτος δεν κινδύνεψε το ίδιο όπως ο σύγχρονός του Σωκράτης, από τον οποίο ήταν μερικά χρόνια νεότερος, που οδηγήθηκε στο θάνατο από τους κατά πολύ δημοκρατικότερους και φιλελεύθερους Αθηναίους με την κατηγορία ότι εισάγει "καινά δαιμόνια". Ο Σωκράτης, παρά την αγάπη του στους αστεϊσμούς, ήταν σοβαρός χαρακτήρας, πράγμα που φαίνεται και από την αμετακίνητη προσήλωσή του στους νόμους. Αντίθετα, ο Δημόκριτος είχε το παρατσούκλι "Γελασίνος", επειδή όλα τα γελούσε, σαν να ήταν γελοία όλα τα ανθρώπινα. Η πληροφορία είναι αναμφίβολα μεταγενέστερη, ανταποκρίνεται όμως πλήρως στο δημοκρίτειο πνεύμα. Σ' έναν κόσμο που υποφέρει από το βαρύ και ανθυγιεινό κλίμα των αναθυμιάσεων της θυμοειδούς λογικής, το χιούμορ αποτελεί μια έξοχη ασπίδα προστασίας. '

Χαρακτηριστικό είναι το ανέκδοτο που παραδίδουν οι βιογράφοι του Ιπποκράτη, του Κώου γιατρού, και που αναφέρεται σ' ένα περιστατικό που λέγεται ότι αποτέλεσε την έναρξη της φιλίας ανάμεσα στους δυο άνδρες. Σύμφωνα με αυτούς, οι Αβδηρίτες κάλεσαν τον περίφημο γιατρό, για να θεραπεύσει τον φιλόσοφο, τον οποίο θεωρούσαν τρελό. Ο Ιπποκράτης έφτασε στην πόλη, όπου βρήκε πολυάριθμο πλήθος να τον περιμένει βυθισμένο στη θλίψη. Τον οδήγησαν αμέσως κοντά στον Δημόκριτο που εκείνη την εποχή συνέθετε ένα έργο σχετικό με την ... τρέλα. Ο γιατρός αντιλήφθηκε τότε ότι τα ακατάσχετα γέλια του Δημόκριτου δεν ήταν σύμπτωμα τρέλας αλλά δείγμα σοφίας. Στην πραγματικότητα ο Δημόκριτος γελούσε με την τρέλα των ανθρώπων.


Στις προσευχές τους οι άνθρωποι ζητούν από τους θεούς την υγεία τους και αγνοούν ότι στο χέρι τους

είναι να είναι υγιείς. Από έλλειψη εγκράτειας ζουν με τρόπο που να προκαλούν τα αντίθετα αποτελέσματα, κι έτσι, με τα πάθη τους, γίνονται οι ίδιοι προδότες της υγείας τους.

Δημόκριτος (Στοβαίος, Ανθολόγιο ΙΙΙ 18, 30)

Μια εποχή παρακμής


Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στον 5ο προς 4ο αιώνα. Η περίοδος αυτή αποκαλείται από τους ιστορικούς "Xρυσούς αιών", επειδή κατά τη διάρκειά της ο αρχαίος κόσμος γνώρισε την τελευταία αναλαμπή της δόξας του, η δε πνευματική ανάπτυξη λόγω της παρουσίας τόσων επιφανών προσωπικοτήτων έφτασε σε ανυπέρβλητα ύψη ακμής. Στην πραγματικότητα -για να το πούμε ακόμη μια φορά-ήταν εποχή παρακμής, ο προθάλαμος όλων όσων επρόκειτο να ακολουθήσουν κατά τους επόμενους αιώνες, οι συνέπειες δε μερικών φτάνουν έως τις μέρες μας. Η Τέχνη είναι αψευδής μάρτυρας του ισχυρισμού μας. Συγκρίνετε έναν αρχαϊκό κούρο με ένα άγαλμα της ελληνιστικής, ας πούμε, εποχής. Η Φθίνουσα πορεία γίνεται επίσης αντιληπτή στα τρία είδη ρυθμών που ανέπτυξε ο αρχαίος κόσμος. Όταν το θείο άφηνε τα αποτυπώματα του με χέρια και πόδια στη γη, επικρατούσε η λιτότητα του δωρικού ρυθμού. Όταν το πνεύμα είναι παρόν δεν χρειάζονται στολίδια. Αλλά όταν αυτό άρχισε να τραβιέται στο μισοσκόταδο και να σπανίζει, οι άνθρωποι αισθάνθηκαν την ανάγκη να συμπληρώσουν το κενό με υλικά στολίδια. Εμφανίστηκε έτσι ο ιωνικός ρυθμός με τα καλοδουλεμένα κιονόκρανα. Και όταν πια το πνεύμα θα απουσιάσει τελείως, εμφανίζονται στη θέση του τα εντυπωσιακά στολίδια και ψιμύθια του βαρυφορτωμένου κορινθιακού ρυθμού. Το ατόφιο πνεύμα παραχωρεί τη θέση του στην ειδωλολατρία και τον ανθρωπομορφισμό. Ο άνθρωπος όχι μόνο στερεί οριστικά από τον εαυτό του τη δυνατότητα να υπερβεί τους θεούς, αλλά χάνει και τη μυστική τέχνη της θέωσης. Κι εκεί που άλλοτε υπήρχε το αγνό και το καθαρό, δεν συναντάς τώρα παρά αγάλματα και εικόνες, άμφια και ψαλμούς, τελετές και σύμβολα και άρθρα πίστης.

Την ίδια διαφορά παρατηρούμε αν συγκρίνουμε τα κείμενα των προσωκρατικών με αυτά των μετασωκρατικών φιλοσόφων. Γενικά, οι προσωκρατικοί διακρίνονται για τη σαφήνεια και την οικονομία στη γλώσσα και το ύφος, ενώ οι αντιλήψεις τους περί κόσμου είναι πολύ πιο πρωτότυπες από κάθε άλλη μεταγενέστερη κοσμοθεωρία. Αντίθετα, από τον Πλάτωνα και μετά, η φιλοσοφία αποκτά χαρακτήρα αναλυτικό, σκεπτικό, δογματικό, άλλες φορές μυστικιστικό, ώσπου τελικά, παραπαίοντας στα νεότερα χρόνια ανάμεσα στο σχολαστικισμό και τη διανοητική κενολογία, θα χάσει το στόχο της και θα υποβιβαστεί σε θεραπαινίδα της θρησκείας, της επιστήμης και της πολιτικής. Ορθώς λοιπόν ο Δημόκριτος, για την οξύτητα και διαύγεια των ιδεών του, τοποθετείται στους προσωκρατικούς, αν και ήταν μόνο τριάντα χρόνια μεγαλύτερος από τον Πλάτωνα.


Πενταθλητής της φιλοσοφίας


Είναι δυσεξήγητο, αλλά ενώ ο Πλάτωνας μνημονεύει σχεδόν όλους τους πριν από αυτόν φιλοσόφους, δεν κάνει πουθενά λόγο για τον Δημόκριτο. Ίσως να πήρε κατά γράμμα την επιθυμία του σοφού να περνάει απαρατήρητος. Αλλά όπως μας πληροφορεί ο Λαέρτιος -μεταφέροντας μια γνώμη του Θράσυλλου- αν ο διάλογος του Πλάτωνα Αντερασταί (Αντίπαλοι) είναι πραγματικά δικός του, τότε ο Δημόκριτος είναι το άγνωστο πρόσωπο που στη συζήτηση με τον Σωκράτη για τη Φιλοσοφία παραλληλίζει το φιλόσοφο με έναν αθλητή του πεντάθλου. Γιατί πραγματικά, συνεχίζει ο Λαέρτιος, ο Δημόκριτος υπήρξε πρωταθλητής του πεντάθλου της φιλοσοφίας, έχοντας διακριθεί στη φυσική και στην ηθική, αλλά και στα μαθηματικά και στους εγκυκλίους λόγους (ιστορία και φιλολογία), καθώς και σε όλες γενικά τις τέχνες (και περί τεχνών πάσαν είχεν εμπειρίαν). Δική του είναι επίσης η φράση ‘’ο λόγος είναι η σκιά της πράξης’’ (λόγος έργου σκιή).

Αναμφίβολα ο Δημόκριτος υπήρξε ένας από τους πιο παραγωγικούς συγγραφείς της εποχής του, αγκαλιάζοντας με το έργο του πολλές περιοχές της επιστήμης: από τη φυσική και τα μαθηματικά έως την ηθική, από την ιστορία και την πολιτική έως τη ρητορική, από την αστρονομία και τη γεωγραφία έως τις ιατρικές προγνώσεις και τη διαιτητική, και από την ορυκτολογία, τη ζωολογία και τη βοτανική έως τη μουσική, τη ζωγραφική και τις πολεμικές τέχνες. Γι' αυτό όσο ζούσε του προσδόθηκε το παρωνύμιο "Σοφία".


Το δημοκρίτειο corpus


Όπως συμβαίνει με όλους τους προσωκρατικούς, από τα εξήντα και πλέον έργα που αποδίδονται στον Δημόκριτο δεν σώθηκε κανένα. Μέσω των μεταγενέστερων συγγραφέων έφτασαν έως εμάς 300 περίπου αποσπάσματα, τα περισσότερα ηθικού περιεχομένου. Αξίζει να ρίξουμε μια ματιά σε μερικούς από τους

τίτλους των έργων του, μόνο και μόνο για να αντιληφθούμε τι έχουμε χάσει. Οι αρχαίοι μελετητές του διαιρούσαν γενικά τα έργα του σε ηθικά (Πυθαγόρας, Περί της διαθέσεως του σοφού, Τριτογένεια -έτσι αποκαλούσε ο Δημόκριτος την Αθηνά, την τριτογεννημένη μετά τον Απόλλωνα και την Άρτεμη, επειδή από αυτήν προέρχονται τρία πράγματα από τα οποία εξαρτάται όλη η ζωή, δηλαδή το να σκεπτόμαστε ορθά, να μιλούμε ορθά και να πράττουμε αυτό που πρέπει- Περί των εν Άδη, Το Kέρας της Αμαλθείας, Περί ευθυμίας ή Ευεστώ κ.ά.), φυσικά (Μέγας διάκοσμος, Μικρός διάκοσμος, Κοσμογραφία, Περί των πλανητών, Περί της ανθρώπινης φύσεως, Περί των αισθήσεων κ.ά.), γνωστικά (Περί νου, Περί ιδεών, Περί ειδώλων, Περί λογικών ή Κανών, δηλαδή για τους κανόνες της λογικής, Kρατυvτήρια κ.ά.), επιστημονικά εγχειρίδια (Αιτίες αέριες, δηλαδή περί των διαφόρων φαινομένων στην ατμόσφαιρα, Αιτίες ουράνιες, Περί ζώων, Περί σπερμάτων, φυτών και καρπών, Περί λίθων κ.ά.), μαθηματικά (Περί γεωμετρίας, Περί αλόγων γραμμών και ναστών, δηλαδή για τις ασύμμετρες γραμμές και τα στερεά, Μέγας ενιαυrός ή Αστρονομία. Ουραvoγραφία, Γεωγραφία κ.ά.), μουσικά και φιλολογικά (Περί ρυθμών και αρμονίας, Περί ποιήσεως, Περί Ομήρου κ.ά.), τεχνικά (Περί διαίτης, Ιατρική γνώμη, Περί γεωργίας, Περί ζωγραφικής κ.ά.) και τέλος ιστορικά (Περί των εν Bαβυλώνι ιερών γραμμάτων, Ωκεανού περίπλους, Χαλδαϊκός λόγος, Νομικά αίτια κ.ά.).

Πρώτος, πριν από τον Πλάτωνα, επεξεργάστηκε τη θεωρία των ιδεών, λέγοντας ότι ‘’αναφορικά με τα αισθητά φαινόμενα ο άνθρωπος βρίσκεται μακριά από την αλήθεια’’, ενώ με το έργο του Περί νου άνοιξε το δρόμο στον Αριστοτέλη, όταν βεβαίωνε ότι νους και ψυχή είναι το ίδιο. Κατά τον Αέτιο, ‘’η ψυχή για τον Δημόκριτο είναι ένα πύρινο σύμπλεγμα, που αποτελείται από νοητά στοιχεία (δηλ. από άτομα) που έχουν σχήματα ιδέας σφαιρικά και τις ιδιότητες του πυρός, και το σύμπλεγμα αυτό είναι σωματικό’’.

Όπως όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι, ο Δημόκριτος υπήρξε πρωτότυπος στοχαστής και επηρέασε όχι μόνο τους μετά από αυτόν φιλοσόφους, αλλά και τους μεταγενέστερους στοχαστές και επιστήμονες αρχής γενομένης από τον Γαλιλαίο. Ιδιαίτερα η θεωρία του για τα άτομα και το κενό σφράγισε τη σύγχρονη φυσική. Το όνομα του είναι άρρηκτα συνδεμένο με την εμφάνιση της λογικής. Ο Κικέρωνας τον θεωρούσε υπόδειγμα νοητικής διαύγειας, ο δε Διονύσιος Αρεοπαγίτης τον τοποθετούσε στο ύψος του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Από άλλες πηγές μαθαίνουμε ότι τα έργα του Δημόκριτου διακρίνονταν για τη μορφική τελειότητα, την oρθoέπεια και τη σαφήνειά τους. Αριστοτέχνες του φιλοσοφικού λόγου εφάμιλλοι του Δημόκριτου θεωρούνταν στην αρχαιότητα μόνο ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης. .,~

Λέγεται πως ο Επίκουρος ήταν γραμματoδιδάσκαλoς, αλλά ύστερα από την ανάγνωση των βιβλίων του Δημόκριτου αφιερώθηκε στη φιλοσοφία.

Λίγο συμμετέχει στη ζωή των συνετών η τύχη. Τα πιο μεγάλα και τα πιο

ενδιαφέροντα γεγονότα τα έχει ρυθμίσει ο λογισμός, που τα διέπει και θα τα διέπει

όσο κρατήσει η ζωή. Οι άνθρωποι έπλασαν το είδωλο της τύχης, για να δικαιολογήσουν την ανοησία τους.

Πού και πού μόνο η τύχη αντιμάχεται τη σύνεση. Το συνετό βλέμμα του νου, αυτό προπαντός κατευθύνει τα συμβάντα της ζωής. '

Eπίκoυρoς. Κύριαι δόξαι χνι


Ο Κικέρωνας αναρωτιέται: ‘’Τι τέλος πάντων υπάρχει στη Φυσική του Επίκουρου, που να μην προέρχεται από τον Δημόκριτο;- Ο δε Πλούταρχος γράψει: ‘’Ο Επίκουρος τιμούσε τον Δημόκριτο, γιατί είχε φτάσει πριν απ' αυτόν στην αληθινή γνώση, και γενικά (ο Επίκουρος) ονομαζόταν δημοκρίτειος ως προς τη φιλοσοφική του θεωρία, γιατί (ο Δημόκριτος) ήταν ο πρώτος που ανακάλυψε τις αρχές που διέπουν τη

τη φύση. Ο Μητρόδωρος άλλωστε έχει γράψει ξεκάθαρα, στο έργο του Περί φιλοσοφίας, ότι ποτέ ο Επίκουρος δεν θα έφτανε στη σοφία αν δεν του είχε δείξει το δρόμο ο Δημόκριτος’’.

Ο Δημόκριτος γεννήθηκε σαράντα χρόνια μετά τον Αναξαγόρα, δηλαδή το 460 π.Χ. (η γέννηση του Αναξαγόρα τοποθετείται ακριβώς στο 500 π.Χ.) και έφτασε σε βαθιά γεράματα. Ο Κηνσωρίνος, Λατίνος γραμματικός του 3ου αι. μ.Χ., λέει ότι ο Δημόκριτος και ο ρήτορας Ισοκράτης έφτασαν σχεδόν στην ηλικία του Γοργία του Λεοντίνου, που υπήρξε ο πιο μακρόβιος ανάμεσα στους αρχαίους και έζησε εκατόν οκτώ χρόνια. Το ίδιο μακρόβιος υπήρξε και ο Ιπποκράτης, που ήταν κοινωνός της φιλοσοφίας του Αβδηρίτη σοφού.

Μαθητής του Δημόκριτου ήταν ο σκεπτικός φιλόσοφος Μητρόδωρος ο Χίος. Αυτός είχε για μαθητή του τον Ανάξαρχο, που έγινε δάσκαλος του Πύρωνα. Τόσο ο Ανάξαρχος όσο και ο Πύρωνας ακολούθησαν τον Μέγα Αλέξανδρο στην Ινδία. Σύγχρονος του Πύρρωνα και κάπου είκοσι χρόνια νεότερος του, ήταν ο Επίκουρος. Μαθητής του Πύρρωνα υπήρξε ο Αινεσίδημος από την Κνωσό, ο οποίος δίδαξε στην Αλεξάνδρεια. Ο Αινεσίδημος βρέθηκε κοντά στην εμπειρική ιατρική σχολή κι έτσι άσκησε μεγάλη επίδραση στον Σέξτο Εμπειρικό, στον οποίο χρωστάμε πολλά από τα σωζόμενα αποσπάσματα του Δημόκριτου.

Το γεγονός ότι ο Δημόκριτος δεν ίδρυσε, καθώς φαίνεται, φιλοσοφική σχολή, εξηγεί την ελλιπή παράδοση της συγγραφικής του κληρονομιάς. Στη Δύση η ατομική θεωρία έγινε γνωστή, εκτός του Αριστοτέλη, μέσω του ποιητικού έργου του Λoυκρήτιου De rerum natura, το οποίο εξέδωσε ο Κικέρωνας. Σε αυτό ο Λουκρήτιος παρουσιάζει το φιλοσοφικό σύστημα του Eπίκoυρoυ, όπως τελικά αυτός το διαμόρφωσε βασισμένος στη σωματιδιακή θεωρία του Δημόκριτου.



ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ: Ο ΈΛΛΗΝΑΣ ΙΗΣΟΥΣ


ΑΝΑΛΗΨΗ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ. Λίγων ανθρώπων ο θάνατος είναι αντάξιος της ζωής τους. Γιατί οι περισσότεροι, ακόμη κι αν σε κάποιες στιγμές της ζωής τους φάνηκαν αρκετά γενναίοι, λιποψυχούν μπροστά στο μέγιστο αυτό φαινόμενο. Όμως ακόμη λιγότεροι είναι εκείνοι των οποίων ο θάνατος υπήρξε πιο ένδοξος από τη ζωή τους. Αυτή η διαπίστωση φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τον τρόπο με τον οποίο αποσύρθηκε από τα εγκόσμια ο πυθαγόρειος φιλόσοφος και μυστικιστής Απολλώνιος Τυανέας.

Για τον τρόπο του θανάτου του -αν βέβαια πέθανε- λέγονται πολλά. Σύμφωνα με μια παράδοση εισήλθε στο ιερό της Αθηνάς στη Λίνδο της Ρόδου και εκεί εξαφανίστηκε. Η επικρατέστερη όμως εκδοχή είναι ότι σε μεγάλη ηλικία –ογδόντα, ενενήντα και κατ' άλλους πάνω από εκατό- ζούσε στην Κρήτη και αργά ένα βράδυ πήγε στο Δικταίο άντρο. Το ιερό αυτό φυλασσόταν από σκυλιά. Γιατί μέσα υπήρχαν πολλά πλούτη. Τα σκυλιά αυτά ήταν τόσο άγρια που τα παρομοίαζαν με τις αρκούδες. Όμως, όταν πλησίασε ο Απολλώνιος, δεν γαύγισαν καθόλου. Αντίθετα, τον πλησίασαν κουνώντας την ουρά, έτσι όπως δεν έκαναν ούτε σε κάποιον πολύ γνωστό. Οι φύλακες του ιερού τον συνέλαβαν και τον έδεσαν κατηγορώντας τον πως είναι μάγος ή πως έριξε στα σκυλιά λίγο κρέας και σώπασαν. Ο Απολλώνιος τα μεσάνυχτα λύθηκε, φώναξε αυτούς που τον είχαν δέσει για να τον δουν, και έτρεξε προς τις πύλες του ιερού που άνοιξαν διάπλατα και έκλεισαν πίσω του αμέσως μόλις μπήκε. Μέσα από το ιερό ακούστηκαν παρθένες να τραγουδούν το εξής τραγούδι:

Πορεύσου από τη γη, πορεύσου στον ουρανό, πορεύσου πάνω από τη γη.


Αυτό παραδίδει ο Φιλόστρατος, που ανέλαβε να γράψει τη βιογραφία του Έλληνα φιλοσόφου κατ' εντολήν της lουλίας Δόμνας. συζύγου του αυτοκράτορα Σεπτίμιου Σεβήρου (βασ. 193-211). στο έργο του Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον (εκδ. Κάκτος).


Η ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ. Στα Τύανα της Καππαδοκίας, την ιδιαίτερη πατρίδα του Απολλώνιου, οι μαθητές του σχολίαζαν έκπληκτοι την ανάληψη του φιλοσόφου, κανείς όμως δεν τολμούσε να αμφισβητήσει το ότι ήταν αθάνατος. Παρουσιάστηκε τότε ένας θρασύς νέος, ο οποίος δεν συμφωνούσε καθόλου με την αθανασία της ψυχής. ‘’Εγώ, φίλοι’’, είπε στους μαθητές, ‘’εδώ και δέκα μήνες σχεδόν παρακαλάω τον Απολλώνιο να μου αποκαλύψει, αν βέβαια είναι ζωντανός, την αλήθεια σχετικά με την ψυχή. Όμως είναι τόσο νεκρός που δεν μ' ακούει που τον παρακαλάω, γι΄ αυτό και δεν με πείθουν τα περί αθανασίας του’’. Αυτό είπε τότε ο νέος. Πέρασαν πέντε μέρες και ενώ συζητούσαν το ίδιο θέμα κι αυτόν τον πήρε ο ύπνος εκεί που μιλούσαν και οι άλλοι νέοι ήταν απασχολημένοι με βιβλία και με γεωμετρικούς τύπους που τους χάραζαν πάνω στη γη, πετάχτηκε από τον ύπνο του, σαν μανιασμένος και, μισοκοιμισμένος ακόμα, με τον ιδρώτα του να τρέχει ποτάμι, φώναξε: «Σε πιστεύω!» Όταν οι άλλοι τον ρώτησαν τι είχε πάθει, «δεν βλέπετε», απάντησε, «τον σοφό Απολλώνιο που είναι ανάμεσα μας, ακούει τις συζητήσεις μας και ψάλλει ωδές υπέροχες για την ψυχή;»

«Πού είναι», τον ρώτησαν οι μαθητές, «Δεν τον βλέπουμε πουθενά, αν και θα το θέλαμε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο ανθρώπινο αγαθό».

«Φαίνεται πως μόνο σε μένα παρουσιάστηκε για να με πείσει για όσα δεν πίστευα», απάντησε ο νέος και άρχισε να απαγγέλλει τα λόγια που άκουγε:


Η αθάνατη ψυχή δεν είναι κτήμα κανενός, αλλά ανήκει

στη θεία πρόνοια.

Όταν το σώμα μαραθεί, αυτή σαν γρήγορο άλογο που ελευθερώνεται απ' τα δεσμά

φεύγει γρήγορα κι αναμειγνύεται με τον ελαφρό αέρα αποστρεφόμενη τη φοβερή και δυσβάστακτη φροντίδα.

Τι θα κερδίσεις απ' όλα αυτά;

Κάποτε, που δεν θα υπάρχεις πια, θα τα πιστέψεις. Γιατί λοιπόν θέλεις να σου αποκαλυφθούν,

όσο βρίσκεσαι ακόμα ανάμεσα στους ζωντανούς;


‘’Αυτό ήταν σαφής ομιλία του Απολλώνιου, σαν λόγια θεού, για τα μυστήρια της ψυχής για να βαδίζουμε εύθυμοι και με γνώση της φύσης μας στο δρόμο που χάραξαν οι Μοίρες», γράφει ο Φιλόστρατος. «Τάφο ή κενοτάφιο του ανδρός δεν είδα πουθενά, παρ' όλο που επισκέφτηκα το μεγαλύτερο τμήμα της γης. Παντού λέγονται ιστορίες παράδοξες που μιλούν για τη θεϊκή του φύση. Στο ιερό του στα Τύανα γίνονται τελετές που ταιριάζουν σε βασιλιάδες, γιατί ακόμα κι αυτοί τον θεωρούσαν άξιο να τιμάται με τον τρόπο που τιμώνται και οι ίδιοι’’.

Πραγματικά. Ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Σεβήρος (βασ. 222-235) είχε στο ιδιωτικό παρεκκλήσι του, ως αντικείμενο λατρείας, το άγαλμα του Απολλώνιου μαζί με αυτά του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Ορφέα και του Χριστού.


Θεός ανάμεσα σε ανθρώπους


Ο Απολλώνιος γεννήθηκε στις αρχές του πρώτου αιώνα στα Τύανα, ελληνική πόλη της Καππαδοκίας. Η γέννησή του συνοδεύτηκε από θαύματα και οιωνούς. Από εφηβική ηλικία αφιερώθηκε στη μελέτη της φιλοσοφίας του Πυθαγόρα. Μαθήτευσε στο ναό του Ασκληπιού, στις Αιγές, όπου σύντομα απέκτησε τη φήμη αγίου και πολλοί ασθενείς κατέφευγαν σε αυτόν για να βρουν θεραπεία. Όταν ενηλικιώθηκε, ακολουθώντας το δρόμο που άνοιξε ο Αλέξανδρος, περιόδευσε τις χώρες της Ανατολής φτάνοντας έως την Ινδία. Εκεί, στην περιοχή του lνδοκαύκασου πάνω τον Γάγγη, συνάντησε μια μυστηριώδη Αδελφότητα σοφών, αρχηγός των οποίων ήταν ο Ιάρχας.

Ο Απολλώνιος κάθισε κοντά στους Ινδούς σοφούς τέσσερις μήνες. Επιστρέφοντας από την Ινδία ήρθε στην Ελλάδα και κατόπιν επισκέφτηκε την Ιταλία, τη Σικελία και την Ισπανία. Kατόπιν πήγε στην Αίγυπτο και ανέβηκε τον ρου του Νείλου, για να συναντήσει τους φιλοσόφους της περιοχής, τους λεγόμενους Γυμνοσοφιστές. Είδε τους καταρράκτες του Νείλου και, κατά την επιστροφή του στην Αλεξάνδρεια, είχε στενές επαφές με τον Βεσπασιανό και τον Τίτο, λίγο μετά την πολιορκία και άλωση της Ιερουσαλήμ από τον δεύτερο. (Η πολιορκία της Ιερουσαλήμ άρχισε από τον Βεσπασιανό το 68 μ.Χ. και τελείωσε το 70 μ.Χ. με κατάληψη της πόλης από το γιο του τον Τίτο).

Η διδασκαλία του, ο αυστηρός τρόπος ζωής του και τα θαύματα που έκανε -θεράπευε δαιμονισμένους και ανάσταινε νεκρούς- συνέβαλαν ώστε να απλωθεί σε όλη την αυτοκρατορία η φήμη ότι ο Απολλώνιος ήταν σοφός και προφήτης με θεϊκή έμπνευση, που προσπαθούσε να επαναφέρει τις ηθικές αξίες σ' έναν κόσμο διαφθοράς, βασιζόμενος στις αρχές της πυθαγόρειας φιλοσοφίας. Είναι αξιοσημείωτο πως όταν ο Βεσπασιανός πολιορκούσε την Ιερουσαλήμ, του μπήκε η ιδέα να γίνει αυτοκράτορας. Έτσι, κάλεσε τον Aπολλώvιο να πάει κοντά του για να τον συμβουλευτεί. Εκείνος αρνήθηκε, λέγοντας ότι δεν σκόπευε να επισκεφτεί τόπο μολυσμένο από τα έργα και τα παθήματα των κατοίκων του. Έτσι, ο Βεσπασιανός άφησε στη μέση την πολιορκία και πήγε ο ίδιος στην Αλεξάνδρεια για να συναντήσει τον Απολλώνιο.

Μερικά χρόνια πριν, σε κάποια επίσκεψή του στη Ρώμη, ο Έλληνας σοφός είχε επισύρει την οργή του Νέρωνα. Από τη δύσκολη θέση τον έβγαλε ο Τιγελλίνος, το δεξί χέρι του αυτοκράτορα, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τον σοφό και του χάρισε την ελευθερία του. Οι εχθροί του όμως καιροφυλακτούσαν, κι έτσι όταν πέθανε ο Τίτος και στο θρόνο ανέβηκε ο αδελφός του Δομετιανός, συνελήφθη ξανά με την κατηγορία του συνωμότη κατά της εξουσίας. Παρ' όλα αυτά, ο Απολλώνιος ήταν άτρωτος. Στη δίκη που έγινε, απευθυνόμενος στον Δομετιανό που ήταν παρών, είπε το περίφημο:


Δεν μπορείς να με σκοτώσεις, γιατί δεν είμαι θνητός


και εξαφανίστηκε από το δικαστήριο με τρόπο θεϊκό. Πέθανε σε μεγάλη ηλικία, την εποχή της βασιλείας του Νέρβα ή λίγο μετά από αυτή.(96-98). Μυστήριο καλύπτει τον θάνατό του. Σύμφωνα με την παράδοση, αναλήφθηκε στους ουρανούς, εμφανιζόμενος ακόμα και μετά το θάνατό του σε διάφορα άτομα, που έτρεφαν δυσπιστία για τη μέλλουσα ζωή. Από το θάνατό του και μέχρι το τέλος του τρίτου αιώνα, λατρευόταν ως θεός. Αγάλματα και βωμοί του υπήρχαν σε πολλά σημεία της αυτοκρατορίας, ενώ πολλοί ηγεμόνες είχαν κόψει νομίσματα με τη μορφή του. Όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα της γενικής παραδοχής ότι ο Έλληνας σοφός ήταν θεάνθρωπος και δεν ήταν λίγοι αυτοί που ισχυρίζονταν ότι είχε προϋπάρξει ως Ιησούς Χριστός. Της ίδιας άποψης ήταν ο Φιλόστρατος, ο βιογράφος του, ο οποίος ξεκινά το έργο του Το ες τον Τυανέα Απολλώνιον με τον Πυθαγόρα, λέγοντας ότι ο Σάμιος σοφός είχε προϋπάρξει ως Εύφορβος στην Τροία. Με την επικράτηση πάντως του χριστιανισμού, οι οπαδοί της νέας θρησκείας ένιωσαν την ανάγκη να μειώσουν το γόητρό του και να εξαφανίσουν κάθε στοιχείο που συνέδεε τα δυο αυτά πρόσωπα. Ο Ευσέβιος (265-340), επίσκοπος της Καισαρείας, συνέταξε έναν λίβελο κατά του Απολλώνιου, όπου ισχυρίζεται ότι ο Έλληνας σοφός ήταν απατεώνας, και πως, ακόμα κι αν ήταν μάγος, δεν είχε ανώτερες δυνάμεις.

Ήταν ο αληθινός Ιησούς ένας παγανιστικός θεός;


Ο όρος "παγανιστής" σημαίνει "κάτοικος της εξοχής" και προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη "παγά" που είναι ο δωρικός τύπος της πηγής. Όμως από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία χρησιμοποιήθηκε υποτιμητικά για να δυσφημήσει τις αρχαίες μορφές πνευματικότητας. Αλλά ο παγανισμός δεν ήταν απλώς μια πρωτόγονη παράδοση λατρείας ειδώλων. Ήταν το πολύπλοκο προϊόν ενός υψηλού πολιτισμού. Περιλάμβανε τον υπαίθριο σαμανισμό, τον Πάνα και τους Σειληνούς, τις Βάκχες, τη μαντική δύναμη του Απόλλωνα και τη λατρεία των Ολύμπιων θεών. Ότι η αρχαία θρησκεία ήταν μονοθεϊστική αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο Ζευς απεκαλείτο "πατήρ τε θεών και ανθρώπων".

Όμως η πραγματική πνευματικότητα εκφράστηκε μέσα από τις ακτινοβολούσες Μυστηριακές θρησκείες, οι οποίες άνθισαν σε όλη τη Μεσόγειο. Οι περισσότεροι από τους μεγάλους φιλοσόφους που αποτελούσαν το νου του "παγανιστικού" κόσμου -ο Πυθαγόρας, ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας, ο Βιργίλιος, ο Σενέκας και πολλοί άλλοι- υπήρξαν μυημένοι στα μυστήρια μιας ή περισσοτέρων "θρησκειών".

Κάθε μυστηριακή παράδοση συνίστατο στα Μικρά Μυστήρια που ήταν ανοιχτά σε όλους (ή σχεδόν σε όλους) και στα Μεγάλα Μυστήρια, που αποτελούσαν ένα ιερό μυστικό και αποκαλύπτονταν μόνο σε όσους είχαν υποβληθεί σε μια ισχυρή και καταλυτική διαδικασία μύησης.

Στους μυούμενους στα Μεγάλα Μυστήρια αποκαλυπτόταν η μυστική σημασία των τελετουργικών και των μύθων των Μικρών Μυστηρίων, κάτι που επέφερε προσωπική μεταμόρφωση και πνευματική φώτιση.

Στην καρδιά των μυστηρίων κρύβονταν μύθοι που αφορούσαν έναν θνήσκοντα και αναστάντα θεάνθρωπο, ο οποίος είχε διαφορετικό όνομα σε διαφορετικούς πολιτισμούς. Στην Αίγυπτο ήταν γνωστός σαν Όσιρις, στην Ελλάδα σαν Διόνυσος, στη Μικρά Ασία σαν Άτης, στη Συρία σαν Άδωνης, στην Ιταλία σαν Bάκχος και στην Περσία σαν Μίθρας. Βασικά όλοι αυτοί οι θεάνθρωποι ήταν το ίδιο μυθικό ον. Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν το συνδυασμό ‘’Όσιρις-Διόνυσος’’ για να υποδηλώσουν την παγκοσμιότητα αυτής της μορφής.

Καθώς μελετούσαμε τους μύθους του παγανιστικού θεανθρώπου, μας έγινε φανερό ότι η ιστορία του Ιησού είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας άλλης εκδοχής του ίδιου μύθου. Στην ιστορία του Όσιρη-Διόνυσου περιλαμβάνονταν όλα τα στοιχεία που αποτελούν την υποτιθέμενη βιογραφία του Ιησού Χριστού….

Στο πλαίσιο κάτω βρίσκονται μερικά από τα μυθικά μοτίβα που είναι κοινά στις ιστορίες Όσιρη-Διόνυσου και του Ιησού. Αν και μας προκαλεί έκπληξη σήμερα, στους συγγραφείς του 1ου αιώνα μ.χ. αυτές οι ομοιότητες ήταν εξαιρετικά προφανείς. Οι παγανιστές, όπως ο φιλόσοφος Κέλσος, παραπονιούνταν ότι ο χριστιανισμός δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένας χλωμός αντικατοπτρισμός των αρχαίων μυστηρίων. Οι πρώτοι πατριάρχες της Εκκλησίας, όπως ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, ο Τερτυλλιανός και ο Ειρηναίος, δεν αρνούνταν την ύπαρξη τέτοιων ομοιοτήτων, αλλά κατέφυγαν σε μια εξήγηση απελπισίας, λέγοντας ότι πρόκειται για έργο του διαβόλου. Χρησιμοποιώντας ένα από τα πιο παράλογα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν ποτέ, κατηγόρησαν το διάβολο ότι με δόλο αντέγραψε την πραγματική ιστορία του Ιησού πριν αυτή λάβει χώρα σε μια απόπειρα να παραπλανήσει τους αφελείς και ανυποψίαστους! Οι συγκεκριμένοι πατέρες της Εκκλησίας μας χτύπησαν με ένα δόλο ανάλογο με εκείνον τον οποίο κατηγορούσαν πως υποκινούσε το διάβολο…..

Η προφανής εξήγηση είναι ότι καθώς ο πρώιμος χριστιανισμός άρχισε σιγά σιγά να γίνεται η κυρίαρχη δύναμη στον προηγουμένως παγανιστικό κόσμο, δημοφιλή μοτίβα από την παγανιστική μυθολογία ενσωματώθηκαν στην πραγματική βιογραφία του Ιησού. Αν και ελκυστική, αυτή η εξήγηση για μας είναι ανεπαρκής. Ερευνώντας ανακαλύψαμε ένα τέτοιο πλήθος ομοιοτήτων, που δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχείο στην ιστορία του Ιησού που να μην προδιαγράφεται στους παγανιστικούς μύθους. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ακόμη και οι διδασκαλίες του Ιησού διδάχθηκαν πρωτύτερα από παγανιστές σοφούς.

Ομοιότητες που εμφανίζονται στις ιστορίες του Όσιρη- Διόνυσου και του Ιησού

1. Ο Όσιρης-Διόνυσος είναι ο "θεός που έγινε σάρκα", ο "Σωτήρας", ο "Υιός του θεού".

2. Ο πατέρας του είναι θεός και η μητέρα του θνητή παρθένα.

3. Γεννήθηκε σε μια σπηλιά ή σε έναν ταπεινό στάβλο, στις 25 Δεκεμβρίου, με την παρουσία τριών βοσκών.

4. Προσφέρει στους οπαδούς του την ευκαιρία να ξαναγεννηθούν μέσα από το τελετουργικό της βάπτισης.

5. Με θαυματουργό τρόπο μετατρέπει το νερό σε κρασί σε ένα γάμο.

6. Μπαίνει θριαμβευτικά στην πόλη πάνω σε ένα γαϊδουράκι, ενώ οι οπαδοί του κυματίζουν κλαδιά φοίνικα για να τον τιμήσουν.

7. Σταυρώνεται την Άνοιξη - μια πράξη θυσίας για τις αμαρτίες του κόσμου.

8. Το σώμα του διαμελίζεται και μοιράζεται στον κόσμο, όπως μοιράζονται τα ιμάτια του Ιησού.

9. Κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο και την τρίτη μέρα ανασταίνεται εκ νεκρών και ανεβαίνει εν πλήρη δόξα στους ουρανούς.

10. Ο θάνατος και η ανάστασή του γιορτάζονται με ένα συμβολικό γεύμα με ψωμί και κρασί που συμβολίζουν το σώμα και το αίμα του.



Απουσιάζουν επίσης οι ιστορικές αναφορές. Ο Λουκιανός δεν αναφέρει τίποτε, ούτε και ο Φίλων ο Ιουδαίος. Από την άλλη πλευρά, οι μικρές αναφορές που υπάρχουν στα Χρονικά του Τάκιτου, στο Βίο του Κλαυδίου του Σουητώνιου, καθώς και σε μια επιστολή του Πλίνιου του Νεότερου έχει αποδειχτεί ότι είναι μεταγενέστερες προσθήκες. Το ίδιο συμβαίνει και με τα όσα φέρεται να αναφέρει ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος (1ος αι. μΧ) στο έργο του Ιουδαϊκή Αρχαιολογία.

Μια ασαφής αναφορά υπάρχει σε μια επιστολή που έστειλε ο Σύρος στωικός φιλόσοφος Μαρά Βαρ Σαραπίων (1ος αι. μ.χ.) στο γιο του Σαραπίωνα, γίνεται λόγος για έναν "σοφό βασιλιά''. Η επιστολή που είναι γραμμένη σε συριακή γλώσσα και βρίσκεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο, αναφέρει τα εξής:

«Τι να πούμε ακόμη όταν οι σοφοί κακοποιούνται από τους τυράννους και η σοφία τους δεσμεύεται από τους διαβολείς, ώστε να μη μπορούν να αμυνθούν εξαιτίας της προδοτικής αυτής μεταχείρισής τους: Ποια ωφέλεια τάχα αποκόμισαν οι Αθηναίοι σκοτώνοντας τον Σωκράτη, παρά την ανταπόδοση με λιμό και λοιμό; Ή οι Σάμιοι εξορίζοντας τον Πυθαγόρα, παρά το ότι η χώρα τους σκεπάστηκε από την άμμο: Ή οι Ιουδαίοι από την καταδίκη του σοφού βασιλιά τους, γι΄ αυτό και από τότε τους αφαιρέθηκε το βασίλειο ... Ο Σωκράτης δεν πέθανε χάρη στον Πλάτωνα, ούτε ο Πυθαγόρας χάρη ... ούτε ο σοφός βασιλιάς, χάρη στους νόμους τους οποίους έδωσε».

Αν και δεν είναι σαφές για ποιον μιλάει, η επιστολή επιβεβαιώνει την επίδραση της ελληνικής παράδοσης, καθώς συγκρίνει τα παθήματα του ‘’σοφού βασιλιά’’ με αυτά του Σωκράτη και του Πυθαγόρα. Αν δεχτούμε πάντως ότι πρόκειται για τον Ιησού, καταλήγουμε σε ορισμένα διδακτικά και χρήσιμα συμπεράσματα. Η επιστολή αυτή δείχνει ότι μια εποχή ήταν κοινή πεποίθηση ότι ο Ιησούς (ο "σοφός βασιλιάς") έπρεπε να υποστεί έναν μαρτυρικό θάνατο, ανάλογο με εκείνον του Σωκράτη. Αυτό ωστόσο δεν έγινε κατανοητό από τους Εβραίους της εποχής εκείνης που δεν θέλησαν να αντικαταστήσουν το ‘’οδόντα αντί οδόντος’’ με το ‘’αγαπάτε αλλήλους’’. Γι' αυτό και ο Ιησούς έριξε ανάθεμα στους Εβραίους, προφητεύοντας την καταστροφή και ερήμωση της Ιερουσαλήμ (Λουκάς, κα' 20). Πραγματικά, η πόλη καταστράφηκε δυο φορές, την πρώτη από τον Τίτο και τη δεύτερη ολοσχερώς από τον Αδριανό.


ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΥ ΚΑΙ ΙΗΣΟΥ


1. Ο Ευαγγελισμός.

2. Οι κύκνοι που έψελναν και οι πρόδρομοι άγγελοι

3. Ο κεραυνός και το άστρο της Βηθλεέμ.

4. Οι βασιλικές επιστολές σεβασμού προς τον Απολλώνιο και η αποστολή των Μάγων.

5. Η συνομιλία του νεαρού Απολλώνιου στο Ναό του Ασκληπιού και

του Ιησού στο Ναό της Ιερουσαλήμ. .

6. Οι ερωτήσεις που τέθηκαν στον Απολλώνιο από τον Δάμι και από άλλους μαθητές και αντίστοιχα εκείνες που έθεσαν οι μαθητές στον Ιησού.

7. Η εξάλειψη της σιτοδείας από τον Απολλώνιο και ο πολλαπλασιασμός των άρτων.

8. Η παρέμβαση του Απολλώνιου υπέρ του δυστυχή ευνούχου και εκείνη υπέρ της γυναίκας που διέπραξε μοιχεία.

9. Το φάντασμα που είδε ο Απολλώνιος στον Καύκασο και ο Πειρασμός.

10. Η ολιγοπιστία των Εφεσίων και εκείνη των Ιουδαίων.

11. Η θεραπεία του δαιμονισμένου.

12. Το κορίτσι που αναστήθηκε από τον Απολλώνιο και η θυγάτηρ του Ιάειρου.

13. Η σύλληψη από τους Ρωμαίους και η δίκη.

14. Η απρόσμενη εμφάνιση του Απολλώνιου στον Δάμι και τον Δημήτριο μετά τη δίκη του και αυτή του Χριστού στους Εμμαούς.

15. Η ανάληψη του Απολλώνιου και εκείνη του Ηλία και του Ενώχ.


Όταν επανεμφανίστηκε, προτίμησε την ομορφιά και την ανωτερότητα του ελληνικού πολιτισμού. Ήδη, όταν ζούσε, οι Εβραίοι αναρωτιούνται: «μη εις την διασποράν των Ελλήνων μέλλει πορεύεσθαι και διδάσκειν τους Έλληνας;» Και ο ίδιος, όταν συναντήθηκε με κάποιους Έλληνες, είπε: ‘’ήρθε η ώρα για να δοξαστεί ο υιός του ανθρώπου’’ (Ιωάννης, ζ 35 και ιβ’ 20-23). Και αυτό γιατί, όπως αποδείχτηκε, οι Εβραίοι δεν έχουν ως έθνος περάσει την εμπειρία της σταύρωσης. Αντίθετα, οι Έλληνες την είχαν περάσει και για τούτο υπερέχουν, όντας ένα φωτεινό και προοδευμένο έθνος.

Ο χώρος δεν επιτρέπει να πούμε περισσότερα. Αντιλαμβάνεται όμως κανείς πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν η Εκκλησία είχε αποβάλει καθετί το εβραϊκό από την θρησκευτική αντίληψη και τελετουργία και είχε εγκολπωθεί τον Απολλώνιο και τους Γνωστικούς –τη γνήσια ελληνική θεολογική παράδοση. Γιατί ότι γνωρίζουμε σήμερα ως χριστιανισμό, δεν είναι παρά δημιούργημα του Παύλου και των Αποστόλων και κανονικά θα έπρεπε να λέγεται παυλιανισμός. Και μπορεί ίσως να έπαιξε αργότερα έναν θετικό ρόλο προσφέροντας ορισμένες βασικές αρχές πολιτισμού στους ημιβάρβαρους λαούς της Ευρώπης, αλλά τι πρόσφερε στο ελληνικό πνεύμα; Αντίθετα το μείωσε και το εξαφάνισε, καταστρέφοντας έναν από τους μεγαλύτερους και λαμπρότερους πολιτισμούς του κόσμου. Αλλά βέβαια ήταν αδύνατο να αντιληφθεί πως ο Ιησούς της Ανάστασης ήταν ο Απολλώνιος!

Απολλώνιος: ο αναστάσιμος Ιησούς


Αυτός είναι και ο λόγος που απουσιάζουν οι ιστορικές αποδείξεις για την ύπαρξη του Ιησού των Ευαγγελίων. Για παράδειγμα, η Βηθλεέμ, όπου υποτίθεται ότι γεννήθηκε ο Ιησούς, δεν υπήρχε κατά τον πρώτο αιώνα της χρονολογίας μας. Οικοδομήθηκε για πρώτη φορά τον 4ο αιώνα μ.Χ., εποχή κατά την οποία διαμορφώνεται οριστικά και η Καινή Διαθήκη, ακριβώς για να καλυφθούν παρόμοια κενά.

Αν υπάρχει κάποιος πραγματικός "Ιησούς" κάπου" πίσω από όλα αυτά, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι δεν γνωρίζουμε τίποτε απολύτως γι αυτόν. Ότι απομένει είναι μεταγενέστερες παγανιστικές προσθήκες.

Σίγουρα όμως, θα υπάρχει κάποια πιο κομψή εξήγηση….


Τα Μυστήρια του Ιησού


Σε αναζήτηση μιας λύσης, αρχίσαμε να μελετάμε εξονυχιστικά την ιστορία της πρώιμης χριστιανοσύνης. Γύρω στα μέσα του 2ου αιώνα, η χριστιανική κοινότητα ήταν βαθειά διχασμένη σε δυο διαφορετικές σχολές. Από τη μια πλευρά υπήρχαν οι "ορθόδοξοι", οι οποίοι ονομάστηκαν έτσι γιατί υποστήριζαν ότι η ιστορία του Ιησού είναι μια λέξη προς λέξη παράθεση ιστορικών συμβάντων. Αυτή η χριστιανική σχολή υιοθετήθηκε από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, παίρνοντας τη μορφή του Pωμαιοκαθολισμού και όλων των παράπλευρων κλάδων που ξεπήδησαν από αυτή. Από την άλλη πλευρά υπήρχαν κάποιοι ριζικά διαφορετικοί χριστιανοί, οι ‘’Γνωστικοί’’. Για τους πρώτους, οι Γνωστικοί ήταν επικίνδυνοι αιρετικοί που μολύνθηκαν από τον παγανισμό και εγκατέλειψαν την αγνότητα της πραγματικής πίστης. Οι Γνωστικοί, ωστόσο, έβλεπαν τους εαυτούς τους σαν τους εκπροσώπους της γνήσιας χριστιανικής παράδοσης και τους ορθόδοξους επισκόπους σαν μια απομίμηση της ουράνιας Εκκλησίας. Ισχυρίζονταν ότι γνώριζαν τα μυστικά των Μεγάλων Μυστηρίων του χριστιανισμού - μια γνώση που οι άλλοι δεν κατείχαν.

Παρ' όλη τη χονδροειδή απόρριψη των Γνωστικών, οι ορθόδοξοι είχαν σίγουρα δίκιο σ' ένα πράγμα. Οι Γνωστικοί είχαν όντως μικρή διαφορά από τους παγανιστές. ‘’Γνωστικοί’’ σημαίνει αυτοί που γνωρίζουν, ένα όνομα που απέκτησαν επειδή, όπως οι μυημένοι στα αρχαία Μυστήρια, πίστευαν ότι οι μυστικές διδασκαλίες τους είχαν τη δύναμη να μεταδίδουν τη Γνώση - τη Γνώση της Αλήθειας. Όπως ακριβώς ο στόχος ενός παγανιστή μυούμενου ήταν να γίνει θεός -να κατακτήσει τη θέωση- έτσι και για τους Γνωστικούς, ο στόχος του χριστιανού μυούμενου ήταν να γίνει ο Χριστός. .

Όπως οι μυημένοι των αρχαίων Μυστηρίων, έτσι και οι Γνωστικοί πίστευαν στη μετενσάρκωση και ήταν μυημένοι στη μυστική διδασκαλία του Πλάτωνα. Και όπως ακριβώς οι παγανιστές έβλεπαν τον Όσιρη-Διόνυσο, έτσι και οι Γνωστικοί έβλεπαν τον Ιησού όχι σαν ένα ιστορικό πρόσωπο, αλλά σαν μια συμβολική μορφή σε έναν αλληγορικό μύθο. Αποκαλούσαν ακόμη τον Ιησού με τα ονόματα του παγανιστικού θεανθρώπου. Η διονυσιακή επιρροή έχει μείνει μέχρι σήμερα ζωντανή στην άμπελο που καλύπτει το τέμπλο του Ιερού των εκκλησιών.

Ανακαλύπτοντας την πασίδηλη παρουσία του παγανισμού στους πρωίμους Γνωστικούς χριστιανούς, είδαμε να κρυσταλλοποιείται μπροστά μας μια αξιοσημείωτη πιθανότητα. Η παραδοσιακή εκδοχή της ιστορίας που μας επιβλήθηκε από την Εκκλησία, είναι ότι ο χριστιανισμός αναπτύχθηκε μέσα από τις διδασκαλίες ενός Εβραίου Μεσσία και ότι ο Γνωστικισμός ήταν μεταγενέστερη επινόηση. Μήπως όμως ισχύει το αντίθετο; Μήπως ο Γνωστικισμός είναι ο αυθεντικός χριστιανισμός και η Ρωμαιοκαθολική και Ορθόδοξη Εκκλησία μεταγενέστερες επινοήσεις;

Γιατί αυτό υποστήριζαν οι Γνωστικοί... .

Ίσως μια απλή εξήγηση για τις ομοιότητες που παρουσιάζονται μεταξύ της ιστορίας του Ιησού και των μύθων του Όσιρη και του Διόνυσου να είναι ότι οι γνήσιοι Γνωστικοί χριστιανοί ασκούσαν μια εβραϊκή διασκευή των αρχαίων ελληνικών μυστηρίων…

Η εικόνα που αναδύθηκε μπροστά στα μάτια μας ήταν η ακόλουθη. Γνωρίζαμε ότι οι περισσότερες αρχαίες μεσογειακές παραδόσεις είχαν υιοθετήσει τα αρχαία Μυστήρια, προσαρμόζοντας τα στις δικές τους εθνικές ιδιαιτερότητες και δημιουργώντας τη δική τους εκδοχή του μύθου του θvήσκοντα και αναστάντα θεανθρώπου. Γνωρίζουμε επίσης ότι ορισμένες ομάδες Εβραίων μυστικιστών, όπως οι Θεραπευτές, είχαν με τον ίδιο τρόπο δημιουργήσει ειδικά εβραϊκά μυστήρια βασισμένα στην παγανιστική παράδοση. Ίσως να ήταν οι μυημένοι στα εβραϊκά αυτά μυστήρια που προσάρμοσα τον κραταιό συμβολισμό των μύθων του Όσιρη και του Διόνυσου σε έναν δικό τους μύθο, του οποίου ο ήρωας ήταν ο Εβραίος θρήσκων και αναστάς θεάνθρωπος Ιησούς.

Εάν είναι σωστή η θέση αυτή, τότε η ιστορία του Ιησού δεν είναι μια βιογραφία, αλλά ένας συνειδητά κατασκευασμένος μύθος που δημιουργήθηκε από τους Εβραίους Γνωστικούς και ο οποίος περιέχει κωδικοποιημένες αρχαίες πνευματικές διδασκαλίες. (Στην αρχαιότητα η λέξη "μύθος" δεν σήμαινε κάτι το "μη πραγματικό" όπως σήμερα).

Όπως και στα παγανιστικά μυστήρια, η μύηση στις μυστικές διδασκαλίες των Mυστηρίων του Ιησού αποκάλυπτε το αλληγορικό νόημα του μύθου. Ίσως αυτοί που δεν είχαν μυηθεί στα Μεγάλα Μυστήρια είχαν λανθασμένα καταλήξει να θεωρούν το μύθο του Ιησού ως ιστορικό γεγονός και από αυτή τη θεμελιώδη παρεξήγηση να αναδύθηκαν οι κυριολεκτικοί ερμηνευτές των Γραφών. Είναι ένα ζήτημα που δεν έχει συζητηθεί πολύ, αλλά καθώς εξετάζαμε λεπτομερώς το υλικό για το βιβλίο μας, οδηγηθήκαμε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία που να αποδεικνύουν την ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού. Αυτό συμβαίνει άραγε γιατί τα στοιχεία αυτά έχουν χαθεί ή γιατί ποτέ δεν υπήρξαν; Μήπως ο Ιησούς είναι τελικά ο ήρωας ενός αξιοσημείωτου μύθου;

Δεν θέλουμε με αυτό να αρνηθούμε τη μορφή του Ιησού. Αυτές οι ιδέες μας έστειλαν σε ένα μακρύ ταξίδι εξερεύνησης, στη διάρκεια του οποίου όλα τα στοιχεία που ξεθάψαμε υποστήριζαν αδιαμφισβήτητα τη θέση που περιγράψαμε παραπάνω. Τώρα πλέον είμαστε πεπεισμένοι ότι ο γνήσιος χριστιανισμός δεν ήταν εχθρός του παγανισμού αλλά άμεσος απόγονός του. Το χάος και η καταστροφή του 4ου αιώνα δεν ήταν αποτέλεσμα της μάχης μεταξύ του Καλού και του Κακού, αλλά οι προσπάθειες των ορθόδοξων χριστιανών να καταστρέψουν τις αποδείξεις της καταγωγής της θρησκείας και της παράδοσης αυτής. Από τη στιγμή που η μερίδα αυτή πέρασε επίσημα τις θέσεις της στον πυρήνα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, είχε και η δύναμη να ενισχύσει τις προκαταλήψεις της και να εξολοθρεύσει τους παγανιστές που αμφισβητούσαν την αξίωσή της να αποτελεί τη μοναδική αποκάλυψη. Όπως όλα τα τυραννικά καθεστώτα, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δημιούργησε την κατάλληλη ιστορία που θα αντικαθιστούσε την αλήθεια.


Θεραπεύοντας μια αρχαία πληγή


Για τους παγανιστές φιλοσόφους, καθώς και για τους πρώτους χριστιανούς, η πίστη ήταν το πρώτο βήμα προς τη Γνώση – δηλαδή τη Γνώση της Αλήθειας. Στο βιβλίο μας αναπτύσσεται το επιχείρημα ότι ο σύγχρονος χριστιανισμός έχει χάσει τα μυστικά Μεγάλα Μυστήρια των αρχικών χριστιανών, τα οποία οδηγούσαν από την πίστη στη Γνώση. Έχουν επιβιώσει μόνο τα Εξωτερικά Μυστήρια, τα οποία διδάσκουν ότι αυτό που μετρά είναι να πιστέψουμε στην ιστορική ύπαρξη του Ιησού. Και επειδή δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο που να επιβεβαιώνει την ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού, αυτό πλέον γίνεται ζήτημα τυφλής πίστης. Όλα αυτά όμως μας κάνουν να χάνουμε το εσωτερικό νόημα. Ο γνήσιος χριστιανισμός δεν είχε να κάνει με το να είναι κανείς χριστιανός, αλλά με το να γίνει κανείς Χριστός, μέσα από την κατανόηση της μυστικής διδασκαλίας που βρίσκεται κρυπτογραφημένη στο μύθο του Ιησού.

Το βιβλίο μας δημιουργεί μια νέα επιχειρηματολογία που ταράζει τα λιμνάζοντα ύδατα. Αυτό θέλουμε. Ποιος ξέρει ποιο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας επαναξιολόγησης του χριστιανισμού; Θα θέλαμε να πιστεύουμε ότι είναι δυνατόν για την ανθρωπότητα να ανακαλύψει πάλι τα χαμένα Εσωτερικά Μυστήρια της θρησκείας μας. Η ελπίδα που μας κινεί είναι ότι τα Μυστήρια του Ιησού θα παίξουν ένα μικρό ρόλο στη διεκδίκηση της πραγματικής πνευματικής κληρονομιάς μας. Για μας, όλες οι μορφές πνευματικότητας είναι διαφορετικά μονοπάτια που ανεβαίνουν το ένα και μοναδικό βουνό της Αλήθειας. Αυτό που εμποδίζει πολλούς χριστιανούς να δουν καθαρά είναι ότι πιστεύουν πως ο Ιησούς ήταν μια ιστορική μορφή - ο ένας και μοναδικός Υιός του θεού. Ελπίζουμε ότι θα μπορέσουν να δουν ότι η ιστορία του Ιησού είναι στην πραγματικότητα μια άλλη εκδοχή ενός αιώνιου, αθάνατου μύθου. Έτσι, ίσως σταματήσουν να βλάπτουν την πνευματική τους παράδοση ως εχθρό του παγανισμού αλλά και όλων των άλλων μορφών πνευματικότητας.

Η διαδικασία της ίασης της ψυχής ενός ατόμου αρχίζει πάντα με μια εξονυχιστική έρευνα του παρελθόντος και το ίδιο ισχύει και για την ψυχή ενός πολιτισμού. Η Δύση φέρει το βάρος μιας τρομερής ιστορίας που σημαδεύεται από την αδιαλλαξία, το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία. Η υποτιθέμενη μοναδικότητα του χριστιανισμού χρησιμοποιήθηκε σαν μια δικαιολογία για την ανελέητη καταστροφή σπουδαίων πολιτισμών προκειμένου να οδηγηθούμε στην Αλήθεια…..

Αναμφισβήτητα, όσοι έχουν πιστέψει στην ιστορία που τους παραδόθηκε σχετικά με την καταγωγή του χριστιανισμού θα σοκαριστούν όταν ανακαλύψουν ότι παραπλανήθηκαν σκόπιμα. Όσοι πιστεύουν ότι η Βίβλος αποτελεί τον αποκαλυμμένο Λόγο του Θεού μπορεί να προσβληθούν και να πανικοβληθούν όταν διαβάσουν για τις πολιτικές ίντριγκες και τα συμφέροντα που οδήγησαν στη συγγραφή πολλών από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης καθώς και τη βάρβαρη εξαφάνιση όσων έλεγαν μια διαφορετική ιστορία.

Ακόμη και όσοι πιστεύουν στην ιστορική ύπαρξη του Ιησού θα σοκαριστούν όταν συνειδητοποιήσουν ότι δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία που να στηρίζουν αυτή τη άποψη.

Οι μυστικιστές όλων των πνευματικών παραδόσεων μας δίδασκαν πάντα ότι υπάρχει μόνο μια Αλήθεια –η οποία ήταν πάντα εδώ πανταχού παρούσα και πάντα αναλλοίωτη. Δεν αποκαλύφθηκε ξαφνικά για πρώτη φορά. Κατά τον Ηράκλειτο, ο Λόγος είναι αιώνια παρών. Ο χριστιανισμός είναι κεφάλαιο στην αιώνια ανθρώπινη αναζήτηση ενός βαθύτερου νοήματος στη ζωή: μια ακόμη απόπειρα να προσεγγίσουμε την ατέλειωτη, αιώνια Γνώση. Η πνευματικότητα της Δύσης γαλουχήθηκε και πήρε μορφή μέσα από δυο σπουδαίες παραδόσεις –τον Παγανισμό και το Χριστιανισμό. Τώρα ήρθε η ώρα να ανακαλύψουμε πάλι το κοινό έδαφος που μοιράζονται και να διεκδικήσουμε την πλούσια κληρονομιά μας μέχρι και τον τελευταίο θησαυρό!


Τα μυστήρια του Ιησού των Τιμ Φρέκε και Πήτερ Γκάντυ

Ήταν ο αληθινός Ιησούς ένας παγανιστικός θεός; Αυτό αναρωτιούνται δυο ‘’γενναίοι’’ άντρες στο βιβλίο τους Τα μυστήρια του Ιησού. Το περσινό Πάσχα, οι Βρετανοί συγγραφείς Τιμ Φρέκε και Πήτερ Γκάντυ δημοσίευσαν το βιβλίο αυτό, το οποίο ελπίζουν ότι θα βοηθήσει να γιατρευτεί μια παλιά πληγή, η οποία αποδυνάμωσε το δυτικό πνεύμα για πολλούς αιώνες. Εξετάζοντας τις κοινές ρίζες που υπάρχουν μεταξύ των παγανιστικών και των χριστιανικών παραδόσεων, οι δυο συγγραφείς προτείνουν έναν τρόπο να απελευθερωθούμε από τον κύκλο του πολέμου μεταξύ χριστιανικής και παγανιστικής παράδοσης μέσω της ιστορικής συμφιλίωσης.


Τον 4ο αιώνα μ.Χ., η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία συνέτριψε βίαια την αρχαία Παγανιστική θρησκεία σε όλο το μήκος και το πλάτος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Θαυμάσιοι ναοί έγιναν συντρίμμια. Ιερείς και φιλόσοφοι θανατώθηκαν. Τεράστιες βιβλιοθήκες μεστές πνευματικής σοφίας και επιστημονικής γνώσης έγιναν στάχτες. Αυτή η ασελγής καταστροφή της παγανιστικής μας κληρονομιάς διαπιστώνεται σήμερα ότι ήταν μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες του δυτικού κόσμου.

Το μέγεθος αυτού που χάθηκε είναι δύσκολο να το συνειδητοποιήσει κανείς. Η νοησιαρχική έρευνα έδωσε τη θέση της στον δογματικό αυταρχισμό. Ήδη από τον 3ο αιώνα π.Χ. οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν ότι η Γη ήταν μια σφαίρα που περιστρεφόταν γύρω από τον Ήλιο και είχαν μάλιστα υπολογίσει με ακρίβεια την περιφέρειά της με ελάχιστη απόκλιση. Στα χρόνια του ευρωπαϊκού σκοταδισμού (τον μεσαίωνα), όποιος δεν πίστευε ότι η Γη ήταν επίπεδη εθεωρείτο αιρετικός. Η μυστική φιλοσοφία των παγανιστών, η οποία έδινε έμφαση στην προσωπική γνώση και εμπειρία του θεού, καταπιέστηκε και αντικαταστάθηκε από μια θρησκεία που βασιζόταν στην τυφλή πίστη και στις επιταγές των επισκόπων της Εκκλησίας. Στο πέρασμα των αιώνων, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία επέβαλε τα πιστεύω της μέσα από απειλές και βία, αρνούμενη σε γενιές και γενιές ανθρώπινων όντων το δικαίωμα στις δικές τους σκέψεις καθώς και στην εύρεση του προσωπικού τους δρόμου προς την πνευματική αφύπνιση και σωτηρία. Έτσι η ανθρωπότητα οδηγήθηκε στην ιστορική περίοδο που ονομάστηκε μεσαίωνας.

Αυτά τα συμβάντα άφησαν βαθειά σημάδια στη δυτική ψυχή, η οποία έχει ακόμη ανάγκη ίασης. Αν και σκοπός του ήταν να ενώσει όλο τον κόσμο κάτω από μια θρησκεία, ο χριστιανισμός υπήρξε στην πραγματικότητα αιτία πολλών διασπάσεων και διχασμού. Χριστιανοί κατά ειδωλολατρών, άνδρες εναντίον γυναικών, επιστήμη εναντίον θρησκείας, πίστη εναντίον ορθολογισμού. Παίρνοντας ως δεδομένο ότι αποτελεί τη μοναδική πραγματική πίστη, ο χριστιανισμός δημιούργησε ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στον ίδιο και τις υπόλοιπες πνευματικές παραδόσεις. Η αυτο-ανακηρυσσόμενη υπεροχή του χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει τη βίαιη καταστροφή άλλων εξαιρετικών και εξελιγμένων πνευματικά κοινωνιών σε όλο τον κόσμο. Οι εκπρόσωποι του χριστιανισμού έφτασαν μάλιστα στο σημείο να καταδιώξουν τους ίδιους τους χριστιανούς μυστικιστές και τα ελεύθερα πνεύματα που γαλουχήθηκαν στους κόλπους τους. Υιοθετώντας τον πατριαρχικό εβραϊκό θεό Ιεχωβά, ως το μόνο αποδεκτό πρόσωπο του Θεού, καθυπόταξαν το θηλυκό στοιχείο του Θεού (τη γυναικεία πνευματικότητα) - ένα θεολογικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε για να νομιμοποιήσει την υποταγή των γυναικών. Η επιμονή του χριστιανισμού στο ζήτημα του αδιαμφισβήτητου της πίστης οδήγησε πολλούς στην απόρριψη κάθε μορφής πνευματικότητας ως εκδήλωση κάποιας κακής, διαβολικής δύναμης που αντιμάχεται την πραγματική χριστιανική πίστη.

Ενώ άλλες κουλτούρες τιμούν τους προγόνους τους ως πηγές σοφίας και πολιτισμού, εμείς καταδικάσαμε τους δικούς μας ως λάτρεις του διαβόλου. Ποια ήταν η επίπτωση αυτής της στάσης στη δυτική ψυχή; Είμαστε ένας πολιτισμός αποκομμένος από τις ρίζες του. Μόνο μετά από την εκ νέου ανακάλυψη της ελληνικής φιλοσοφίας τον 15ο αιώνα, στη διάρκεια της Αναγέννησης, ο δυτικός πολιτισμός είχε τη δυνατότητα να βγει από το τέλμα της πρόληψης και των συγκρούσεων στις οποίες είχε βυθιστεί. Μια διαδικασία η οποία στους πρόσφατους αιώνες έδωσε τους καρπούς της σύγχρονης επιστήμης. Ωστόσο, σε αντίθεση με τους αρχαίους παγανιστές, δεν είδαμε την επιστήμη και την πνευματικότητα ως δυο πλευρές του ίδιου Μυστηρίου, αλλά σαν δυο αντίθετες και εχθρικές μεταξύ τους έννοιες.

Η τραγική ειρωνεία είναι ότι όλος αυτός ο πόνος και η σύγχυση δεν ήταν παρά προϊόν μιας παρεξήγησης όσον αφορά την καταγωγή και το νόημα του χριστιανισμού. Όπως δείχνουμε στο βιβλίο μας Τα Μυστήρια του Ιησού, η αλήθεια είναι ότι ο χριστιανισμός και ο παγανισμός δεν είναι ασυμβίβαστοι. Αν και αυτό μπορεί να ακούγεται απίστευτο, χρόνια επίπονης έρευνας μας έπεισαν -χωρίς αυτό να αποτελεί μια νέα αποκάλυψη -ότι ο χριστιανισμός υπήρξε στην πραγματικότητα μια εβραϊκή διασκευή του αρχαίου παγανισμού.


Οι βαθμοί των Δελφικών Μυστηρίων


Στο σημείο αυτό θα πάμε πίσω στο χρόνο και θα ερευνήσουμε μια άγνωστη πνευματική παράδοση που σχετίζεται με τις βαθμίδες μύησης των Μεγάλων Μυστηρίων. Ίσως εκπλήξει πολλούς το γεγονός ότι η λέξη "Ιησούς" (όπως και η λέξη "Χριστός") δεν είναι εβραϊκή αλλά ελληνική, καθώς και το ότι αποτελούσε έναν από τους πιο υψηλούς βαθμούς των Δελφικών Μυστηρίων. Πιο συγκεκριμένα, για το μυστικό όνομα που έπαιρναν οι Δελφικοί μύστες και θεραπευτές ενός ορισμένου βαθμού. Ας θυμηθούμε ότι ο Απολλώνιος σπούδασε ιατρική στο ιερό (σχολή) του Ασκληπιού.

Για να αντιληφθούμε τη σύνδεση αυτών των στοιχείων, που με πρώτη ματιά φαίνονται ασύνδετα μεταξύ τους, θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ο Απόλλωνας, εκτός από προστάτης της μαντικής, της νομοθετικής και της μουσικής, ήταν και προστάτης της θεραπευτικής τέχνης. Ο Όρκος του Ιπποκράτη αναφέρει: «Όμνυμι, Απόλλωνα ιητρόν, και θεούς πάvτας τε και πάσας, ίστορας ποιεύμενος, επιτελέα ποιήσειν κατά δύναμην και κρίσιν την εμήν, όρκον τόνδε και ξυγγραφήν τήνδε ... » Γιος του Απόλλωνα ήταν ο Ασκληπιός, ο κατεξοχήν θεός της ιατρικής. Τα παιδιά του Ασκληπιού ήταν κι αυτά έμπειροι γιατροί. Οι γιοι του, Μαχάων και Ποδαλείριος, που πήραν μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας, υπήρξαν έμπειροι χειρούργοι. Αλλά και οι θυγατέρες του Ασκληπιού -η Υγεία, η Πανάκεια και η lασώ- δεν σχετίζονται απλά με την ιατρική. Τα ονόματά τους, δρώντας σαν αντίδοτα κατά της ασθένειας, της αδυναμίας και του πόνου, έμελλε να γίνουν συνώνυμα της ελπίδας εκατομμυρίων ανθρώπων στη Γη. Ας προσέξουμε ιδιαίτερα το όνομα της Ιασώς, απ΄ όπου προέρχεται η λέξη ίαση (θεραπεία). Ο αρσενικός τύπος του ονόματος αυτού είναι Ιησούς!

Ας δούμε τώρα πώς σχετίζεται η ιατρική με τα Μυστήρια και με τα Μαντεία ή Χρηστήρια (τόποι χρησμών). Από παλιά η ιατρική τέχνη είχε διττή λειτουργία, η δε αποστολή της ήταν η ψυχική και η σωματική κάθαρση. Έτσι, οι πρώτοι γιατροί, παράλληλα με την ιατρική, ασκούν και τη μαντική τέχνη. Σε αυτή τη γραμμή των μάντεων-γιατρών, που εμφανίζονται, κατά τους ιστορικούς χρόνους, πρώτος είναι ο Μελάμπους (β΄ μισό του 14ου αι. π.Χ.) και ακολουθούν ο Αρισταίος (α' μισό του 13ου αι. πΧ) και ο Πολύειδος (β' μισό του ίδιου αιώνα). Παράλληλα αναπτύσσεται και μια δεύτερη γραμμή που την αποτελούν μύστες-γιατροί: ο Λίνος (1400 π.Χ.), που υπήρξε δάσκαλος του Ορφέα και του Ηρακλή, ο Ορφέας, μαθητής του Λίνου και του Μελάμποδος, ο Μουσαίος, γιος του Ορφέα και πρώτος αρχιερέας των Ελευσίνιων Μυστηρίων, και τέλος ο Βάκις, τελετουργός των μυστηριακών ιάσεων. Από τις γραμμές αυτές θα ξεπηδήσει η επόμενη γενιά γιατρών-μάντεων στην οποία ανήκουν οι Τειρεσίας, Αμφιάραος, Τροφώνιος και Ασκληπιός.

Στα παλιά, λοιπόν, χρόνια ένας μύστης έπρεπε να είναι και τέλειος θεραπευτής. Ή αν το δούμε αντίστροφα, ένας γιατρός για να μπορεί να θεραπεύει (και όχι απλώς να συστήνει φάρμακα) έπρεπε να είναι μύστης. Από τη σύζευξη αυτή των δυο λειτουργημάτων προέρχονται οι βαθμοί που συναντάμε αργότερα στα Δελφικά Μυστήρια.

Συνέβη όμως και το αντίστροφο. Στα αρχαία Ασκληπιεία, ή όπως θα λέγαμε σήμερα Πανεπιστημιακές Κλινικές, οι γιατροί περνούσαν και από διάφορες βαθμίδες μύησης. Πρώτα γίνονταν "χρηστοί", δηλαδή αγαθοί, πράοι και ελεήμονες, κατόπιν "χριστοί", έπαιρναν δηλαδή το χρίσμα του δόκιμου θεραπευτή, στη συνέχεια ονομάζονταν "γιοι της lασούς" (της κόρης του Ασκληπιού), δηλαδή ολοκληρωμένοι θεραπευτές και, τέλος, ‘’Απολλώνιοι’’, ήτοι "φωτισμένοι" ή "τέλειοι θεραπευτές". (Για την ιδιαίτερη θέση των θεραπευτών στον αρχαίο κόσμο, βλέπε Λεξικό της Σούδας στο ομώνυμο λήμμα).

Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι ο μύστης του τρίτου βαθμού απεκαλείτο "γιος της Ιασούς", δηλαδή "Ιησούς" - αυτός που κάνει ιάσεις. Γίνεται φανερό πως ο Απολλώνιος, που όπως δείχνει το όνομά του είχε τον τέταρτο και κορυφαίο βαθμό μύησης, είχε προϋπάρξει ως "Ιησούς". Αναφερόμαστε στην περίοδο κατά την οποία κατείχε τον τρίτο βαθμό. Ο βαθμός του ''Απολλώνιου'', με άλλα λόγια εκείνου που είχε γίνει όμοιος με τον Απόλλωνα, δινόταν πολύ σπάνια, καθώς ήταν η επισημοποίηση της οριστικής μεταμόρφωσης του ανθρώπου σε θεό.