θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, January 10, 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΘΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: Ο Ιωνάς ρίχνεται στη θάλασσα

.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
..
.


ΙΩΝΑΣ 1



4 Και ο Ιεχωβά εξαπέλυσε έναν μεγάλο άνεμο στη θάλασσα και έγινε μεγάλη θύελλα στη θάλασσα και το πλοίο ήταν έτοιμο να ναυαγή­σει. 5 Και οι ναυτικοί άρχισαν να φοβούνται και να καλούν σε βοή­θεια ο καθένας το θεό του Και έρι­χναν στη θάλασσα τα αντικείμενα που ήταν στο πλοίο, προκειμένου να το ελαφρώσουν από αυτά. Αλλά ο Ιωνάς είχε κατεβεί στα έγκατα του σκάφους, το οποίο είχε κατάσχρωμα, και είχε ξαπλώσει και κοιμόταν βαθιά. 6 Τελικά, τον πλησίασε ο πλοίαρχος και του είπε: «Πώς μπο­ρείς και κοιμάσαι εσύ; Σήκω, φώνα­ξε προς το θεό σου! Ίσως ο αληθι­νός Θεός να δείξει ενδιαφέρον για εμάς και να μην αφανιστούμε».


7 Και άρχισαν να λένε ο ένας στον άλλον: «Ελαχε να ρίξουμε κλήρο, ώστε να μάθουμε εξαιτίας τίνος μάς βρήκε αυτή η συμφορά». Και έριχναν κλήρο, και τελικά ο κλήρος έπεσε στον Ιωνά.κ 8 Του είπαν λοιπόν: «Πες μας, σε παρακαλούμε, εξαιτίας τίνος μάς βρήκε αυτή ή συμφορά; Ποια είναι η ερ­γασία σου και από πού έρχεσαι; Ποια είναι η χώρα σου και από ποιο λαό είσαι;»
9 Τότε εκείνος τους είπε: «Εγώ εί­μαι Εβραίος, και τον Ιεχωβά, τονθεό των ουρανών, φοβάμαι,8 Εκείνον που έκανε τη θάλασσα και την ξηρά».
10 Και οι άντρες άρχισαν να νιώθουν μεγάλο φόβο και να του λένε: «Τι είναι αυτό που έκανες;»" Διό­τι οι άντρες είχαν μάθει ότι έφευγε από το πρόσωπο του Ιεχωβά, επει­δή τους το είχε πει. 11
Τελικά του είπαν: «Τι πρέπει να κάνουμε σε εσένα προκειμένου να γαληνέψει η θάλασσα για εμάς;» Διό­τι η θάλασσα γινόταν ολοένα και πιο θυελλώδης, 12 Εκείνος, λοιπόν, τους είπε: «Σηκώστε με και ρίξ­τε με στη θάλασσα, και η θάλασσα θα γαληνέψει για εσάς· επειδή εγώ ξέρω ότι εξαιτίας μου έχει έρθει
θάλασσα- προσεύχεται αυτή η μεγάλη θύελλα πάνω σας». 13 Αλλά οι άντρες προσπαθούσαν να προχωρήσουν για να επαναφέρουν το πλοίο στη στεριά εντούτοις δεν μπορούσαν, επειδή η θάλασσα γινόταν ολοένα και πιο θυελλώδης εναντίον τους."
14 Και άρχισαν να φωνάζουν προς τον Ιεχωβά και να λένε: «Αχ! Ιεχωβά, σε παρακαλούμε, ας μην αφανιστούμε εξαιτίας της ψυχής αυτού του ανθρώπου! Και μη βάλεις πάνω μας αθώο αίμα, εφόσον εσύ, Ιεχωβά, έκανες όπως σε ευχαριστούσε!» 15 Κατόπιν σήκωσαν τον Ιωνά και τον έριξαν στη θάλασ­σα· και η θάλασσα άρχισε να ηρε­μεί από τη μανία της.2 16 Τότε οι άντρες άρχισαν να νιώθουν μεγά­λο φόβο για τον Ιεχωβά και γι' αυτό πρόσφεραν θυσία στον Ιεχω­βά και έκαναν ευχές.1
17 Και ο Ιεχωβά όρισε ένα μεγάλο ψάρι να καταπιεί τον Ιωνά, και έτσι ο Ιωνάς βρισκόταν στα σπλάχνα του ψαριού τρεις ημέρες και τρεις νύχτες.