θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Thursday, January 15, 2009

Το μονοπατι των φιλοσοφων - 2ο μέρος

Η κρυφή ιστορία του κόσμου


Τα περιστατικά αυτά συνθέτουν τη λεγόμενη Τιτανομαχία. Με τον Δία στο πηδάλιο αρχίζει μια νέα περίοδος κατά την οποία τον κόσμο πλέον κυβερνούν οι θεοί-βασιλιάδες. Ο καθένας από αυτούς αναλαμβάνει κι από έναν ιδιαίτερο τόπο. Αυτοί ήταν –συνάρχοντες τω μεγίστω δαίμονι θεοί- (Πολιτικός 272e). Στην ελληνική παράδοση οι θεοί παρουσιάζονται εκτός από κυβερνήτες εκτεταμένων χωρών να είναι και κυβερνήτες ανθρώπων. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να τους εκλάβουμε ως ένα είδος παγκόσμιων κυβερνητών και δασκάλων της ανθρωπότητας και όχι ως πρόσωπα τα οποία ανέπτυξαν κάποια υψηλής έστω μορφής πολιτική ή θρησκευτική δραστηριότητα αφού, όπως αναφέρει σε έναν άλλο διάλογό του ο Πλάτωνας (Κριτίας 109c), κυβερνούσαν όχι με δεσποτικό ή βίαιο τρόπο, αλλά διακριτικά, επιδρώντας με την πειθώ στις ψυχές των ανθρώπων.

Για να κατανοήσει κανείς το σύνθετο οικοδόμημα της ελληνικής θεολογίας πρέπει να έχει αποσαφηνίσει δυο πράγματα. Πρώτον, ότι οι αρχαίοι αναφέρονταν πάντοτε σε θεούς και όχι σε έναν θεό. Η έννοια του ενός και μοναδικού θεού είναι μεταγενέστερη και προήλθε από τις θρησκείες που γεννήθηκαν από την ανάγκη να καθοδηγηθεί στα πρώτα του βήματα ο νηπιακός και άξεστος σε πολλά άνθρωπος της νέας ανθρωπότητας που εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο ύστερα από την πτώση του αρχαίου κόσμου. Όπως επισημαίνουν πολλοί μελετητές, ο χριστιανικός θεός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προσωποποίηση της ‘’ιδέας του αγαθού’’ που αναφέρει ο Πλάτωνας στην Πολιτεία του. Από μια άλλη σκοπιά, θα μπορούσε να εκληφθεί και ως η προσωποποίηση της anima mundi, της ψυχής του κόσμου. Όπως και νάχει, η ιδέα ενός παντοδύναμου, παντογνώστη, αλλά και εκδικητικού θεού που παρακολουθεί τα ανθρώπινα και επεμβαίνει για να τιμωρήσει τους παραβάτες των εντολών του είναι εντελώς ξένη με την ελληνική σκέψη και νοοτροπία. Για τους αρχαίους ο θεός είναι πράος και μειλίχιος, και δεν απέχει από τον άνθρωπο παρά τόσο μόνο όσο του επιτρέπει ο άνθρωπος να απέχει. Κατά συνέπεια δεν έχει χρεία ανθρώπινων μεσολαβητών ή λειτουργών. Και αυτό μας φέρνει στο δεύτερο που πρέπει να έχουμε κατά νου. Ότι δηλαδή κάθε άνθρωπος μπορεί, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική σκέψη, να φτάσει στην κατάσταση του θεού ή της θέωσης. Ο άνθρωπος είναι ατελής, δεν παύει όμως να είναι έμφρων, να έχει δηλαδή μερίδιο στη φρόνηση και στη σοφία. Όταν ο θεϊκός σπόρος που έχει μέσα του (ο εν ημίν θεός) καλλιεργηθεί κατάλληλα και αναπτυχθεί, ο άνθρωπος φτάνει στη θέωση. Με άλλα λόγια, ανακαλύπτει ότι είναι κι αυτός ένας θεός. Αυτό δεν είναι μεν αδύνατο, δεν είναι όμως και εύκολο πράγμα. Όπως γράφει ο Πλάτωνας στον Φαίδωνα: ‘’Στο γένος των θεών δεν είναι θεμιτό να φτάνει κάποιος που δεν φιλοσόφησε και δεν εγκατέλειψε τον ανθρώπινο κόσμο τελείως αμόλυντος, εκτός βέβαια από τον φίλο της γνώσης’’. (82c).

Οι αρχαίοι, λοιπόν, είχαν θεούς και όχι έναν θεό. Σφάλλουμε όμως όταν τους χαρακτηρίζουμε ως ειδωλολάτρες, με την έννοια ότι δεν είχαν ανακαλύψει τον αληθινό θεό και στη θέση του είχαν πολλούς, προσωποποιήσεις συνήθως φυσικών δυνάμεων. Γιατί και την εναδική φύση της θεότητας γνώριζαν, όπως δείχνει η φιλοσοφία των Στωικών, οι οποίοι θεωρούσαν τον κόσμο ως το εκδηλωμένο σώμα της θεότητας, την οποία αποκαλούσαν Δία καθόσον δι' αυτού έγιναν τα πάντα, Ζήνα γιατί είναι αίτιος του ζην, Αθηνά γιατί το ηγεμονικό -το κυρίαρχο μέρος της θεότητας- εκτείνεται στον αιθέρα, Ήρα γιατί επεκτείνεται στον αέρα, Ήφαιστο γιατί απλώνεται στο δημιουργικό πυρ, Ποσειδώνα γιατί επεκτείνεται στη θάλασσα και, τέλος, Δήμητρα γιατί φτάνει μέχρι τη γη, (Διογένης Λαέρτιος, VII 147). Αν και το Δωδεκάθεο, ως επίσημη θρησκεία της πόλης, υπηρετούσε τις ανάγκες του απλού ανθρώπου, οι Φιλόσοφοι και οι διανοούμενοι γνώριζαν ότι οι θεοί ήταν κάποτε άνθρωποι που έφτασαν στη θέωση.

Ωστόσο, δεν είναι πάντοτε όλοι οι θεοί παρόντες στον κόσμο. Έτσι, όπου γίνεται χρήση του ενικού αριθμού αυτό αποτελεί μια έμμεση αναφορά στον συγκεκριμένο θεό

Όταν ρωτήθηκε ο Αριστοτέλης τι διαφορά έχουν οι πεπαιδευμένοι από τους απαίδευτους,

‘’όση’’, είπε, ‘’οι ζωντανοί από τους νεκρούς’’.

Αριστοτέλης (από Διογένη Λαέρτιο, Ε 19)

ο οποίος, για μια ορισμένη χρονική περίοδο, έχει την επιστασία του κόσμου. Γιατί, όπως διευκρινίζει ο Πλάτωνας στον Πολιτικό, υπάρχουν περίοδοι που στο πηδάλιο του κόσμου υπάρχει κάποιος θεός-κυβερνήτης, και άλλες που αυτός αποσύρεται στο παρατηρητήριό του, την περιωπήν (272e), αφήνοντας το πλοίο να κατευθύνεται από μόνο του. Άμεση τότε συνέπεια είναι η ριζική αντιστροφή όλων των βιολογικών και κοσμολογικών διεργασιών. Η ακυβέρνητη πορεία του σκάφους συνοδεύεται από τεράστιες κοσμικές καταστροφές. Αλλά ακόμη κι όταν η πρώτη σύγχυση περάσει και το πλοίο φαίνεται πως έχει ξαναβρεί τη ρότα του, στην πραγματικότητα συνεχίζει να ακολουθεί αντίστροφη πορεία, κινδυνεύοντας να ναυαγήσει στο πέλαγος του απείρου, μέχρι τη στιγμή που ο θεός βάζει ξανά το χέρι του στο δοιάκι και αντιστρέφει για άλλη μια φορά τη ροπή των κοσμικών κινήσεων (273a-274a).

Θα πρέπει, λοιπόν, να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι τα γεγονότα της Τιτανομαχίας, που παρεμβάλλονται ανάμεσα στη ‘’χρυσή εποχή του Κρόνου’’ και στη ‘’βασιλεία του Δία’’, υποκρύπτουν μια ανάλογη εποχή έντασης και αναστάτωσης, κατά την οποία ο κόσμος είχε αφεθεί να διευθύνεται από τις δικές του δυνάμεις.

Αλλά ακόμη κι όταν υπάρχει στο τιμόνι του πλοίου, ο παγκόσμιος κυβερνήτης παραμένει αφανής και άφατος και προσεγγίζεται μόνο νοερά. Γιατί, όπως αναφέρει ο Πλάτωνας στον Πολιτικό, συνετός κυβερνήτης είναι αυτός που κυβερνάει δίκαια (297b). Τέλειος όμως είναι αυτός που μένει αφανής. Και είναι αφανής και άγνωστος γιατί από τη στιγμή που όλα πηγαίνουν καλά, κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει σε ποιον οφείλεται αυτό. Είναι δε άφατος γιατί, σε αντίθεση με τους ανθρώπους -κυβερνήτες, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσεγγιστεί. Αλλά ακόμη κι όταν κάποιος καταφέρει να τον προσεγγίσει, δεν μπορεί να πει τίποτε σχετικά με αυτόν στους άλλους.


Μια παγκόσμια σύγκρουση


Για να ξαναπιάσουμε το μυθολογικό νήμα, ο Δίας, μετά το θάνατο του Κρόνου, έμεινε μοναδικός κύριος όλου του προπατορικού βασιλείου. Από τα αδέλφια του, ο μεν Πλούτωνας ανέλαβε τη διοίκηση της Ισπανίας και της Γαλατίας, ο δε Ποσειδώνας ανέλαβε την επιστασία των θαλασσών. Ο Δίας κυβερνούσε την απέραντη αυτοκρατορία του από την Κρήτη. Αργότερα μετέφερε την έδρα του στον Όλυμπο, όπου έχτισε ένα ισχυρό και απρόσιτο φρούριο. Όταν πέθανε, η σωρός του μεταφέρθηκε από τους Κούρητες στην Κρήτη όπου και τάφηκε. Ο Δίας κυβέρνησε τον κόσμο με ευνομία και δικαιοσύνη, χρησιμοποιούσε δε ως πρεσβευτή του και μεσολαβητή τον Ερμή. Εκείνο όμως που τον έκανε μεγάλο και του προσέφερε τον τίτλο του Ελευθερωτή ήταν ότι κατάφερε να αποκρούσει έναν φοβερό εχθρό που θέλησε στα μακρινά εκείνα χρόνια να υποδουλώσει την ανθρωπότητα.

Δεν είχε προλάβει καλά-καλά να κατακαθήσει η σκόνη από την Τιτανομαχία, όταν στην επικράτεια του Δία εισέβαλαν οι Γίγαντες, έθνος ληστρικό, λεηλατώντας και καταστρέφοντας και σκορπώντας παντού τον τρόμο. Διαθέτοντας σημαντικές δυνάμεις, κατέλαβαν μεγάλα τμήματα του βασιλείου, πράγμα που έκανε την απώθησή τους εξαιρετικά δύσκολη. Έχοντας εισβάλλει από πολλά σημεία ταυτόχρονα, συνέκλιναν προς την Ελλάδα, όπου είχε το στρατηγείο του ο Δίας. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στην Παλλήνη. Εκεί ο Δίας και οι στρατηγοί του αφάνησαν τους Γίγαντες, νικώντας τους κατά κράτος. Στρατηγοί των Γιγάντων ήταν ο Πορφυρίων, ο Αλκυονεύς, ο Πολυβώτης, ο Ιππόλυτος, ο Γρατίων, ο Άγριος, ο Θόων, ο Άθως, ο Πέλωρος, ο Μίμος και ο Εφιάλτης. Στο αντίπαλο στρατόπεδο είχαν παραταχθεί όλοι σχεδόν οι θεοί: η Ρέα, ο Απόλλωνας, η Αθηνά, ο Ήφαιστος, ο Ερμής, η Άρτεμις, ο Άρης και οι Μοίρες. Στην πλευρά του Δία τάχθηκε επίσης και ο Διόνυσος με τα στρατεύματά του-

Όταν ρωτήθηκε ο Αρίστιππος

τι του 'μεινε σαν ωφέλεια από την εκμάθηση της φιλοσοφίας, είπε: ‘’Το να μπορώ

να συναναστρέφομαι με θάρρος όλους τους ανθρώπους’’.

Αρίστιππος (από Διογένη Λαέρτιο, Β 68)

- τις Βάκχες, τις Μαινάδες και τους Σατύρους. (Εκείνο τον καιρό τα πολεμικά έργα ήταν κοινά και στις γυναίκες και στους άντρες). Ωστόσο, κρίθηκε απαραίτητη και η συμμετοχή ενός θνητού, του Ηρακλή, γιατί σύμφωνα με έναν χρησμό για να σκοτωθούν οι Γίγαντες έπρεπε να τους επιτεθεί ταυτόχρονα ένας θεός κι ένας θνητός. Στον Ποσειδώνα, τέλος, είχε ανατεθεί η εξολόθρευση του εχθρικού στόλου - πράγμα που έκανε: τον καταδίωξε μέχρι την Κω όπου και τον κατέστρεψε.

Το πλήθος και το αξιόμαχο των δυνάμεων, που αντιπαρατάχθηκαν, φέρνουν στο νου εικόνες παγκόσμιας σύρραξης. Η Γιγαντομαχία όπως αποκλήθηκε από τους μεταγενέστερους, θυμίζει σε πολλά σημεία την θρυλική σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων και Ατλάντων που περιγράφει ο Πλάτωνας στους διαλόγους του Τίμαιο και Κριτία. Όπως και νάχει, η Γιγαντομαχία υπήρξε το αγαπημένο θέμα πολλών καλλιτεχνών της αρχαιότητας και παραστάσεις της σώζονται από το βωμό του Δία στην Πέργαμο και από τον περίφημο θησαυρό των Σιφνίων στους Δελφούς.


Ο Πλάτωνας στον Κριτία (113c), αναφερόμενος στην πριν από τη σύγκρουση κατάσταση, λέει πως μετά την Τιτανομαχία οι θεοί-βασιλιάδες διαμοίρασαν ισότιμα μεταξύ τους τον κόσμο. Και οι μεν άλλοι ανέλαβαν με κλήρο τμήματα της Ευρώπης και της Ασίας, στον Ποσειδώνα όμως έλαχε η Ατλαντίδα - ένα αρκετά μεγάλο σε έκταση νησί έξω από τις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ). Αυτός και οι απόγονοί του δημιούργησαν εκεί έναν μεγάλο πολιτισμό που διακρινόταν για τους νόμους του, την αφθονία των αγαθών και τα μηχανικά επιτεύγματά του. Αφού πέρασαν πολλές γενιές και πολλοί κυβερνήτες διαδέχτηκαν εκείνους τους αρχικούς, το θεϊκό στοιχείο που είχαν μέσα τους σιγά-σιγά εκφυλίστηκε και χάθηκε, γιατί ανακατεύτηκε πάρα πολύ με το ανθρώπινο στοιχείο. Τους επικεφαλής της Ατλαντίδας κυρίεψε η πλεονεξία και άλλο δεν είχαν στο νου τους παρά πώς θα μεγαλώσουν τον πλούτο και τη δύναμη τους. Συγκεντρώνοντας λοιπόν μια μεγάλη και καλά οργανωμένη δύναμη, εισέβαλαν στις μεσογειακές χώρες. Διαφορετική όμως ήταν η πρόθεση του Δία. Ο πατέρας των θεών αποφάσισε να τιμωρήσει τους φταίχτες: Γι' αυτό κάλεσε σε συμβούλιο όλους τους θεούς στην ‘’πάντιμη κατοικία’’ του που βρισκόταν στο κέντρο του κόσμου και από την οποία επόπτευε όλα όσα συνέβαιναν. Οι θεοί αποφάσισαν να αντισταθούν στον εισβολέα. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης που ακολούθησε, έγιναν δυνατοί σεισμοί που κατέστρεψαν το άλλοτε μεγάλο και ισχυρό νησί, ενώ τα κύματα που σηκώθηκαν σκέπασαν όχι μόνο εκείνον τον θρυλικό πολιτισμό, αλλά και τους αντίπαλους στρατούς που μάχονταν στα πεδινά μέρη.

Στο σημείο αυτό το χειρόγραφο σταματάει απότομα. Ας σημειωθεί πως ο Κριτίας είναι το μοναδικό από τα έργα του Πλάτωνα που έφτασε στα χέρια μας κολοβωμένο. Αγνοούμε έτσι την πιθανή κατάληξη που μπορεί να είχε. Από τους μελετητές πάντως επισημαίνεται η ομοιότητα που παρουσιάζει το περιεχόμενο με τον τρωικό μύθο στα Κύπρια, όπου αφετηρία του μεγάλου πολέμου θεωρείται το σχέδιο του Δία για πρόληψη του υπερπληθυσμού. Τοποθετημένο το έργο αυτό σαν ψηφίδα μέσα στο υπόλοιπο πλατωνικό μωσαϊκό, έχει αναμφίβολα τη δική του διδακτική αξία - μια αξία που, όπως θα δούμε παρακάτω, καθιστά το μύθο της Ατλαντίδας δραματικά επίκαιρο στις μέρες μας. Γι' αυτό, έχοντας ρίξει μια ματιά στην πορεία της ανθρωπότητας κατά το παρελθόν, δεν θα ήταν άσχημο αντίβαρο να ρίξουμε και μια ματιά στο μέλλον.

Όταν η Σαχάρα ήταν πράσινη

Τα γεγονότα που υποκρύπτονται πίσω από το μυθολογικό υπόστρωμα τόσο των Ουρανιώνων (Ουρανού, Κρόνου, Ρέας) όσο και των Ολυμπίων θεών, τοποθετούνται απ' όσο μπορούμε να υπολογίσουμε κάπου στο 10.000 π.Χ. Την περίοδο αυτή η Σαχάρα ήταν εύφορη, με πλούσια βλάστηση και πολλά ζώα. Και κοντά στα ζώα υπήρχαν και ικανοί κυνηγοί, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε από τις βραχογραφίες του Τασιλί Ν΄Ανζέρ, του οροπεδίου που εκτείνεται ανάμεσα στη σημερινή Λιβύη και τη Μαυριτανία. Το Αιγαίο επίσης, που το μεγαλύτερο μέρος του ήταν ξηρά, είχε διαφορετικό από το σημερινό κλίμα, όπως μαρτυρούν οι εκπληκτικές τοιχογραφίες από το Ακρωτήρι της Σαντορίνης, στις οποίες εικονίζεται ένας απολεσθείς παράδεισος με πλούσια χλωρίδα και μια πανίδα αποτελούμενη από λιοντάρια, αντιλόπες και κερκοπίθηκους.

Η τελευταία παγετωνική εποχή άρχισε πριν 80.000 χρόνια. Κατά την εποχή αυτή η στάθμη των νερών του Αιγαίου κατέβηκε 100 με 200 μέτρα κάτω από το σημερινό επίπεδο. Τότε μεγάλες εκτάσεις, που σήμερα καλύπτονται με νερά, ήταν ξηρά. Επειδή η υποπολική ζώνη ή ζώνη των βροχών, είχε μεταφερθεί στη Μεσόγειο (σήμερα είναι γύρω από την πολική ζώνη), η γη είχε ξεπλυθεί και είχε γίνει εύφορη. Με το τέλος της Εποχής των Παγετώνων, πριν από 12.000 χρόνια, τα νερά που είχαν αποτραβηχτεί προς το Βόρειο Πόλο και είχαν γίνει πάγοι, επιστρέφουν στα κοιλώματα και τις λεκάνες της γης. Πλημμυρίζοντας περιοχές που μέχρι χθες ήταν πεδινές. Μεγάλες εκτάσεις, που κατά τη διάρκεια της παγετωνικής εποχής ήταν ξηρά, καταποντίζονται και πάλι. Άνθρωποι, ζώα και δέντρα εξαφανίζονται. Το κλίμα αλλάζει και γίνεται απότομα θερμότερο. Οι πολλές βροχές χάνονται. Η υποπολική ζώνη μετατοπίζεται στο Βόρειο Πόλο. Έτσι, τα ζώα που ακολουθούν τη ζώνη των βροχών φεύγουν. Το Αιγαίο λίγο-πολύ παίρνει τη γενική μορφή που έχει σήμερα, ενώ η Σαχάρα αρχίζει σταδιακά να χάνει τη βλάστησή της. Γύρω στο 2500 π.Χ. έχει μεταβληθεί οριστικά σε έρημο.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως την περίοδο από το 10.000 έως το 2.5ΟΟ π.Χ, πέριξ της Μεσογείου είχε δημιουργηθεί ένας αρκετά σημαντικός πολιτισμός για τον οποίο υπάρχουν ενδείξεις από δεύτερο χέρι. Όπως όμως δηλώνεται καθαρά, υπήρχαν εκτεταμένα βασίλεια, στα οποία οι τέχνες, τα γράμματα και οι επιστήμες -ιδιαίτερα η γεωμετρία, η αστρονομία και η ιατρική- γνώρισαν σημαντική άνθιση. Το ίδιο συνέβαινε και με τους νόμους και την καλλιέργεια της αρετής. Εμείς όμως σήμερα διαιρούμε την περίοδο αυτή σε Παλαιολιθική και Νεολιθική εποχή, επειδή πιστεύουμε πως ο άνθρωπος βρισκόταν ακόμη στο στάδιο του πρωτογονισμού. Υποθέτουμε δε πως από την κατάσταση αυτή βγήκε μόλις το 2800 π.Χ. (εποχή του Χαλκού). Οποιαδήποτε όμως ματιά κι αν ρίξει κάποιος με στοιχειώδεις καλλιτεχνικές γνώσεις στα ειδώλια του κυκλαδικού πολιτισμού, που τοποθετούνται γύρω στο 7000 π.Χ., αντιλαμβάνεται ότι έχει να κάνει με αντιπροσωπευτικά δείγματα ενός πολιτισμού που βρίσκεται στην ακμή του.

Όταν ρωτήθηκε ο Αριστοτέλης τι κέρδισε από τη φιλοσοφία, ,

απάντησε: ‘’το να κάνω από μόνος μου και χωρίς καταναγκασμό αυτό που οι άλλοι το κάνουν φοβούμενοι τους νόμους’’,

Αριστοτέλης (από Διογένη Λαέρτιο, Ε 20)

Βέβαια έχει αμφισβητηθεί από πολλούς κατά πόσον ο μύθος αυτός σκιαγραφεί κάποια πραγματικά περιστατικά. Μέσα όμως σ' αυτόν υπάρχει και κάτι που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση - και σ' αυτό συμφωνεί και η σύγχρονη επιστήμη: ότι κάθε κρίσιμη καμπή στην ιστορία του πλανήτη μας άρχισε με μια μεγάλη μεταβολή στο κλίμα. Δεν έχει, λοιπόν, καμιά σημασία αν τα όσα εξιστορούνται σ' αυτόν συνέβησαν πραγματικά, αν δηλαδή υπήρχε κάποιο εκτεταμένο νησί στα δυτικά παράλια της Αμερικής, ανάμεσα στις Αντίλλες και τον Κόλπο του Μεξικού, το οποίο βυθίστηκε, και αν αυτό έγινε κατά τη διάρκεια μιας παγκόσμιας σύρραξης, ή αν θα πρέπει να τον εκλάβουμε σαν αλληγορία - όπως χρησιμοποιεί ο Όμηρος το υδάτινο στοιχείο (Ποσειδώνας) να μάχεται συνεχώς το στοιχείο του πυρός (Απόλλωνας), αφού τα δυο αυτά στοιχεία είναι από τη φύση τους αντίθετα.


Μελετώντας τις Κασσάνδρες των αριθμών


Έχει ειπωθεί πως αν δεν υπήρχαν προβλήματα, θα φρόντιζε γι' αυτό ο άνθρωπος. Πέρα από μια σειρά μικρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι λαοί -ανεργία, πτώση του βιοτικού επιπέδου, τοπικού πόλεμοι, εγκληματικότητα, πολιτικά λάθη κ.ά. υπάρχουν δυο μείζονα προβλήματα με παγκόσμιο χαρακτήρα: ο υπερπληθυσμός και η μόλυνση του περιβάλλοντος. Ο πληθυσμός της Γης κοντεύει να φτάσει τα έξι δισεκατομμύρια. Πρόκειται για μια πρωτόγνωρη κατάσταση, τις επιπτώσεις της οποίας αδυνατούμε να υπολογίσουμε αφού δεν υπάρχει κάποιο ανάλογο προηγούμενο. Η ανησυχία πηγάζει από την εκθετική πορεία που ακολουθεί η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού, καθώς τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια, ο πληθυσμός της Γης σχεδόν διπλασιάστηκε. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος του προβλήματος, πρέπει να έχουμε υπόψη πως στις αρχές της χρονολογίας μας ο πληθυσμός της Γης ήταν γύρω στα 250 εκατομμύρια. Έως τα μισά του 17ου αιώνα είχε διπλασιαστεί, φτάνοντας γύρω στα 500 εκατομμύρια. Έως τα μέσα του 19ου αιώνα είχε και πάλι διπλασιαστεί, φτάνοντας το πρώτο δισεκατομμύριο. Μέσα όμως στα επόμενα 75 χρόνια ο πληθυσμός της Γης διπλασιάστηκε και πάλι. Έτσι, το 1925 είχε φτάσει γύρω στα δυο δισεκατομμύρια, για να φτάσει στα τρία δισεκατομμύρια το 1960. Από τότε μέχρι σήμερα, ο πληθυσμός της Γης διπλασιάστηκε και πάλι φτάνοντας στα έξι δισεκατομμύρια. Με άλλα λόγια, ο χρόνος διπλασιασμού μειώθηκε από 1500 σε 35 περίπου χρόνια. Η έκρηξη αυτή, που άλλαξε την οικολογική ισορροπία του είδους μας, οφείλεται στο γεγονός ότι στα μέσα του 19ου αιώνα η επιστήμη κήρυξε τον πόλεμο στα βακτηρίδια και τους ιούς. Όμως, άθελά της, μαζί με το δώρο της μακροζωίας έφερε και τους σπόρους της καταστροφής.

Τι λένε οι προοπτικές; Με τον σημερινό ρυθμό γεννήσεων, το 2035 η μεν αισιόδοξη προοπτική μιλάει για 9 δισεκατομμύρια ανθρώπους, η δε απαισιόδοξη για 15 και πλέον δισεκατομμύρια. Εφόσον ο υπολογισμός της καμπύλης πληθυσμού δεν είναι δυνατό να καθοριστεί με απόλυτη ακρίβεια, ας δεχτούμε ότι η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση: σε σαράντα, λοιπόν, χρόνια από σήμερα θα υπάρχουν στη Γη 12 δισεκατομμύρια ψυχές - αριθμός διπλάσιος του σημερινού. Πόσους ανθρώπους μπορεί να θρέψει ο πλανήτης μας; Οι ειδικοί εκτιμούν ότι μπορεί να θρέψει 12 με 15 δισεκατομμύρια - κι αυτό με την προϋπόθεση ότι θα σταματήσει η οικολογική καταστροφή, ότι οι μέθοδοι καλλιέργειας και διατήρησης του εδάφους θα φτάσουν σε όλο τον κόσμο στο ανώτατο δυνατό όριο απόδοσης και ότι οι πόροι του πλανήτη θα κατανέμονται σε όλους τους κατοίκους της Γης ισότιμα και ορθολογικά. Αυτό βέβαια δεν απέχει και πολύ από την επίτευξη μιας Ουτοπίας. Ο αριθμός όμως αυτός αποτελεί την κρίσιμη μάζα που θα ανατρέψει ολοκληρωτικά την ήδη εύθραυστη οικολογική ισορροπία. Και τι θα συμβεί το 2065, που ο πληθυσμός της Γης αναμένεται να ξεπεράσει τα 25 δισεκατομμύρια; Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι θα έχει εφαρμοστεί το σχέδιο αποικισμού άλλων πλανητών, πόσοι άνθρωποι -και ποιοι- θα μεταφερθούν εκεί; (Για να μην αναφερθούμε στο τεράστιο κόστος της γαιοποίησης πλανητών, όπως ο Άρης, που ανατρέπει την προηγούμενη προϋπόθεση). Υπάρχουν βέβαια και κάποια άλλα σενάρια: ότι μέχρι τότε θα έχει συμβεί η Δευτέρα Παρουσία -ότι δηλαδή κάποια πεφωτισμένα όντα θα εκδηλωθούν και όλος ο πλανήτης θα μεταβληθεί σε έναν απέραντο πνευματικό λειμώνα- ότι θα έχει πραγματοποιηθεί η επαφή με εξωγήινους, πράγμα που θα μας επιτρέψει να επωφεληθούμε από την προηγμένη τεχνολογία τους, ή ότι η πολυμήχανη επιστήμη, μαζί με το δώρο της αθανασίας, θα έχει βρει και το χημικό μάνα που θα χορτάσει όλο τον πληθυσμό της Γης. Όπως όμως μας πληροφορεί μια ψύχραιμη αναφορά του Ιδρύματος Φορντ, πολύ πριν συμβούν όλα αυτά, θα έχουν επέμβει οι Τέσσερις Καβαλάρηδες (Θάνατος, Πόλεμος, Λιμός και Λοιμός).

Η δυσοίωνη αυτή πρόβλεψη στηρίζεται στην εκτίμηση ότι το σύνολο του πληθυσμού της Γης θα ξεπεράσει το σύνολο των προσφερόμενων αγαθών μέσα στις πρώτες κιόλας δεκαετίες του αιώνα που έρχεται. Ας δούμε τι σημαίνει αυτό με τη γλώσσα των αριθμών. Το 1950, ο δείκτης των προσφερόμενων αγαθών σε σχέση με τον πληθυσμό της Γης -σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ- βρισκόταν λίγο κάτω από το 1,5. Η μεγαλύτερη άνοδος σημειώθηκε κατά τα έτη 1963-1964: ο δείκτης έφτασε τότε το 2.2 – η μεγαλύτερη παροχή αγαθών που σημειώθηκε σε όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου. Σήμερα έχει κατέλθει στο 1,3. Δηλαδή μέσα σε 33 χρόνια ο δείκτης ευμάρειας έπεσε κατά 60%. (Αυτό ίσως εκπλήσσει, αφού στη Δύση φαίνεται να έχουμε άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Πέρα από το γεγονός ότι η ύφεση πλήττει τώρα και τις ανεπτυγμένες χώρες, πρέπει να θυμόμαστε πως οι αριθμοί που χρησιμοποιούμε εδώ αφορούν το σύνολο του πληθυσμού της Γης και όχι μόνο τις χώρες του δυτικού κόσμου). Και τα πράγματα αναμένεται να χειροτερέψουν. Οι προοπτικές λένε ότι στο εγγύς μέλλον ο δείκτης θα πέσει στο 0,5 - όταν η βάση, δηλαδή το μηδέν δεν είναι απλώς ένδεια, αλλά θάνατος από ασιτία.

Με άλλα λόγια, σε πενήντα χρόνια κάποιοι από τους σύγχρονους κατοίκους της Γης δεν θα μπορούν καν να επιστρέψουν στην προσφιλή εικόνα του Νεαντερτάλιου που έβγαινε από τις σπηλιές για να εξασφαλίσει το κυνήγι της οικογένειας. Γιατί αν σήμερα έξι δισεκατομμύρια άνθρωποι μοιράζονται τον παγκόσμιο πλούτο με συντελεστή 1,3 κατ΄ άτομο, τι θα συμβεί στις επόμενες δεκαετίες που ο δείκτης της παγκόσμιας ευημερίας θα οδεύει προς το 0.5; Αυτή η συσσώρευση μιζιέρας δεν είναι δυνατό παρά να έχει εκρηκτικά αποτελέσματα σε όλο τον πλανήτη. Βέβαια η εσωτερική τάση μας βρίσκεται πάντοτε με το μέρος της ελπίδας. Και θα μπορούσε κανείς να ελπίζει, αν ο άνθρωπος ήταν ένα ορθολογικό ον. Θα δεχτεί όμως ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος να στερηθεί αυτά που θεωρεί πλέον ως κεκτημένα δικαιώματα και να μοιραστεί τον πλούτο του με τους φτωχούς κατοίκους του Τρίτου Κόσμου;

Ο θεωρητικός χωρίς πρακτικές γνώσεις είναι άχρηστος. Κι ο πρακτικός δίχως φιλοσοφική μόρφωση ακαλαίσθητος κι ελλιπής.

Πλούταρχος. Περί παίδων αγωγής 10


Και πώς θα αντιμετωπιστεί η τεράστια οικολογική διατάραξη που αναμένεται από την πίεση του υπερπληθυσμού;

Η σημερινή ευμάρεια -τουλάχιστον αυτή που απολαμβάνει ο δυτικός άνθρωπος- είναι παιδί της βιομηχανικής Επανάστασης. Όμως αυτή, σαν ένα άλλο κουτί της Πανδώρας, έφερε μαζί της και το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Οι ανωμαλίες που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια στο κλίμα της Γης είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της παραγωγής επτά δισεκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα που επιβαρύνουν την ατμόσφαιρα του πλανήτη κάθε χρόνο. Με τους σημερινούς ρυθμούς παραγωγής, υπολογίζεται ότι μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια η θερμοκρασία θα ανέλθει κατά 6΄ Κελσίου. Μια άνοδος ακόμη και τεσσάρων βαθμών είναι ικανή να λιώσει το 60% των πολικών πάγων, αφανίζοντας ολοσχερώς τη γεωργία - και στην περίπτωση αυτή θα έχει κάνει την εμφάνιση του ο ένας από τους Τέσσερις Καβαλάρηδες.


Έφτασε άραγε και ο δικός μας πολιτισμικός κύκλος στο τέλος του; Κανείς δεν γνωρίζει. Πάντως είναι γεγονός ότι τα πράγματα έχουν φτάσει σε οριακό σημείο. Αν όμως μέσα στην αβεβαιότητα που μας κυκλώνει, θα έπρεπε να μας φοβίζει κάτι πραγματικά, αυτό δεν είναι άλλο από τη δυστοκία της φαντασίας μας να συλλάβει επιτυχώς και να αντιμετωπίσει το μέλλον. Ας μην ξεχνάμε όμως πως η ελπίδα φωλιάζει ακόμη μέσα στο κουτί της Πανδώρας.

Το ύψιστο αγαθό ενός πολιτισμού


Ας δούμε τώρα πώς έφτασε ο άνθρωπος να φιλοσοφεί. Γιατί επικρατεί η λαθεμένη εντύπωση πως μόλις ο πρωτόγονος άνθρωπος ξεμύτησε από τις σπηλιές, άρχισε να παρατηρεί εκστατικός τον ουρανό. Κι επειδή απορούσε για τις σπίθες που τρεμοέπαιζαν στο πέπλο της νύχτας, το έριξε στον φιλοσοφικό στοχασμό. Οι απίθανες όσο και γελοίες αυτές υποθέσεις -που τόσο σοβαρά προβάλλονται στα ιστορικά εγχειρίδια- είναι αποτέλεσμα παρανόησης των όσων γράφει ο Αριστοτέλης στο έργο του Τα μετά τα φυσικά, όπου υπάρχει η επίμαχη φράση ‘’διά γαρ το θαυμάζειν οι άνθρωποι ήρξαντο φιλοσοφείν’’. Αρυόμενοι από αυτή και κακοποιώντας το υπόλοιπο κείμενο, πολλοί μεταγενέστεροι επιχείρησαν να προγράψουν ολόκληρη τη φιλοσοφία, παρουσιάζοντας την ως προϊόν της αδαημοσύνης των πρώτων ανθρώπων. Και ναι μεν εκείνους τότε τους ωφέλησε κάπως, από κει και πέρα όμως η φιλοσοφία είναι κάτι που ταιριάζει μάλλον σε αέργους, αφού δεν έχει καμιά πρακτική αξία. Ας παραθέσουμε όμως ολόκληρο το χωρίο, του οποίου οι προηγούμενες κακές μεταφράσεις αποτέλεσαν όχι λίγων παρερμηνειών. Λέει λοιπόν ο Αριστοτέλης (Τα μετά τα φυσικά, 982b 11 – 983α): .

Ότι δ' ου ποιητική, δήλον και εκ των πρώτων φιλοσοφησάντων. διά γαρ το θαυμάζειν οι άνθρωποι και νυν και το πρώτον ήρξαντο φιλοσοφείν, εξ αρχής μεν τα πρόχειρα των απόρων θαυμάσαντες, είτα κατά μικρόν ούτω προϊόντες και περί των μειζόνων διαπορήσαντες, οίον περί τε των της σελήνης παθημάτων και των περί τον ήλιον και τα άστρα και περί της του παντός γενέσεως, ο δ΄απορών και θαυμάζων οίεται αγνοείν (διό και ο φιλόμυθος φιλόσοφος πως εστίν. ο γαρ μύθος σύγκειται εκ θαυμασίων). ώστ' είπερ διά το φεύγειν την άγνοιαν εφιλoσόφησαν, φανερόν ότι διά το ειδέναι το επίστασθαι εδίωκον και ου χρήσεως τινός ένεκεν. μαρτυρεί δε αυτό το συμβεβηκός. σχεδόν γαρ πάντων υπαρχόντων των αναγκαίων και <των> προς ραστώνην και διαγωγήν η τοιαύτη φρόνησις ήρξατo ζητείσθαι. δήλον ουν ως δι' ουδεμίαν αυτήν ζητούμεν χρείαν ετέραν, αλλ' ώσπερ άνθρωπος, φαμέν, ελεύθερος ο αυτού ένεκα και μη άλλου ων, ούτω και αυτήν ως μόνην oύσαν ελευθέραν των επιστημών. μόνη γαρ αύτη αυτής ένεκεν εστίν. διό και δικαίως αν ουκ ανθρωπίνη νομίζοιτο αυτής η κτήσις. πoλλαχή γαρ η φύσις δούλη των ανθρώπων εστίν, ώστε κατά Σιμωνίδην ‘’θεός αν μόνος τούτ΄έχοι γέρας’’, άνδρα δ' ουκ άξιον μη ου ζητείν την καθ' αυτόν επιστήμην.

Ότι δεν πρόκειται για ποιητική τέχνη, είναι φανερό από αυτούς που φιλοσόφησαν πρώτοι. Γιατί επιζητώντας οι άνθρωποι την ακριβή γνώση άρχισαν και τώρα και τότε να φιλοσοφούν, αρχικά ασχολούμενοι μ' εκείνα που ήταν πιο εύκολο να μελετηθούν, και έπειτα έχοντας προοδεύσει επεξέτειναν την έρευνα τους σε μεγαλύτερα και πιο σύνθετα προβλήματα, όπως είναι τα φαινόμενα της σελήνης, του ήλιου και των άστρων, και τελικά η γέννηση του σύμπαντος. Γιατί μόνο αυτός που στέκει εκστατικός μπροστά στα μυστήρια έχει υποπτευθεί την άγνοιά του (γι' αυτό και ο φιλόσοφος είναι φίλος των μύθων. Γιατί ο μύθος περικλείει θαυμαστά γεγονότα). Επομένως, εφόσον αυτοί που ασχολήθηκαν με τη φιλοσοφία το έκαναν για να διώξουν την άγνοια, είναι φανερό ότι επεδίωκαν με την καθαρή γνώση το ‘’επίστασθαι’’ και όχι γιατί στόχευαν σε κάποια υλικά πράγματα. Απόδειξη γι' αυτό είναι ότι τακτοποίησαν πρώτα σχεδόν όλα όσα χρειάζονται για την καλοπέραση και την τέρψη της ζωής και ύστερα άρχισε η αναζήτηση για μια τέτοια βαθύτερη ενατένιση. Είναι λοιπόν φανερό ότι δεν υπάρχει για καμιά άλλη ανάγκη, αλλά όπως ακριβώς λέμε ελεύθερο εκείνον που στηρίζεται στον εαυτό του και όχι σε άλλους, έτσι και αυτή είναι η μόνη πραγματικά ελεύθερη από όλες τις επιστήμες. Γιατί μόνο αυτή υπάρχει χάριν του εαυτού της. Γι' αυτό και δίκαια η απόκτησή της θεωρείται έργο υπερανθρώπινο. Γιατί από πολλές πλευρές είναι δούλη η Φύση των ανθρώπων. ώστε όπως λέει α Σιμωνίδης


‘’μονάχα ο θεός έχει αυτό το προνόμιο’’,

παρ' όλα αυτά όμως στον άνθρωπο δεν ταιριάζει να μην επιζητεί την επιστήμη της σοφίας.


Ολόκληρο το έργο αυτό του Αριστοτέλη είναι διαποτισμένο από την πρόθεση να δείξει στον αναγνώστη του τη μορφή γνώσης η οποία, περισσότερο από κάθε άλλη, αξίζει να λέγεται σοφία. Το έργο αρχίζει με την περίφημη φράση: ‘’Πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται Φύσει’’. Η επιθυμία της γνώσης, τονίζει ο Αριστοτέλης, είναι έμφυτη σε κάθε άνθρωπο. Όμως, ενώ είναι σχετικά εύκολο το να μάθει κανείς μια τέχνη ή επιστήμη, το ν' αποκτήσει τη σοφία είναι πράγμα δύσκολο, γιατί ‘’πολλαχή η φύσις δούλη των ανθρώπων εστίν’’. Πραγματικά. Ο άνθρωπος είναι παγιδευμένος από πολλές απόψεις: από την απειρία του, από τις αδυναμίες που έχει, από την εγωλογική τοποθέτηση (προσκόλληση στον εαυτό) η οποία, εμπλέκοντας τον στα συμπλέγματα των φανταστικών εγωλογικών πλασμάτων, τον καθιστά παθητικό, δημιουργώντας έναν κόσμο σκιών και φαντασμάτων, περιοχή θριαμβική για τη δράση του ψυχίατρου και του ψυχαναλυτή, καθώς και από τις ανάγκες που τον κυβερνούν και τις επιθυμίες που τον διέπουν, τις οποίες προσπαθεί σε όλη του τη ζωή να ικανοποιήσει. Τέλος, γίνεται παίγνιο των επικρατουσών δοξασιών και αντιλήψεων της εποχής του, που δεν τον αφήνουν να αντιληφθεί και να αναζητήσει την αληθινή γνώση.

Εκείνο που κάνει το εγχείρημα ακόμη πιο δύσκολο είναι το ότι η σοφία -και σ' αυτό θυμίζουμε πως συμφωνούσαν ο Ηράκλειτος, ο Δημόκριτος, καθώς και όλοι οι άλλοι φιλόσοφοι, των οποίων σχετικά αποσπάσματα έχουμε παρουσιάσει κατά καιρούς- η σοφία, λοιπόν, δεν κατοικεί στα ανθρώπινα πράγματα. Δεν είναι προϊόν της ανθρώπινης δράσης, ούτε προέρχεται από την ανθρώπινη διάνοια. Ο Αριστοτέλης, πολύ εύστοχα, δεν τοποθετεί τη σοφία στον ανθρώπινο κόσμο, γιατί αυτός είναι προϊόν της άγνοιας. Εάν άλλωστε η σοφία κατοικούσε εδώ, με ποια κριτήρια και πώς θα τη διαχωρίζαμε από τις λοιπές δοξασίες και πλάνες που οικοδομεί ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να γεμίσει το κενό που δημιουργεί η άγνοια;

Το μέρος όμως όπου κατοικεί η σοφία δεν είναι μεν ο ανθρώπινος κόσμος, δεν είναι όμως και κάποιο άλλο μέρος του σύμπαντος. Εάν οπωσδήποτε θα έπρεπε να τη φανταστούμε να κατοικεί κάπου, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε το μέρος αυτό κενό. Γιατί οτιδήποτε με μορφικό χαρακτήρα θα τη χρωμάτιζε και θα τη θάμπωνε, αλλοιώνοντας τον ακριβή χαρακτήρα της. Αυτό μπορεί να φαίνεται παράδοξο, αλλά ας μην ξεχνάμε πως τα πράγματα με τα οποία ασχολούμεθα είναι νοητά. Άλλωστε σε τούτο διαφέρει από τις άλλες επιστήμες η φιλοσοφία, στο ότι δεν αρκείται στη γνώση των αιτίων, αλλά στοχεύει στη γνώση των πρώτων και γενικότατων αιτίων. Από τη σκοπιά αυτή είναι η ευρύτερη δυνατή γνώση, η γνώση του δυσκολότερου να γνωσθεί, αφού τα αντικείμενά της, έχοντας τον πιο γενικό χαρακτήρα, απέχουν το περισσότερο από την αίσθηση. Είναι η πιο αυτοτελής και ανεξάρτητη, επειδή δεν είναι ποιητική τέχνη. Είναι η εγκυρότερη, αφού μεταξύ άλλων έχει τη γνώση του τελικού αιτίου όλων των πραγμάτων. Και είναι η πιο ακριβής γνώση, αφού τα αντικείμενά της είναι τα πιο αφηρημένα. Η φιλοσοφία πηγάζει από τον πρωτογενή ‘’θαυμασμό’’ και τείνει προς την κατάργησή του, προς την τέλεια κατανόηση του κόσμου, ώστε να μην απομένουν περιθώρια ‘’απορίας’’ για πράγματα που είναι όπως είναι.

Αναφορικά τώρα με το γιατί δόθηκαν τα ονόματα των παλιών εκείνων θεών- βασιλιάδων στους πλανήτες και τα άστρα, αυτό έγινε όχι από κάποιους πρωτόγονους που θεοποίησαν από άγνοια τα ουράνια σώματα, αλλά αντίθετα από ανθρώπους με φιλοσοφική διάθεση και παιδεία που είδαν στον λαμπρό διάκοσμο του ουρανού ένα υψηλό πρότυπο, ανάλογο μ' εκείνο των θεών-βασιλιάδων, βάσει του οποίου ο άνθρωπος μπορούσε, αντλώντας από αυτό νόμους και αρχές, να κοσμήσει το δικό του εσωτερικό σύμπαν, αλλά και την κοινωνία. Όπως επισημαίνει και ο Πλάτωνας, μια απλή σύγκριση των νευρικών και άτακτων κινήσεων του ανθρώπου με τις μεγαλοπρεπείς, κανονικές κινήσεις των ουρανίων σωμάτων αρκεί για να δείξει ότι ξεπερνούν κατά πολύ την ανθρώπινη ψυχή στη νοημοσύνη (Νόµοι 982b). Τα ουράνια φαινόμενα όχι μόνο δίδαξαν στον άνθρωπο τις πρώτες τέχνες και επιστήμες, αλλά μπορούν να χρησιμεύσουν ως αιώνια πρότυπα και οδηγοί, εμβάλλoντας του την επιθυμία της έλλογης επιδίωξης του άριστου. Μέσω της μιμήσεως μπορεί ο άνθρωπος, αντλώντας στοιχεία από τον άφθαρτο διάκοσμό τους, να κοσμήσει τον εαυτό του, κάνοντας έτσι ένα καθοριστικό βήμα από τον κόσμο της πλάνης και των δοξασιών στον κόσμο της σοφίας.

Δεν θα κουράσουμε περισσότερο τον αναγνώστη με την ανάλυση του έργου του Αριστοτέλη. Από όσα όμως ειπώθηκαν γίνεται φανερό πως η φιλοσοφία δεν ευδοκιμεί σε λαούς πρωτόγονους. Για να αναπτυχθεί χρειάζονται δυο προϋποθέσεις: αφενός η ύπαρξη ενός αρκετά υψηλού βιοτικού επιπέδου, αφετέρου η αυτοτελής ανάπτυξη των τεχνών, των γραμμάτων και των επιστημών. Κατά συνέπεια, αποτελεί το τελευταίο και ύψιστο προϊόν ενός πολιτισμού. Όσο δε γι' αυτό που λέγεται, ότι δηλαδή αναλίσκεται σε υψιπετείς στοχασμούς δίχως να έχει πρακτική αξία, είναι μια ακόμη πλάνη των μεταγενέστερων που πρέπει να διορθωθεί. Η αξία και η πρακτική συμβολή της στην καλυτέρευση του ανθρώπινου βίου είναι τέτοια που, όπως έχει εύστοχα ειπωθεί, λάμπει στον κόσμο σαν ένας δεύτερος ήλιος.


Αναιρώντας και αναμορφώνοντας


Στα Συμποσιακά Α. α ει δει φιλοσοφείν παρά πότον (613C) ο Πλούταρχος αναφέρει ότι η φιλοσοφία καλείται έργω βεβαιούν ά διδάσκει λόγω. Δηλαδή, ότι η Φιλοσοφία καλείται να επιβεβαιώσει με έργα εκείνα που διδάσκει με τα λόγια. Και στο έργο του Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής (331Α), φέρνοντας το παράδειγμα του Αλέξανδρου, λέει πως αν κανείς του αφαιρέσει το βασιλικό διάδημα, την ιδιότητα του γιου του Άμμωνα Δία και την ευγενική καταγωγή του, ανακαλύπτει πως έχει να κάνει με έναν φιλόσοφο αντάξιο ενός Σωκράτη, ενός Πλάτωνα και ενός Πυθαγόρα. Και αποδείχτηκε αληθινός Φιλόσοφος γιατί στόχος της εκστρατείας του δεν ήταν το ν' αποκτήσει πλούτη και να ζει με τρυφηλότητα και πολυτελώς, αλλά το να ενώσει όλους τους ανθρώπους με τα δεσμά της ειρήνης, της ομόνοιας και της αμοιβαίας επικοινωνίας (330L).

Η πεποίθηση πως ο φιλόσοφος κρίνεται όχι από αυτά που λέει, αλλά από τον τρόπο που ζει και από τις πράξεις που κάνει, απαντάται επίσης στον Βίο του Δίωνα που έχει γράψει ο Πλούταρχος. Εκεί αντιλαμβανόμαστε με πληρέστερο τρόπο τα όσα γράφει ο Πλάτωνας στην Έβδομη Επιστολή του, ιδιαίτερα στο σημείο όπου εκθέτει το πώς νίκησε τους δισταγμούς του και, αποδεχόμενος την πρόσκληση του Δίωνα, πήγε για δεύτερη φορά στη Σικελία, παραβλέποντας τους κινδύνους που συνεπαγόταν η διαμονή του στην αυλή του Διονυσίου, τυράννου των Συρακουσών: ‘’Ενώ έτσι σκεπτόμουνα και δίσταζα, αν έπρεπε να πάω κι αν έπρεπε να τον ακούσω (τον Δίωνα), ή τι άλλο να κάνω, τελικά έκλινα προς την άποψη πως, αν ποτέ κάποιος ήθελε να εφαρμόσει τη φιλοσοφία στους νόμους και τη διακυβέρνηση μιας πολιτείας, τώρα ήταν η στιγμή που έπρεπε να δοκιμάσει. Αν έπειθα δηλαδή σωστά ένα μόνο πρόσωπο (τον Διονύσιο), θα είχα κατορθώσει όλα τα καλά. Με τούτη λοιπόν τη σκέψη και την τόλμη ξεσηκώθηκα από το σπίτι μου, όχι όπως μερικοί νόμιζαν, αλλά γιατί ντρεπόμουνα τον εαυτό μου, μήπως ποτέ φαινόμουν στον ίδιο μου τον εαυτό πως δεν είμαι, σε τελευταία ανάλυση, τίποτε άλλο παρά θεωρία και πως ποτέ δεν καταπιάστηκα θεληματικά με κάποια πράξη- (328b).

Βέβαια η φιλοσοφία είναι κάτι περισσότερο από τη συνεπή εκτέλεση εκείνου που αντιλαμβανόμαστε ως καθήκον. Αλλά για το θέμα αυτό θα έχουμε την ευκαιρία να αναφερθούμε εκτενέστερα στα επόμενα σημειώματά μας. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι αν μπορεί να συμβάλλει στην επίλυση των μικρών και μεγάλων προβλημάτων που ταλανίζουν σήμερα την ανθρωπότητα και την κάνουν να παραδέρνει σαν μισομεθυσμένο καράβι. Γιατί σήμερα είναι φανερή η απουσία της φιλοσοφίας σε όλο τον κόσμο. Για παράδειγμα, στο παγκόσμιο συνέδριο που έγινε πριν λίγα χρόνια στο Ρίο, με αφορμή τα οξυμμένα περιβαλλοντικά προβλήματα, ακούσαμε τις υποσχέσεις των πολιτικών και τα άτολμα ψιθυρίσματα των επιστημόνων. Δεν ακούστηκε όμως πουθενά η κατεξοχήν αρμόδια φωνή που θα μπορούσε να προτείνει εφικτές και ανθρώπινες λύσεις. Ίσως γιατί δεν υπάρχουν πια φιλόσοφοι. Και όμως, τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για να φιλοσοφήσει ο άνθρωπος. Γιατί σήμερα και ευμάρεια υπάρχει και υψηλό μορφωτικό επίπεδο και ελεύθερη πρόσβαση σε κάθε είδους γνώσεις και πληροφορίες. Εκτός αυτών, ο πλανήτης μας έχει μεταβληθεί σε χωριό, ώστε


Στις άλλες ασχολίες το αποτέλεσμα έρχεται αφού ολοκληρωθούν. Στη φιλοσοφία, αντίθετα, συνδυάζεται το τερπνό με τη γνώση. Γιατί η απόλαυση δεν έπεται της μάθησης, αλλά συμβαίνουν ταυτόχρονα.

Επικούρου προσφώνησις 277


μπορούμε να έρθουμε σ' επαφή και να γνωρίσουμε τις κουλτούρες των υπολοίπων λαών χωρίς να κουνηθούμε από τη θέση μας. Έχουμε, λοιπόν, όλες τις προϋποθέσεις για να αγκαλιάσουμε με το βλέμμα μας ολόκληρο τον πλανήτη και ν' ασχοληθούμε με τα κρίσιμα προβλήματά του. Διαφορετικά δεν θα υπάρξει διέξοδος. Οι πολιτικοί, από τους οποίους περιμένουμε συνήθως τη σωτηρία, είναι σήμερα διαχειριστές συνεχών κρίσεων και όχι κάποιοι που θα ανοίξουν ένα νέο δρόμο. Μπορούν να πάρουν κάποια μέτρα, αδυνατούν όμως να προσφέρουν βιώσιμες και ολοκληρωμένες λύσεις. Αλλά, άλλο μέτρα και άλλο λύσεις. Οι επιστήμονες, από την άλλη μεριά, αισιοδοξούν να λύσουν τα προβλήματα του πλανήτη, αλλά αν κρίνουμε από τον ‘’ομοιοπαθητικό’’ τρόπο με τον οποίο ενεργούν, προσπαθούν να γιατρέψουν τις πληγές της τεχνολογίας αναπτύσσοντας μια άλλης μορφής τεχνολογία. Αλλά αυτό θα διαιωνίσει μάλλον παρά θα λύσει το πρόβλημα. Και, όσο περιμένουμε παθητικά, συμβάλλουμε στη διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στη νοητική και στη συγκινησιακή μας φύση, ώστε το υδάτινο στοιχείο απειλεί να επικαλύψει πλέον την ανθρωπότητα, σβήνοντας το προμηθεϊκό πυρ.

Ποια είναι τελικά η πρακτική αξία της φιλοσοφίας; Είναι αλήθεια πως γύρω από το θέμα αυτό επικρατεί σύγχυση, γιατί άλλοι βλέπουν τη φιλοσοφία ως διανοητική ενασχόληση, άλλοι ως μεταφυσική έρευνα και άλλοι ως εργαλείο κοινωνικής ανάλυσης και πολιτικο-ιστορικής κριτικής. Όμως η φιλοσοφία δεν ενδιαφέρεται λιγότερο για τα αποτελέσματα απ' ό,τι για τις θεωρητικές αρχές. Αυτή θα ήταν λάθος στάση. Από την άλλη πλευρά, όμως, υποβιβάζεται όταν επιστρατεύεται για να υπηρετήσει πολιτικές και κοινωνικές σκοπιμότητες. Τέλος, σκοπός της δεν είναι να εξισορροπήσει, σ' εκείνον που φιλοσοφεί, την τυχόν απουσία θέσεων και υλικών αγαθών με την κατασκευή κάποιων ιδεατών προτύπων. Το να ελπίζεις, ζητώντας αποκούμπι σ' ένα μεταφυσικό καταφύγιο επειδή απέτυχες στην επίλυση των προβλημάτων της εδώ ζωής, είναι κάτι που χαρακτηρίζει τη θρησκεία. Η φιλοσοφία όμως δεν είναι θρησκεία. Είναι αναίρεση των πάντων, όχι διαφυγή.

Για τον Αλκμέωνα τον Κροτωνιάτη, ο άνθρωπος διαφέρει από τα άλλα ζώα στο ότι µόνο αυτός έχει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται, ενώ τα άλλα ζώα αισθάνονται, αλλά δεν μπορούν να αντιλαμβάνονται. Πραγματικά, ο άνθρωπος ξεχώρισε από τα ζώα από τη στιγμή που του προσφέρθηκε το δώρο της διάνοιας. Κατά το μύθο, οφείλουμε την ύπαρξή µας στον Προµηθέα, ο οποίος έπλασε το ανθρώπινο γένος από την τέφρα των κατακεραυνωθέντων Τιτάνων και από νερό, αναµείξας στον πηλό τις ιδιότητες διαφόρων ζώων. Εκείνοι οι πρώτοι άνθρωποι είχαν τη δειλία του λαγού, την πανουργία της αλεπούς, την αλαζονεία του παγωνιού, την ωμότητα της τίγρης και την ανδρεία του λιονταριού. Ζούσαν σκληρή ζωή, γιατί ακόμη δεν είχαν ανακαλύψει τίποτε από εκείνα που είναι χρήσιμα για τη ζωή. Ήταν γυμνοί, δεν ήξεραν από σπίτια και φωτιά και δεν είχαν ιδέα από τροφές πέρα από αυτές που τους παρείχε η φύση. Επειδή δεν ήξεραν ακόμη να αποθηκεύουν τα προϊόντα των αγρών, δεν έκαναν καμιά πρόβλεψη για τροφές για τις δύσκολες εποχές. Έτσι, μόλις και μετά βίας κατόρθωναν να επιβιώνουν, µη μπορώντας να αντιμετωπίσουν µε επιτυχία τις δοκιμασίες του περιβάλλοντος. Ο Προμηθέας τους λυπήθηκε και µε τη βοήθεια της Αθηνάς ανέβηκε στον Όλυμπο απ' όπου έκλεψε το πυρ της διάνοιας. Το έκρυψε μέσα σ' ένα πολύκομπο καλάμι ή νάρθηκα και το έφερε στη γη παρέχοντας έτσι στους ανθρώπους τη δυνατότητα να ανταπεξέρχονται αποτελεσματικά στις δυσκολίες που συναντούσαν.

Ανάμεσα στο μύθο και στις σύγχρονες βιολογικές επιστήμες υπάρχουν κάποιες ομοιότητες που ξαφνιάζουν. Θυμίζουμε πως η πλάστιγγα έγειρε αποφασιστικά προς τη μεριά του ανθρώπου από τη στιγμή που οι δυνάμεις της εξέλιξης αποφάσισαν να αποσύρουν την εμπιστοσύνη τους από τον ανθρωποπίθηκο και να υποστηρίξουν τον χόµο ερέκτους, τον όρθιο άνθρωπο. Όταν όμως μιλάμε για τον όρθιο άνθρωπο αναφερόμαστε στην πραγματικότητα στην σπονδυλική στήλη (το πολύκοµπο καλάμι ή νάρθηκας, μέσα στον οποίο ο Προμηθέας έκρυψε το πυρ). Σήμερα έχει γενικά αναγνωριστεί ότι ο ώριμος άνθρωπος μοιάζει περισσότερο µε το έμβρυο ενός πιθήκου παρά µ' έναν ώριμο πίθηκο. Τόσο στο έμβρυο του πιθήκου όσο και στον ώριμο άνθρωπο, η τιμή του βάρους του μυελού είναι δυσανάλογα υψηλή σε σύγκριση με το συνολικό βάρος του σώματος τους. Και στους δυο, αργούν να κλείσουν τα οστά του κρανίου, για να επιτρέψουν στον εγκέφαλο να αναπτυχθεί. Από εκεί και πέρα όμως η εξέλιξη διαφοροποιείται. Στο κεφάλι του ανθρώπου, οι διαµήκεις άξονες -η κατεύθυνση της οπτικής γραμμής λόγου χάρη- σχηματίζουν ορθή γωνία µε την σπονδυλική στήλη του, κατάσταση που στον πίθηκο απαντάται µόνο στο εμβρυακό στάδιο κι όχι στο ώριμο. Το ίδιο ισχύει και για τη γωνία που σχηματίζει η σπονδυλική στήλη µε τον ουρογενετικό σωλήνα -πράγμα που ευθύνεται για τον ιδιότυπο τρόπο της ανθρώπινης ερωτικής επαφής πρόσωπο µε πρόσωπο.

Με άλλα λόγια, ο μυελός της σπονδυλικής στήλης κρύβει εκείνες τις δυνάμεις που κάνουν τον άνθρωπο δημιουργικό και ευφάνταστο στον τρόπο µε τον οποίο αναζητά την ηδονή, είτε αυτή προέρχεται από τη γενετήσια πράξη είτε από τον διανοητικό τρόπο µε τον οποίο αντιλαμβάνεται και αντιμετωπίζει τα πράγματα.

Ο δειλός λοιπόν και ο υποταγμένος άνθρωπος δεν μπορεί, καθώς φαίνεται, να μετέχει

της αληθινής φιλοσοφίας.

Πλάτωνας. Πολιτεία 586b

Γιατί ο άνθρωπος μπορεί -όπως και τα άλλα ζώα- να κάνει παιδιά, μπορεί όμως μετακινώντας τις δημιουργικές δυνάμεις προς τα επάνω, να συνθέτει συμφωνίες, να γράφει λογοτεχνικά έργα, να σχεδιάζει πόλεις, να θεσπίζει νόμους και να δημιουργεί πολιτισμούς.

Αυτό άλλωστε δείχνει και το όνομα άνθρωπος, αν δεχτούμε ότι παράγεται από το άνω-θρώσκω, δηλαδή πηδώ προς τα επάνω, πετώ. Ο Πλάτωνας στον Κρατύλο (399 c) δίνει μια συγγενή εξήγηση, λέγοντας ότι απ' όλα τα ζώα µόνο ο άνθρωπος μπορεί και αναθρεί (κοιτάζει προς τα επάνω). Και όχι μόνο αυτό, αλλά μπορεί επίσης και εξετάζει όσα έχει δει (ανάθρων α όπωπε)

Όμως το πολύτιμο αυτό χάρισμα, το χάρισμα της διάνοιας, το ανθρώπινο γένος επρόκειτο να το πληρώσει ακριβά. Θέλοντας να εκδικηθεί τον Προµηθέα για την κλοπή, ο Δίας έπλασε την Πανδώρα, μια ωραιότατη στην όψη γυναίκα στην οποία όλοι οι θεοί έδωσαν κι από ένα δώρο. Ο Δίας όμως στο κιβώτιο µε τα δώρα έβαλε και όλα τα κακά που υπήρχαν στον κόσµο και το έστειλε μαζί µε την Πανδώρα στον Προµηθέα. Αυτός, έχοντας αντιληφθεί την πανουργία του Δία, αρνήθηκε να το παραλάβει. Αλλά ο Επιμηθέας, ο αδελφός του, δεν φάνηκε το ίδιο συνετός. Παρ' όλο που τον είχε ειδοποιήσει ο Προμηθέας να μην δεχτεί δώρα από τον Δία, δέχτηκε την Πανδώρα και άνοιξε το κιβώτιο για να θαυμάσει την προίκα της κοπέλας. Μόλις όμως σήκωσε το σκέπασμα, ξεπήδησαν αμέσως στον κόσµο µας όλα τα κακά. Όταν τελικά το έκλεισε, έμεινε σ' αυτό φυλακισμένη µόνο η ελπίδα.


Το μονοπάτι των φιλοσόφων

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣΜΟΣ


ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ. Οι Πυθαγόρειοι αποκαλούσαν τον αριθμό έξι ‘’τελείωση των μερών’’ και ‘’μορφή της μορφής’’ τον έλεγαν επίσης και Αρμονία. Έτσι κι εμείς, πριν περάσουμε στη συνέχεια αυτής της μελέτης σε πιο ειδικά θέματα, θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μορφή στην πρώτη ομάδα των πέντε άρθρων που προηγήθηκαν. Μια και μιλήσαμε για το "αζήτητο δώρο", τις λανθάνουσες ή υπολειτουργούσες γνωστικές ικανότητες του ανθρώπου, ίσως με αυτό τον τρόπο, καθώς και με όσα θα ακολουθήσουν, μπορέσουμε να αποκαταστήσουμε μερικές από τις σελίδες του χαμένου βιβλίου με τις οδηγίες που ο Πλάτωνας υποστηρίζει ότι υπήρχε κάποτε στη γη.

Ξεκινήσαμε, αν θυμόσαστε, με το τελεολογικό αξίωμα ότι το ύψιστο αγαθό στο οποίο πρέπει ν' αφιερώνει ο άνθρωπος τη ζωή του είναι η απόκτηση της σοφίας. Συνεχίσαμε λέγοντας ότι η σοφία, αν και θέλει μελέτη όπως κάθε άλλη τέχνη και επιστήμη, εντούτοις δεν είναι γήινη, προϊόν του ανθρώπινου βίου ή παράγωγο της διανοητικής δραστηριότητας, αλλά ιδιότητα του υπερανθρώπινου και τη θέση αυτή τη στηρίξαμε στην ηρακλειτική φράση ότι ‘’το ανθρώπινο ον δεν έχει σοφίες, το θείο όμως έχει’’. Το ότι το είδος μας έχει μεγαλύτερο μερίδιο στην αφροσύνη παρά στη γνώση δεν χρειάζεται άλλη απόδειξη πέρα από το γεγονός ότι τόσο στον προσωπικό μας βίο, όσο και σαν είδος, ακολουθούμε μια άφρονα πορεία - και αυτό έχει αποτυπωθεί στις δέλτους της ιστορίας. Ο Χέγκελ έγραψε: ‘’Η εμπειρία και η ιστορία μας διδάσκουν το εξής: οι λαοί και οι κυβερνήσεις δεν έμαθαν ποτέ τίποτε από το παρελθόν, και ποτέ δεν έδρασαν βάσει αρχών που συνάγανε απ' αυτό’’. Εκτός όμως από την ιστορία, την αφροσύνη μας καθημερινά επιβεβαιώνουν τα δεδομένα της πραγματικότητας γύρω μας. Είμαστε τόσο υπερφίαλοι και αλαζονικοί, που πιστεύουμε ότι ο κόσμος αυτός πλάστηκε για να τον λεηλατούμε. Σαν "δάκτυλος του θεού" σπέρνουμε γύρω μας την ερήμωση και την καταστροφή. Το πόσο μακριά βρισκόμαστε από πράγματα όπως η λογική και η σύνεση φαίνεται αν αντιπαραβάλουμε τη σημερινή στάση με τα όσα διατύπωνε ο Επίκουρος, πριν 2.300 χρόνια: ‘’Δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε βία κατά της φύσης, αλλά να πειθόμεθα σ' αυτήν. Θα πειθόμεθα δε εάν εκπληρώνουμε τις αναγκαίες επιθυμίες και τις φυσικές, εφόσον δεν βλάπτουν, και απομακρύνοντας βάναυσα τις βλαβερές- (Επικούρου προσφώνησις, 21).

Στα προηγούμενα κομμάτια διευκρινίσαμε ότι με τον όρο σοφία δεν εννοούμε τη συμπύκνωση των εμπειριών της ζωής, αυτό που λέμε ‘’πάθος μάθος’’ ή ‘’στερνή μου γνώση να σ΄ είχα πρώτα’’. Κάθε εμπειρία στηρίζεται στη μνήμη, και όλοι ξέρουμε ότι αυτή παύει να παύει να υπάρχει μετά το θάνατο. Κατά συνέπεια έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη διαχρονικότητα ή μάλλον την αχρονικότητα της σοφίας. Είπαμε ακόμη ότι με τον όρο αυτό δεν εννοούμε την έμπνευση ή την πολυμάθεια, ούτε την τέχνη της απόκτησης και συγκράτησης πολυποίκιλων πληροφοριών. Οι τέχνες και οι επιστήμες στηρίζονται αφενός κι αυτές στη μνήμη και την εμπειρία και αφετέρου άπτονται ενός περιορισμένου χώρου που προσδιορίζεται αυστηρά από το αντικείμενο με το οποίο η καθεμιά ασχολείται. Όμως μια από τις γενικά αποδεκτές ιδιότητες της σοφίας είναι η απειροσύνη. Η φύση της σοφίας δεν είναι περιορισμένη αλλά συμπαντική, πράγμα που σημαίνει ότι είναι τόσο σύνθετη και βαθιά που καθίσταται σχεδόν απρόσιτη. Δίκαια λοιπόν αυτός που την επιδιώκει θεωρείται ότι επιτελεί άθλο, πράγμα που επισημαίνει και ο Αριστοτέλης στα Μετά τα φυσικά (Α 982b, 28), λέγοντας ότι η απόκτησή της δεν μπορεί να θεωρηθεί ανθρώπινο αλλά υπερανθρώπινο έργο (διό και δικαίως αν ουκ ανθρωπίνη νομίζοιτο αυτής η κτήσις),


Τα μυστικά της σοφίας

Την ίδια άποψη έχει κι ο Επίκουρος: Ο γενναίος περί σο­φίαν και φιλίαν μάλιστα γίγvετα, ων το μεν έστι θνητόν α­γαθόν, το δε αθάνατον (Επικ. προσφ, 78). Από τη διατύπωση του χωρίου φαίνεται ο μεν προσδιορισμός "αθάνατον" να πηγαίνει στη φιλία, ο δε "θνητόν αγαθόν" στη σοφία, ωσάν δηλαδή η φιλία να είναι αθάνατο αγαθό και η σοφία θνητό. Όσοι το μεταφράζουν έτσι, παρασύρονται και από τη ση­μαντική θέση που κατείχε η φιλία στο επικούρειο σύστημα. Είναι επίσης πιθανό η θέση αυτή των επιθέτων να οφείλεται στην απροσεξία του αντιγραφέα. Όπως και νάχει, οι σημε­ρινοί ερμηνευτές κάνουν σύγχυση ανάμεσα στους όρους "φίλος" και "εταίρος". Η αρχαία λέξη εταίρος, δηλαδή αυ­τός που λόγω όμοιας ηλικίας, ιδεολογίας, συνηθειών και πράξεων απέκτησε με το χρόνο το δικαίωμα να λέγεται σύ­ντροφός μας, έχει την ίδια έννοια με αυτό που λέμε σήμερα φίλος. Ενώ ο όρος φίλος, σύμφωνα με το λεξικό συνωνύμων του Αμμώνιου (389 μ.Χ.), σήμαινε γενικά όλους τους ανθρώπους οι οποίοι διατηρούν για τον εαυτό τους το δικαίω­μα της φιλίας (Περί ομοίων και διαφόρων λέξεων). Άρα, ό­ταν ο Επίκουρος αναφέρεται στο αγαθό της φιλίας, εκδη­λώνει την πανανθρώπινη αρχή της αδελφοσύνης και δεν α­ναφέρεται στους προσωπικούς φίλους. Τέτοιες λεπτές νοη­ματικές αποχρώσεις χρειάζονται προσοχή.

Άλλοι μεταφράζουν την περικοπή αυτή ως εξής: ‘’ο γεν­ναίος γίνεται πραγματικά αυτό που είναι μέσα στη σοφία και τη φιλία, οι οποίες είναι κατά ένα μέρος νοητό και κατά ένα μέρος αθάνατο αγαθό’’. Όμως η φιλία δεν μπορεί παρά να είναι θνητό αγαθό, γιατί αφορά θνητούς. Το ότι σφάλλουν φαίνεται και από το τέλος της Επιστολής προς Μενοικέα, όπου ο Επίκουρος, έχοντας προηγουμένως αναφερθεί εκτενώς στο αγαθό της φιλοσοφίας, προτρέπει: ‘’Να μελε­τάς, λοιπόν, αυτά και τα συγγενικά με αυτά πράγματα ... και τότε θα ζήσεις σαν θεός μεταξύ των ανθρώπων. Γιατί δεν μοιάζει καθόλου με θνητό ζώο ο άνθρωπος που ζει ανάμεσα σε αθάνατα αγαθά’’.

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ. Ποια είναι για τον Επί­κουρο αθάνατα αγαθά; Αναφέρονται σε προηγούμενα χωρία της επιστολής: είναι η φρόνηση (μέγιστον αγαθόν φρό­νησις. 132,7), οι αρετές, γιατί έχουν φυτρώσει από την ίδια ρίζα με την ευχάριστη ζωή και η ευχάριστη ζωή είναι αχώ­ριστη από αυτές (συμπεφύκασι γαρ αι αρεταί τω ζην ηδέως, 132, 12) και, τέλος, η αυτάρκεια (και την αυτάρκειαν δε αγα­θόν μέγα νομίζομεν, 130,5). Το γιατί, φαίνεται από ένα άλ­λο απόσπασμα (Επικ. προσφ. 77): Της αυταρκείας καρπός μέγιστος ελευθερία.

Ο Επίκουρος μάς δίνει εδώ διαλεκτικά τις τέσσερις αρ­χές που αποτελούν το ευαγγέλιο, δηλαδή το χαρμόσυνο άγγελμα, της φιλοσοφίας:

α) φρόνηση

β) αρετή

γ) αυτάρκεια και

δ) ελευθερία.

Επιδιώκοντας κάποιος τη σοφία, λαβαίνει σαν έπαθλα τρόπον τινά του αγώνα του αυτές τις μέγιστες και θείες ιδιότητες που γεμίζουν με ευδαιμονία το βίο. Γιατί, στην προσπάθεια να φανεί αντάξιός της, εκδιώκει από την ψυχή του κάθε ρύπο και κάθε πλανερή δοξασία, φροντίζοντας να γεμίζει τον εσωτερικό του κόσμο μόνο με αληθινούς θη­σαυρούς. Το πρώτο, λοιπόν, πράγμα, που μας λέει ο Επίκου­ρος ότι πρέπει να αποκτήσουμε αν θέλουμε να έχουμε διαρκή ευτυχία, είναι η φρόνηση. Αυτή όμως δεν πέφτει εξ ουρανού, αλλά αποκτάται με την καλλιέργεια μιας εκ των αρετών. Φρόνηση σημαίνει νοητική διαύγεια, που αποκτά­ται όταν ο άνθρωπος εκβάλει από τον εαυτό του την άγνοια και τις προλήψεις, αλλά και δεν πέφτει θύμα μιας τυχαίας ζωής, παρασυρόμενος από την καθημερινή τύρβη. Η φρό­νηση μάς οδηγεί στην καλλιέργεια μιας αρετής, όπως είναι αυτές της δικαιοσύνης και της ευσπλαχνίας, η πολιτική α­ρετή, η επιχειρηματική αρετή, η δικαστική αρετή, η δημο­σιογραφική αρετή, η καλλιτεχνική αρετή, η ευσέβεια προς τους μεγαλύτερους και τους πιο σοφούς, η αρετή της σε­μνότητας και της σύνεσης αντί της κομπορρημοσύνης και της ελαφρότητας, η αρετή της αγάπης, η αρετή της αν­δρείας, η θαρραλέα και αποφασιστική στάση απέναντι σε καταστάσεις δύσκολες και αποστολές επικίνδυνες, η γεν­ναία αντιμετώπιση του θανάτου, η ανάπτυξη της ευγένειας και του μεγαλείου στη θέση της μικροπρέπειας, η αρετή της φιλίας, η ευταξία κ.ά. Επίσης, κάθε άνθρωπος γεννιέται με μια ξεχωριστή ικανότητα, η οποία μπορεί να καλλιεργη­θεί ως αρετή.

Ο Αριστοτέλης, στο Περί αρετών και κακιών, λέει τα ε­ξής: ‘’Αν θεωρήσουμε ότι η ψυχή έχει τρία μέρη, όπως δίδαξε ο Πλάτωνας, τότε η φρόνηση αποτελεί την αρετή του λο­γικού, η ευγένεια και η ανδρεία την αρετή του θυμικού, του δε επιθυμητικού (δηλ. του κόσμου των επιθυμιών) αρετή είναι η σωφροσύνη (αυτοκυριαρχία) και η εγκράτεια όλης δε της ψυχής αρετές είναι η δικαιοσύνη, η γενναιοδωρία και η μεγαλοψυχία. Τώρα κακίες, του λογικού μέρους της Ψυχής είναι η αφροσύνη, του θυμικού η οργή και η δειλία, του δε επιθυμητικού η ακολασία και η ακράτεια Και κακίες ολόκληρης της ψυχής είναι η αδικία, η φιλαργυρία και η μι­κροψυχία’’ (1249b).

Η ενασχόληση με μια αρετή αλχημίζει και μεταμορφώνει τον εαυτό, που αποκτά μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις και τις ικανότητές του. Συν τω χρόνω, καθίσταται ένα φωτεινό και ακτινοβόλο κέντρο, ο μόνος παράγοντας ισορροπίας και ευταξίας σ' έναν κόσμο που κυριαρχείται από τη βιαιότητα των παθών. Όπως λέει Ο Επίκουρος: ‘’Μάταιος είναι ο λόγος του φιλοσόφου που δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθος. Γιατί, όπως η ιατρική δεν ωφελεί παρά μόνο αν θεραπεύει τις ασθένειες και τα ελαττώματα του σώματος, έτσι και η φιλοσοφία δεν προσφέρει τίποτε παρά μόνο αν διώχνει τα πάθη της ψυχής’’ (Αποσπάσματα & μαρτυρίες, 96).

Από τη ζωή των τυφλών και ακρωτηριασμένων


Κάποτε ο τυφλός, ο κουτσός και ο μουγγός αποφάσισαν να κάνουν μεταξύ τους ένα διαγωνισμό ικανοτήτων. Αλλά κανείς δεν ήθελε να παραδεχτεί την ατέλειά του. Έτσι, ο μεν τυφλός ζητούσε να διαγωνιστούν στην οξύτητα της όρασης, ο δε κουτσός στο τρέξιμο. Βλέποντας τους να μη συμφωνούν, ο μουγγός διαμαρτυρήθηκε: ‘’Εδώ συζητάμε σοβαρά κι εσείς παίζετε’’.

Υπάρχουν σήμερα πολλοί που όταν σκύβουν μέσα τους, βλέπουν τον εαυτό τους σαν μπερδεμένο κουβάρι - τέτοια αλόγιστα και ανυπότακτα πάθη έχουν. Ρίχνουν μια ματιά γύρω τους και βλέπουν ότι και άλλοι άνθρωποι βασανίζονται από τις ίδιες ασθένειες. Αυτό το αποκαλούν "φυσιολογική ζωή" και αντί να διορθώσουν τα κακώς κείμενα στην ψυχή τους, περιφέρουν και επιδεικνύουν όπως οι πρωταγωνιστές του ανέκδοτου τις ατέλειές τους, ώστε η κοινωνική ζωή καταντά στο τέλος ένα σύνολο θεσμών για άτομα με ειδικές ανάγκες, όπου οι μεν τρέχουν να ικανοποιήσουν φανερά ή κρυφά τα πάθη τους, οι δε να γιατρέψουν τις πληγές που εκείνα τους προξένησαν, προσφεύγοντας σε κάθε είδους σωτήρες και γιατρούς ψυχών, δίχως να αντιλαμβάνονται ότι το μικρόβιο δεν μεταδόθηκε από κάποιον εξωτερικό παράγοντα, αλλά αναβλύζει σαν πύον μέσα από τον ίδιο τους τον εαυτό. Αλλά ποιος θεός ή άνθρωπος μπορεί να μας γιατρέψει από τον εαυτό που κουβαλάμε;

‘’Και τι θα γίνει με τις επιθυμίες που μας καίνε;’’ ρωτάνε οι πολλοί. Ο μεγάλος δάσκαλος της ευδαιμονίας, ο Επίκουρος, απαντά: ‘’Με τον έρωτα για την αληθινή φιλοσοφία διαλύεται κάθε ενοχλητική και επίμονη επιθυμία’’ (Αποσπ. & μαρτ. 97).

Βέβαια, όλοι καταλαβαίνουμε ότι διάγουμε βίο καλύτερο και πιο ήσυχο όταν αποφεύγουμε να σκεφτούμε πάνω στα ουσιώδη, μένουμε ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας, ή τον ξεγελάμε πείθοντας τον ότι είναι εξελιγμένος, σοφός, μοναδικός, ισόθεος, ίσως και με κάποια ανώτερη μύηση. Έτσι, ποτέ δεν φροντίζουμε για την ουσιαστική βελτίωση και ανάπτυξη του. Ο Επίκουρος μας επαναφέρει στα συγκαλά μας: ‘’Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη. Και η αιωνιότητα δεν έχει κατ' ανάγκη επέκεινα. Όμως ο καθένας από εμάς, αν και δεν είναι κύριος του αύριο, αναβάλλει το πιο σπουδαίο. Και η ζωή σπαταλιέται στις αναβολές κι ο καθένας μας πεθαίνει γεμάτος ασχολίες- (Επικ. προσφ. 14).

Θα πείτε: ‘’Ναι, ο θάνατος θα έρθει έτσι κι αλλιώς, αλλά τουλάχιστον εμείς προλάβαμε και χορτάσαμε!’’

Λοιπόν, όπως το θέτει ο Επίκουρος, ‘’είναι γελοίο να τρέχεις προς το θάνατο, επειδή έπληξες από τη ζωή, ενώ είναι ο τρόπος που έζησες που σ' έκανε να τρέχεις προς το θάνατο’’ (Αποσπ. & μαρτ, 175).

ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ. Είναι αλήθεια ότι η βυθομέτρηση της άγνοιας και της ασημαντότητας μας είναι οδυνηρή και παραλυτική για το οντολογικό είδωλο του εαυτού που πλάσαμε τις μέρες της μακαριότητάς μας, αλλά, όπως λέει ο Επίκουρος, ‘’αρχή της σωτηρίας είναι η αναγνώριση του σφάλματος’’ (Αποσπ. & μαρτ. 153). Για ποιο, όμως, σφάλμα μιλάει ο Επίκουρος; Η αναφορά και μόνο της λέξης αυτής, υπονοεί την παράβαση κάποιου κώδικα ηθικής δεοντολογίας. Ο Επίκουρος, όμως, δεν ήταν ιερέας, κατά συνέπεια δεν τον ενδιέφεραν τα κηρύγματα ηθικής. Το σφάλμα που αναφέρει εδώ σχετίζεται με το νου. Ας δούμε το γιατί.

Πολλοί άνθρωποι -ίσως όχι τόσοι πολλοί σε σχέση με το σύνολο του ανθρώπινου γένους, πάντως αρκετοί- είναι από άποψη ήθους και συμπεριφοράς καθαροί, αληθινά διαμάντια δίχως ρωγμές, αλλά διαμάντια ακατέργαστα και για τούτο θαμπά. Από μια πλευρά, η καθαρότητα που παρουσιάζουν γίνεται εμπόδιο στην εξέλιξή τους. Γιατί οι άνθρωποι αυτοί, όντας δεξαμενές με εμψυχούν ύδωρ, νιώθουν αυτάρκεις και γι΄ τούτο δεν θα επιδιώξουν ποτέ να εξελιχθούν. Αλλά το καθαυτό διαμάντι ή "άχρους αδάμας" είναι μεν ο καλύτερος από τους πολύτιμους λίθους, ωστόσο δεν αντανακλά το φως. Μόνο όταν κοπεί πολυεδρικά και λειανθεί εμφανίζει ωραίες αναλαμπές "πυρός" που οφείλονται στον υψηλό δείκτη διάθλασης και στη μεγάλη ικανότητα σκεδασμού του φωτός που παρουσιάζει. Ο αδαμαντουργός είναι ο νους.

Αν και όλοι οι άνθρωποι διευθύνονται από τις επιθυμίες τους, υπάρχουν μερικοί που όταν συμβεί κάποια κακοτυχία στους ίδιους ή σε συγγενικά τους πρόσωπα αποφασίζουν να συμμορφωθούν και να διάγουν ως πράοι αμνοί μια πιο ισορροπημένη και κόσμια ζωή. Αφήνουμε τους υποκριτές, που μπροστά σου χαμογελούν και πίσω σου σκάβουν το λάκκο, και πάμε στους ευσεβείς που ακολουθούν με αυστηρή προσήλωση το μονοπάτι της ηθικής. Είναι αληθινά δίκαιοι ή μήπως παζαρεύουν με το θεό; Εδώ θα καλέσουμε ως μάρτυρα τον Πλάτωνα, ο οποίος μας λέει ότι οι εγκρατείς (κόσμιοι) χαλιναγωγούν τις επιθυμίες τους όχι επειδή είναι ισορροπημένοι, αλλά γιατί πιστεύουν ότι έτσι θα εξασφαλίσουν μεγαλύτερη ηδονή παρά εάν ενδώσουν. Αυτό όμως που τους συμβαίνει είναι ανάλογο με την απλοϊκή σωφροσύνη τους φοβούμενοι μήπως στερηθούν κάποιες άλλες ηδονές που επιθυμούν, απέχουν από τις συγκεκριμένες. Αλλά έτσι δυναστεύουν μεν κάποιες, δυναστεύονται όμως από κάποιες άλλες. Ονομάζουν ακολασία το να αφήνει κάποιος τα πάθη του να τον κυριεύουν, όμως το ίδιο κάνουν κι αυτοί: κυριαρχούνται από ορισμένες ηδονές για να μπορούν να εξουσιάζουν κάποιες άλλες. Επομένως, ό,τι οι ίδιοι θεωρούν ‘’σωφροσύνη’’ γίνεται χάριν της ακολασίας. Και σύμφωνα με τη συλλογιστική που αναπτύσσει στον Ευθύφρονα ή περί ευσεβείας διάλογό του, θα καταλήξει ότι η θρήσκευση είναι μια εμπορική δραστηριότητα που συνάπτουν ο θεός και οι άνθρωποι με σκοπό το αμοιβαίο τους όφελος. Οι αληθινά θεόμορφοι δεν διαλογίζονται το θεό, αλλά τον βιώνουν.

Η πραγματική αρετή, παρατηρεί ο Πλάτωνας, δεν στηρίζεται στην ανταλλαγή ηδονών με ηδονές, πόνων με πόνους, φόβων με άλλους φόβους. Το γνήσιο "νόμισμα του βασιλείου" και σωστή βάση κάθε συναλλαγής είναι η σοφία. Οι λεγόμενες "αρετές" μας μόνο όταν αυτή τις συνοδεύει αποτελούν πραγματική αρετή (αληθή αρετήν). Χωρίς αυτή, κάθε αρετή βασισμένη στη "λογιστική της ηδονής και του πόνου" είναι απλώς επίπλαστη (σκιαγραφία). Και αναφέρει ένα ορφικό ρητό που λέει ότι ‘’οι ναρθηκοφόροι είναι πολλοί, αλλά οι ένθεοι μύστες λίγοι’’:

Ναρθηκοφόροι μεν πολλοί, βάκχοι δε παύροι

Οι οργιαστές που έπαιρναν μέρος στα μυστήρια του Διόνυσου κρατούσαν μια ράβδο που λεγόταν θύρσος ή νάρθηκας. Αυτό που θέλει να πει ο Πλάτωνας είναι ότι οι πανηγυριστές και οι λάτρεις είναι πολλοί, οι μύστες όμως λίγοι, υπονοώντας στην προκειμένη περίπτωση ως "ένθεο μύστη", αυτόν δηλαδή που πράγματι νιώθει "το θεό μέσα του", τον αληθινό φιλόσοφο. (Φαίδων 68c-69e). Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι στην πλατωνική ορολογία ο όρος σκιαγραφία δεν σημαίνει "ατελές περίγραμμα", όπως στη ζωγραφική, αλλά "σκηνογραφία". Για παράδειγμα, μια επιφάνεια διαμορφώνεται έτσι ώστε να μοιάζει με πρόσοψη ναού. Από την άποψη αυτή, η "κοινή" αρετή δεν είναι απλώς "ατελής" αλλά επίπλαστη και φαινομενική.

Κριτήριο, λοιπόν, της αληθινής αρετής δεν είναι η διαμόρφωση μιας ηθικής στάσης, που έχει ως τελικό αποδέκτη το συναίσθημα, αλλά η καθαρότητα του νου, γιατί αυτός είναι η πύλη που οδηγεί στη σοφία. Ο Επίχαρμος (540-460), ο πυθαγόρειος φιλόσοφος που εκτός από ποιητής ήταν και γιατρός, θα γράψει μια από τις περιφημότερες φράσεις-κλειδιά:

αν ο νους είναι καθαρός, όλα είναι καθαρά.

Στην Eπινoμίδα ο Πλάτωνας θα γράψει ότι αυτός που καλλιεργεί μια αρετή, δίχως να διαθέτει αληθινή λογική, δεν θα μπορέσει ποτέ να προσεγγίσει τη σοφία, που είναι το σπουδαιότερο μέρος κάθε αρετής. Κατά συνέπεια, ποτέ δεν θα γίνει πραγματικά καλός, άρα ούτε και ευτυχισμένος (977d). Και πιο κάτω θα πει ότι δεν πρέπει να εκλαμβάνουμε τον καλό άνθρωπο ως σοφό. (989a)

Από την άλλη μεριά, υπάρχουν αυτοί που συγχέουν την καθαρότητα του νου με την κενότητα που διδάσκουν οι διάφορες εσωτεριστικές σχολές. Στην πραγματικότητα, η κενότητα του νου είναι μια ψευδαίσθηση. Αληθινά "άδειος" νους δεν μπορεί να υπάρξει. Το αντίθετο, μάλιστα: μέσα μας συνωστίζονται χιλιάδες αντιφατικά στοιχεία και μνήμες που συνεχώς μας παρακινούν σε έναν διάλογο με τον εαυτό μας ή με φανταστικά πρόσωπα. Το να υποστηρίζουμε επομένως ότι πετύχαμε την κενότητα του νου, είναι φαιδρό. Αυτό που κάνουμε σε όλη μας τη ζωή είναι να παίρνουμε όποιες δοξασίες μας ταιριάζουν και, αφού τους κάνουμε μια πρόχειρη τακτοποίηση, εξαπατάμε τον εαυτό μας πείθοντας τον α) ότι είναι δικές μας και β) ότι είναι απαθής και κενός. Διατηρώντας αυτή τη στάση επί πολύ χρόνο, κάνουμε το νου παθητικό, πράγμα που αντιβαίνει στη φύση του, γιατί ο νους είναι μια δυναμική κατάσταση, μια παλίvτoνoς αρμονίη, σύμφωνα με τα λόγια του Ηράκλειτου. Και με την ευκαιρία να πούμε ότι απαθής (απαλλαγμένος παθών) ονομάζεται ο σοφός όχι γιατί είναι σκληρός και αδιάφορος, αλλά γιατί δεν είναι επιρρεπής σε αδυναμίες. (Στο επόμενο, θα έχουμε την ευκαιρία να πούμε περισσότερα για το θέμα αυτό, που οι αρχαίοι το αποκαλούσαν "καθαρμό του νου", αναφερόμενοι στους τρεις βαθμούς καθαρότητας).


Οι Φωστήρες της κενότητας


Αυτό μας οδηγεί στους σημερινούς διανοούμενους και στοχαστές που είναι κατά κάποιο τρόπο ο νους της κοινωνίας. Οι άνθρωποι αυτοί απαρτίζουν τις τάξεις των πολιτικών, των καλλιτεχνών, των καθηγητών και των επιστημόνων και, από τη θέση που βρίσκονται, καθοδηγούν όλους τους άλλους. Γι' αυτό και ο έλεγχός μας εδώ θα είναι αυστηρότερος. Είναι αλήθεια πως κόπιασαν σκληρά σε σχολές και πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, αλλά όπως επισημαίνει ο Ηράκλειτος, πολυμαθίη νόον έχειν ου διδάσκει. Η πολυμάθεια δεν μας κάνει φωτισμένους. Πραγματικά. Πολλές φορές πίσω από το λούστρο του πολιτισμένου κρύβεται μια ευφυής αλλά ταραγμένη και ανισόρροπη ψυχή. Μια ψυχή δέσμια των αλλοπρόσαλλων παθών της.

Το πρόβλημα ωστόσο εδώ δεν είναι ψυχιατρικής φύσεως, αλλά σχετίζεται με τη διαμόρφωση του νου και την ορθή ή όχι κατανομή των ιδεών. Έτσι, δεν θα σταθούμε στα όσα θα μπορούσε να τους καταμαρτυρήσει κάποιος, εφόσον, ως ταγοί της πολιτείας, με τις πράξεις και τις αποφάσεις τους επηρεάζουν τον υπόλοιπο κόσμο. Ξεπερνάμε την κριτική διάθεση που δικαιολογημένα μας πιάνει, και πάμε κατευθείαν να εξετάσουμε κατά πόσον η επιστημοσύνη που διαθέτουν είναι ικανή -αν υποθέσουμε ότι βρίσκουν καιρό να ασχοληθούν και με κάτι άλλο πέρα από τις φιλοδοξίες τους- να οικοδομήσει όχι απλώς μια οικουμένη, δηλαδή μια φανερή γη, αλλά έναν κόσμο με γη και στερέωμα διάστικτο από μυριάδες άστρων. Γιατί αυτό ακριβώς κάνει η φιλοσοφία, ως εσωτερικός διάκοσμος του νου και ως αληθινή επιστήμη. Ωστόσο, υποπτευόμαστε ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Γιατί οι άνθρωποι αυτοί, απασχολημένοι με την προώθηση των προσωπικών τους συμφερόντων και της δίψας για δύναμη, και αντιμετωπιζόμενοι από το περιβάλλον τους ως ειδήμονες και σοφοί, πιστεύουν ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο να μάθουν. Προτιμούν έτσι να βουλιάξουν στην ικανοποίηση που τους προσφέρει ο νάρκισσος εαυτός, παρά να ξανοιχτούν στο άγνωστο, επιδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο μια πρωτοφανή για επιδέξια και νοήμονα άτομα χαύνωση και αβελτηρία. Αυτό γίνεται φανερό όταν τους μεταφέρεις έξω από το πεδίο της ειδικότητάς τους. Η τεχνογνωσία τους καθίσταται άχρηστη και σιωπούν, όπως οι βάτραχοι της Σερίφου που όταν τους μετέφεραν στη Σκύρο σταμάτησαν να κωάζουν.

Το πιο χτυπητό ελάττωμα των σύγχρονων διανοούμενων είναι η αδυναμία τους να ξεπεράσουν τα πλαίσια του τομέα στον οποίο ειδικεύονται και να ασχοληθούν με τη συνολική θεώρηση του όντος. Σε ένα βαθμό φταίει η άκαμπτη στάση που διαμορφώνουν από την επαφή τους με ιδεολογίες και σχήματα παλιά και ξεπερασμένα. Και πολλές φορές βλέπουμε να γίνονται περίγελος, ξεχειλώνοντας τα όρια της επιστήμης ή της ιδιαίτερης τέχνης με την οποία ασχολείται ο καθένας και προσπαθώντας να στριμώξουν σε αυτήν όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Υπάρχουν βέβαια και οι ευφυείς που δεν κάνουν αυτό το λάθος, αλλά κατασκευάζουν μια "θεωρία του παντός" ισχυριζόμενοι ότι είναι ικανή να ερμηνεύσει τα πάντα.

Κάτι τέτοιο θα είχε νόημα μόνο αν διέθεταν πρώτα μια απόλυτη επιστημονική γνώση του νου. Αλλά είναι φανερό ότι δεν την έχουν κι ότι απλώς κινούνται στο μεταίχμιο μεταξύ της ιδιαίτερης τέχνης ή επιστήμης τους και της φιλοσοφίας. Η "θεωρία του παντός" που προτείνουν είναι στην πραγματικότητα ένα εγκεφαλικό κατασκεύασμα, που έρχεται σε αντίθεση με τη δυναμική ροή της ζωής - πράγμα που δεν είχε διαφύγει της προσοχής των αρχαίων στοχαστών. Ο Βρετανός φιλόσοφος Άλφρεντ 'Εντουαρντ Ταίηλορ, παρατηρεί ότι για τον Πλάτωνα φιλοσοφία δεν σημαίνει ένα συμπαγές σύνολο διδακτέων "πορισμάτων" αλλά ζωή αφιερωμένη στην προσωπική αναζήτηση της αλήθειας και της αρετής, με φωτεινούς οδηγούς μια ή δυο μεγαλεπήβολες και ένθερμες πεποιθήσεις. ‘’Είναι απίθανο’’, λέει ο Ταίηλορ, ‘’ο Πλάτωνας να πίστευε, ακόμη και στο τέλος της ογδοντάχρονης ζωής του, ότι επινόησε μια συνεπή και καθαρά διατυπωμένη "θεωρία του παντός". Μια τέτοια παραδοχή ενός συστήματος έχει κατά κανόνα ως αντίτιμο την πνευματική στασιμότητα. Το πιθανότερο είναι ότι η ζωντάνια και η προοδευτικότητα του πλατωνισμού οφείλονται κυρίως στο ότι η φιλοσοφία αυτή έμεινε πάντα, ακόμη και στη σκέψη του δημιουργού της, διερευνητική και ρευστή’’.

Αν ψάξει κάποιος για τα σημερινά ελαττώματα των διανοούμενων, θα διαπιστώσει ότι αυτά κατά κύριο λόγο είναι δυο: η εγωπάθεια και ο εγκεφαλισμός. Ακόμη και οι αυτοαποκαλούμενοι "εσωτεριστές" δεν είναι παρά εγκεφαλικοί τύποι, ενώ, όπως έχουμε πει, το αληθινό εσωτερικό έργο στηρίζεται στην εσωτερική μετατόπιση και όχι στην εξωτερική επέκταση ή μετακίνηση. Σαν τις μέλισσες, γυρίζουν από δω κι από κει συλλέγοντας διαβάσματα και ακούσματα. Και πολλές φορές τανύζουν τόσο πολύ τη συνείδηση τους, εξαιτίας των ανόμοιων ιδεών και των αντιθετικών διδασκαλιών με τις οποίες ασχολούνται. που στο τέλος αυτή γίνεται ένα είδος κινητής Βαβυλωνίας. Από όσα έχουν συλλέξει, φτιάχνουν έναν εσωτερικό κόσμο, αλλά αυτός είναι κιτς, γιατί αποτελείται μεν από πολυάριθμα και πολυποίκιλα στολίδια, παράταιρα όμως και άκομψα τοποθετημένα, ώστε το σχέδιο που προβάλλει θυμίζει μάλλον κουρελούδες παρά περσικό χαλί. Θέλουν να προσφέρουν οράματα και φαντασία στους άλλους, τη στιγμή που η ψυχή τους στερείται αυτόβουλης φαντασίας και οραματισμού. Από πού πηγάζουν άραγε το χάος και η ασυναρτησία που βασιλεύουν εξωτερικά σήμερα; Μήπως από το υπερπέραν;

Να το ξαναπούμε: αληθινή φιλοσοφία είναι ο διάκοσμος του νου. Και όταν κάποιος δεν έχει τελειώσει αυτό το έργο, το να βγαίνει και να αναμασάει διάφορα κλισέ ή να θαμπώνει τους άλλους με γυροβολιές και τσακίσματα της σκέψης, μέσα από εύστροφες και κομψές αερολογίες, το μόνο που πετυχαίνει είναι να επιδεικνύει έναν κενόδοξο και κομπορρήμονα εαυτό που διψάει για ζήτω και παλαμάκια.

Πιστεύουμε ότι γράφοντας όλα αυτά δεν είμαστε, όπως λέει η παροιμία, κουφοί που οδηγούμε κουφούς σ' ένα δικαστήριο, του οποίου ο πρόεδρος είναι θεόκουφος (δύσκωφος δυσκώφω εκρίνετο, ο δε κριτής ην πολλώ τούτων κωφότερος).

Βάζοντας τάξη στο χάος


Η ενασχόληση με τη φιλοσοφία μας βοηθάει να τακτοποιήσουμε τα πράγματα της εσωτερικής μας ζωής με αρχές και νόμους, όχι για ν' αποκτήσουμε μια ψευδεπίγραφη γαλήνη και ευτυχία, αλλά για ν' αποκτήσουμε διάταξη και συνοχή. Διαφορετικά, ο εσωτερικός μας κόσμος θα κλονιστεί μπροστά σε μια δύσκολη κατάσταση και η υποτιθέμενη αρμονία που αποκτήσαμε θα σωριαστεί ως "πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμένοι". 'Η, στην άλλη περίπτωση, θα βασίζουμε συνεχώς την τάξη που έχουμε, στις αρχές και στους κανόνες του ιδεολογικού συστήματος που έχουμε εγκολπωθεί. Έτσι, όμως, είμαστε συνέχεια εξαρτημένοι από αυτό που πιστεύουμε, ώστε ακόμη και στην περίπτωση που το σύστημα που ασπαζόμαστε -μια κοσμοθεωρία, για παράδειγμα- μας προσφέρει κάποια μέθοδο και μας βάζει σε κάποια τάξη, αυτή δεν είναι δική μας. Άσε που κινδυνεύουμε κάποια στιγμή, παθητικοί όπως είμαστε, να δούμε τα πράγματα να μας ξεπερνούν. Για τον Επίκουρο, πραγματικά αυτάρκης είναι αυτός που ως ηγεμόνας βάζει αληθινή τάξη στο βασίλειο του νου.

Το πρώτο, λοιπόν, πράγμα για το οποίο φροντίζει ο αληθινός φιλόσοφος, είναι να σπουδάσει τους νόμους, τα πρότυπα και τις αρχές, με τις οποίες θα επιχειρήσει μεθοδικά να κοσμήσει τον εαυτό του, ώστε να αποκτήσει μέτρο και αρτιότητα. Τα στοιχεία αυτά δεν θα τα αναζητήσει ευκαιριακά, σαν δάνειο που πρέπει κάποτε να επιστραφεί, από χώρους αλλότριους που έχουν τη δική τους από καιρό στερεή συγκρότηση, γιατί τότε κινδυνεύει από ηγεμόνας του δικού του κόσμου να καταντήσει υπήκοος και οπαδός ενός άλλου. Θα τα αναζητήσει μέσα από το δρόμο της ατομικής ευθύνης, ακολουθώντας με σύνεση και συνέπεια το δρόμο της δικής του αρετής. Όπως το θέτει ο Επίκουρος -και συμφωνούμε απόλυτα μαζί του- είναι προτιμότερο να αποτύχει κανείς σε μια λογική πράξη, παρά να πετύχει σε μια άσκεφτη (Επ προς Μεν. 135). Φυσικά, ο φιλόσοφος θα ωφεληθεί και από τη σοφία των αιώνων, όπως αυτή διασώζεται στις παραδόσεις και τα συστήματα των διαφόρων λαών, αλλά εάν θέλει να είναι αληθινός και όχι κάλπικος, προετοιμάζεται για τη στιγμή που θα γίνει ο ίδιος νομοθέτης του εαυτού του.

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΝΟΜΟΘΕΤΕΣ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πολλοί από τους αρχαίους σοφούς υπήρξαν και άριστοι νομοθέτες, όπως ο Λυκούργος στη Σπάρτη και ο Σόλωνας στην Αθήνα. Αλλά και πολλοί φιλόσοφοι επρώτευσαν στο νομοθετικό έργο. Ο Πλούταρχος (Προς Κωλώτην, 1126a-d) μιλάει πρώτα για τους προσωκρατικούς (Παρμενίδης δε την εαυτού πατρίδα διεκόσμησε νόμοις αρίστοις) και ύστερα δίνει τον κατάλογο των ενεργών νομοθετών που χρημάτισαν μαθητές και εταίροι του Πλάτωνα: ο Αριστώνυμος νομοθέτησε στους Αρκάδες και ο Μενέδημος στην Πύρρα της Θεσσαλίας, ο Φορμίωνας στην Ήλιδα, την ιερή πόλη του Δία που είχε τη διεύθυνση των Ολυμπιακών αγώνων και ήταν μια από τις πολυανθρωπότερες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας, ο Εύδοξος και ο Αριστοτέλης έγραψαν νόμους για την Κνίδο και τα Στάγειρα - τις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Ακόμη. ο Αναξαγόρας βοήθησε στο νομοθετικό έργο του Περικλή και ο Αλέξανδρος ζήτησε από τον Ξενοκράτη, τον διάδοχο του Σπεύσιππου στη διεύθυνση της Ακαδημίας, συμβουλές σχετικά με την οργάνωση του βασιλείου του. Αλλά και αυτός που έστειλαν στον Αλέξανδρο οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας και που είχε κάνει τα περισσότερα για να τις ξεσηκώσει να συμμετάσχουν στον πόλεμο του Μακεδόνα στρατηλάτη κατά των βαρβάρων δεν ήταν άλλος από τον Δήλιο τον Εφέσιο, στενό συνεργάτη του Πλάτωνα. Ο ίδιος ο Πλάτωνας κλήθηκε από τους Αρκάδες και τους Θηβαίους όταν έφτιαχναν τη Μεγαλόπολη να διακοσμήσει την πολιτεία τους με νόμους, αλλά δεν πήγε σαν έμαθε ότι δεν ήθελαν να έχουν ίση περιουσία. (Διογένης Λαέρτιος, ΙΙΙ, 23). Στο σημείο αυτό ο ιδρυτής της Ακαδημίας ακολούθησε την οδό του Ηράκλειτου, που όταν οι συμπατριώτες του τού ζήτησαν να τους βάλει νόμους αρνήθηκε, γιατί την πόλη την κυβερνούσαν πλέον οι πονηροί. (Διογ. Λαέρτ., ΙΧ, 3).

Πόση διαφορά έχουν αυτοί οι αρχαίοι φιλόσοφοι με τους σύγχρονους επαγγελματίες νομοθέτες που τη μια μέρα φτιάχνουν ένα νόμο και την επόμενη τον αναιρούν, γιατί αποδείχτηκε ανεφάρμοστος. Οι μόνοι νόμοι που λειτουργούν σήμερα σωστά είναι εκείνοι που ψηφίζουν οι ίδιοι οι νομοθέτες για να υποστηρίξουν τα συμφέροντα της τάξης τους. Αλλά αυτό δείχνει ότι "κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανίας". Ο Δημόκριτος παρατηρεί πως ‘’όταν οι κακοί πολίτες παίρνουν δημόσια αξιώματα, όσο πιο ανάξιοι είναι γι' αυτά, τόσο περισσότερο αδιάφοροι γίνονται και το μόνο που τους περισσεύει είναι η ηλιθιότητα και η αδιαντροπιά’’. Μόνο όταν έχουμε δράσει ως νομοθέτες στην εσωτερική μας πολιτεία, αποκτούμε την κατάλληλη πείρα και τεχνογνωσία για τη ρύθμιση των πραγμάτων της εξωτερικής ζωής. Διαφορετικά, είμαστε ή απατεώνες ή κύμβαλα αλλαλάζοντα.


Ταπεινός και κεκοσμημένος


Ο Πλάτωνας λέει στους Νόμους του ότι όποιος θέλει να είναι ισορροπημένος πρέπει να ακολουθήσει το δρόμο της σοφίας με πνεύμα ταπεινό και κεκοσμημένο. συμμορφούμενος προς τον υπό του νόμου λόγον ορθόν ειρημένον (659d). Η ίδια η λέξη νόμος (από το νέμειν) σήμαινε αρχικά την ίση διανομή των αγαθών. Στο φιλοσοφικό έργο είναι η ορθή διάταξη και κατανομή των πραγμάτων του νου, όπως λέει ο Πλάτωνας στους Νόμους 713d-714: την του νου διανομήν επονομάζοντας νόμον.

Με το θέμα της διάταξης των πραγμάτων του νου ασχολήθηκαν –ιδιαίτερα από τους προσωκρατικούς - ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (570-475), καθηγεμόνας της Ελεατικής Σχολής, και ο Δημόκριτος (470-370). Την έρευνα συνέχισαν οι -σύγχρονοι του Σωκράτη- σοφιστές Γοργίας ο Λεοντίνος και Πρωταγόρας, που ήταν αντίστοιχα μαθητές των δυο προηγούμενων φιλοσόφων, στη δε μετασωκρατική περίοδο ο ιδρυτής του στωικισμού Ζήνων ο Κιτιεύς (342-270), τη βιογραφία του οποίου διασώζει ο Διογένης Λαέρτιος. Σε αυτή βλέπουμε -καθώς τα έργα των προηγουμένων έχουν χαθεί- τα υψηλά επίπεδα διανοητικής λεπτότητας στα οποία είχαν φτάσει οι αρχαίοι στοχαστές. Έκαναν σαφή διάκριση μεταξύ αισθητικών και μη παραστάσεων (δηλαδή εκείνων που προέρχονται από τα αισθητήρια όργανα και αυτών που προσλαμβάνονται δια της διανοίας), μεταξύ εκφράσεων, κρίσεων και συλλογισμών, μεταξύ συμπερασματικών και μη επιχειρημάτων, ενώ για τα αξιώματα έλεγαν ότι χωρίζονται σε απλά και μη: υποδιαιρούσαν τα απλά σε αποφατικά, αρνητικά, στερητικά, βεβαιωτικά, καθοριστικά και αόριστα, ενώ τα μη απλά σε υποθετικά, συμπερασματικά, συμπεπλεγμένα, διαζευγμένα, αιτιώδη και δεικτικά. Διέκριναν ακόμη μεταξύ του υπάρχειν και του επινοείσθαι, μεταξύ γνώσης, αντίληψης και δοξασίας, λέγοντας ότι η γνώση ανήκει στο σοφό και η δοξασία στον αδαή. Επίσης μίλησαν για τις διανοητικές και μη αρετές. Διανοητική αρετή είναι η φρόνηση, ενώ μη διανοητικές η υγεία και η ευρωστία. (Διογ. Λαέρτ .νιι 42 κ.ε.).

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ. Οι Στωικοί μίλησαν ακόμη για τις αρετές του λόγου και τα κριτήρια της αλήθειας. Οι αρετές του λόγου είναι πέντε: ελληνισμός, σαφήνεια, συντομία, κυριολεξία και κομψότης. Ελληνισμός είναι γλώσσα άψογη γραμματικά και απαλλαγμένη από xυδαιολογίες, σαφήνεια είναι το λεκτικό ύφος που παρουσιάζει τη σκέψη έτσι που να γίνεται εύκολα κατανοητή, συντομία είναι η χρησιμοποίηση μόνο των απαραίτητων για την πραγμάτευση ενός θέματος λέξεων, κυριολεξία είναι η χρησιμοποίηση φρασεολογίας συγγενικής με το θέμα και η κομψότητα η αποφυγή δυσνόητων ιδιωματικών εκφράσεων.

Ως ελαττώματα θεωρούσαν τον βαρβαρισμό, τη χρήση λέξεων που παραβιάζουν το γλωσσικό ιδίωμα των καλλιεργημένων Ελλήνων, και τον σολοικισμό, όταν δηλαδή ο λόγος δεν είναι σωστά συνταγμένος. Ο Σέξτος Εμπειρικός διευκρινίζει ότι δεν πρέπει να συσχετίζουμε τον βαρβαρισμό με τις απλές λέξεις, αλλά με την εισαγωγή ξένων γλωσσικών προτύπων και συνηθειών. (Προς Μαθηματικούς, Ι 210-220).

Αναφερόμενοι στη γραπτή γλώσσα και τα μέρη του λόγου, έλεγαν ότι ένα γραπτό πρέπει να διαθέτει ποιητικότητα, μουσικότητα, ευφωνία και αμφιλογίες (αμφιβολίες), δηλαδή λέξεις που κυριολεκτώντας δηλώνουν δυο ή περισσότερα διαφορετικά πράγματα, έτσι ώστε ο λόγος να αποκτά πολλά σημασιολογικά επίπεδα ταυτόχρονα δίχως να αλλοιώνεται το νόημα, αλλά αντίθετα να πλουτίζεται. Επίσης ότι πρέπει να έχει μερισμό, να είναι δηλαδή κατανεμημένος κατά γένη σε κεφάλαια, και να διαθέτει επιχειρηματολογία. Αυτή τη διαιρούσαν στη μείζονα και την ελάσσονα πρόταση και στο συμπέρασμα. Απόδειξη δε ονόμαζαν την επιχειρηματολογία που συμπεραίνει τα λιγότερο κατανοητά από τα περισσότερο κατανοητά. Περιέγραψαν εννιά είδη συλλογισμών και μίλησαν για τις τέσσερις αρετές της διαλεκτικής.


ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. Τα πιο πάνω είναι ένα ελάχιστο παράδειγμα του συνετού και άψογου τρόπου με τον οποίο οι αρχαίοι στοχαστές έβαζαν παντού τάξη: στα είδη του λόγου, στις γνώσεις, στα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα. Για να γίνει, όμως, αυτό χρειάζεται η ύπαρξη ενός κριτηρίου, για να μπορεί κανείς να ξεχωρίζει την αλήθεια από την πλάνη. Σύμφωνα με τους Στωικούς, ο νους των ανθρώπων, όταν γεννιούνται, είναι σαν χάρτης ευεργός εις απογραφήν, πάνω στον οποίο γράφονται, ή κατά τη δική τους έκφραση τυπούνται, τα δεδομένα της εμπειρίας, τα οποία μεταβιβάζονται από τον εξωτερικό κόσμο (πολλές φορές και από τον εσωτερικό, λ.χ. τα όνειρα) διαμέσου των αισθητηρίων. Τα δεδομένα αυτά (τυπώσεις) επιδρούν πάνω στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων, την τροποποιούν και τη μεταβάλλουν.

Ο νους, λοιπόν, είναι κατά ένα μέρος τουλάχιστον ένα άγραφο κομμάτι χαρτί, το οποίο γεμίζει με αισθητηριακά δεδομένα. Η λέξη, όμως, ευεργός (εύκολης κατεργασίας) υπονοεί ότι δεν είναι ένα λευκό κομμάτι χαρτί που μόλις βγήκε από το εργοστάσιο, αλλά μια tabula rasa, δηλαδή μια ξυσμένη (σβησμένη) πλάκα, όπου μπορεί κανείς να ξαναρχίσει να γράφει. Τα στοιχεία μπορούν να εγγραφούν σκόρπια -σαν τυχαία σύμβολα ή λέξεις- ή να κατανεμηθούν σε διατεταγμένες σειρές σχηματίζοντας φράσεις. Πολλά φραστικά σύνολα δημιουργούν ενότητες και πολλές ενότητες έναν ιστό. Εάν ο ιστός αυτός συντεθεί μέσα στα χρόνια δίχως έλεγχο, έχουμε μια παράσταση που μοιάζει κάπως με το σημερινά γκράφιτι. Κάποια συνθήματα ξεχωρίζουν, ενώ κάποια άλλα έχουν σκεπαστεί ή ξεθωριάσει. Εάν όμως φτιαχτεί σύμφωνα με μια συγκεκριμένη δομή και χάριν κάποιου σκοπού, έχουμε μια ευκρινή παράσταση που δεν θα αφήσουμε ποτέ να γίνει προκατάληψη, εφόσον μπορούμε συνεχώς, σαν παλίμψηστο, να εκσυγχρονίζουμε αφαιρώντας και προσθέτοντας στοιχεία. Σε αυτή την περίπτωση, κατά την οποία η συναρμογή των στοιχείων έχει γίνει με μέθοδο και σχεδιασμό, έχουμε τον ορθολογισμό.

Ο ορθολογισμός προβάλλει εδώ ως το κύριο κριτήριο της αλήθειας. Γι' αυτό οι αρχαίοι στοχαστές έδιναν μεγάλη σημασία στη μελέτη των συλλογισμών, επειδή συμβάλλει στον σχηματισμό ορθών κρίσεων. Η τακτοποίηση και η συγκρότησή τους δίνει επιστημονικό χαρακτήρα στην κατανόηση


Κόσμος είναι για την κοινωνία το θάρρος των πολιτών της, για το σώμα η ομορφιά, για την ψυχή η σοφία, για την πράξη η αρετή, για το λόγο η αλήθεια. Ακοσμία είναι το αντίθετο από αυτά.


των φαινομένων. Δίχως ορθολογική διάταξη επικρατεί ασάφεια, σύγχυση και αταξία.

Το θέμα είναι σύνθετο, γιατί ποτέ δεν μπαίνουμε στον κόπο να κρίνουμε τις γνώσεις μας. Αλλά υπάρχει και κάτι χειρότερο από τη δημιουργία προκαταλήψεων: οι αποκρυσταλλωμένες πεποιθήσεις, που οδηγούν στο μυστικισμό. Αυτός δημιουργείται όταν όχι μόνο αφήνουμε τα γκράφιτι να μας επηρεάζουν, αλλά πιστεύουμε ότι μεταφέρουν θεϊκές εντολές. Τότε τις θεοποιούμε και τις κάνουμε ύψιστο κριτήριο της αλήθειας. Αντί να είμαστε πάνω από αυτές, τις αφήνουμε να μας καθοδηγούν και εάν χρειαστεί θα τις υπερασπίσουμε με νύχια και δόντια. Αυτό λέγεται φανατισμός.

Ο σοφός δεν θα υποστηρίξει ποτέ απλές δοξασίες, δηλαδή δεν θα δώσει ποτέ τη συγκατάθεσή του για κάτι που είναι ψεύτικο. Στις περιπτώσεις που απουσιάζει η ορθολογική διάταξη, αφήνουμε να κυριαρχεί η φύση παρά η σοφία. Συλλέγουμε απόψεις, γνώμες και δοξασίες, τις οποίες και τις δεχόμαστε άκριτα και τις έχουμε άτακτα τοποθετημένες. Εάν εκτός της φιλομάθειας κάποιος είναι ικανός και στη μνημονική τέχνη, δηλαδή στην απομνημόνευση πολλών στοιχείων και στη γρήγορη ανάκλησή τους, τότε λέμε ότι αυτός είναι μεν ευφυής, σίγουρα όμως δεν θα τον χαρακτηρίζαμε σοφό, γιατί δεν διαθέτει αληθινή λογική.

Συμπερασματικά:

α) Φρόνηση είναι η ακριβής γνώση ενός πράγματος (επιστήμη).

β) Αρετή είναι η τελειοποίηση ενός έργου ή μιας ιδιότητας που περιλαμβάνει τη σοφία.

γ) Αυτάρκεια είναι το αποτέλεσμα της ορθολογικής διάταξης των στοιχείων του νου και της διακόσμησης με νόμους και αρχές των πραγμάτων της ψυχής.

δ) Οι τρεις αυτοί παράγοντες δημιουργούν τον αληθινά ολοκληρωμένο και ελεύθερο άνθρωπο.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ. Ο διάκοσμος του Είναι δεν γίνεται για λόγους αισθητικής. Η αξία του είναι πολύπλευρη και θεραπευτική, γιατί συντελεί στην ισορροπία της ψυχής. Αυτή είναι η "θεραπεία ψυχής" για την οποία μας μιλάει ο Πλάτωνας, όπου ο όρος θεραπεία σημαίνει ταυτόχρονα την φροντίδα, την υπηρεσία και την περίθαλψη. Ο Φιλόσοφος, επομένως, καταπιάνεται με το έργο αυτό σοβαρά κι όχι βιαστικά και επιπόλαια, γιατί διακοσμεί την εσωτερική πολιτεία του, την ίδια την οντότητά του. Γι' αυτό, ‘’δεν πρέπει να προσποιούμαστε ότι φιλοσοφούμε, αλλά να φιλοσοφούμε πραγματικά, γιατί δεν έχουμε ανάγκη να φαινόμαστε υγιείς, αλλά να είμαστε στ' αλήθεια υγιείς’’ (Επικ. προσφ. 54). Όταν είναι κάποιος υγιής εσωτερικά είναι και ευδαίμων. Γιατί ο ισορροπημένος χαρακτήρας κάνει και ισορροπημένη ζωή.

Τα αποτελέσματα είναι άμεσα: ‘’Στις άλλες ασχολίες, λέει ο Επίκουρος εννοώντας με αυτό τις άλλες τέχνες και επιστήμες, ‘’το αποτέλεσμα έρχεται αφού ολοκληρωθούν. Στη φιλοσοφία, αντίθετα, συνδυάζεται το τερπνό με τη γνώση. Γιατί η απόλαυση δεν ακολουθεί τη μάθηση, αλλά συμβαίνει ταυτόχρονα’’ (Eπικ. Προσφ. 27). Και όταν έχει συντελεστεί πλήρως και ενδελεχώς, ο άνθρωπος καθίσταται αυτάρκης: ‘’Η φιλοσοφία δεν κάνει τους ανθρώπους κομπορρήμονες ούτε τεχνίτες στην πολυλογία ούτε επιρρεπείς στο να επιδεικνύουν τις γνώσεις τους στους πολλούς. Αντίθετα, τους κάνει σοβαρούς και αυτάρκεις, περήφανους για τα δικά τους αγαθά και όχι για κείνα που δανείστηκαν απ' έξω- (Επικ. προσφ. 45).

Εδώ ο Επίκουρος απηχεί τη γνώμη του Δημόκριτου, που έλεγε ότι ‘’είναι γνώρισμα του θείου νου να στοχάζεται πάντα ωραία πράγματα’’. Γιατί, όπως τονίσαμε, είναι πλάνη να πιστεύουμε ότι ο νους είναι απαθής και κενός. Αντίθετα, είναι βαρυφoρτωμένoς από πολλά και αταίριαστα στοιχεία. Γι' αυτό πρέπει να τον δούμε ως ναό ή μουσείο και να βάζουμε σ' αυτόν μόνο υψηλά διανοήματα και έργα Τέχνης, τα οποία θα αναρτούμε με τάξη. Η συμβουλή που θα μπορούσε κάποιος να εξάγει από τα παραθέματα των αρχαίων δασκάλων, είναι η εξής: ‘’Ας βλέπουμε τον ψυχικό και νοητικό μας κόσμο ως ιερό άντρο των Μουσών και ας προσέχουμε τι θα βάλουμε μέσα: σκύβαλα ή θησαυρούς;’’ Πρέπει να είμαστε σε θέση να κάνουμε αυτή τη διάκριση και να μην αρπάζουμε σαν πεινασμένοι ό,τι μας προσφέρεται απέξω.


Η αρπαγή της ωραίας Ελένης


Το ερώτημα που προκύπτει τώρα είναι πού θα βρει κανείς τους νόμους, τα πρότυπα και τις αρχές βάσει των οποίων θα κοσμήσει τον χώρο του εαυτού. Είναι, αλήθεια, ένα δύσκολο ερώτημα, η απάντηση του οποίου μπορεί ν' αποτελέσει θέμα ενός ολόκληρου βιβλίου. Πριν περάσουμε όμως σε αυτό, ας σταθούμε λίγο ακόμη στον διάκοσμο του όντος. Τον αληθινό, αυτόν που γίνεται με αρχές και νόμους, οι αρχαίοι τον παρομοίαζαν με την ωραία Ελένη, την δε αταξία και προχειρότητα με το είδωλον της Ελένης. Ο Γοργίας ο Λεοντίνος, ο περίφημος Αθηναίος σοφιστής που ήταν σύγχρονος του Σωκράτη, στην αρχή του έργου του Ελένης εγκώμιον, λέει τι σημαίνει πρακτικό διάκοσμος:

Κόσμος είναι για την κοινωνία το θάρρος των πολιτών της (ευανδρία), για το σώμα η ομορφιά, για την ψυχή η σοφία, για την πράξη η αρετή, για το λόγο η αλήθεια. Ακοσμία είναι το αντίθετο από αυτά.

Σύμφωνα με το μύθο, η ωραία Ελένη προήλθε από το σμίξιμο της Νέμεσης με το Δία - όπου Νέμεση είναι ο Νόμος και Δίας το Ένα. Αυτό το τελευταίο γίνεται καλύτερα αντιληπτό αν στη θέση του ονόματος "Δίας", που σημαίνει διττός, βάλουμε το "Ζευς", που προέρχεται από το ‘’ζεύγμα’’ και σημαίνει την ένωση ή ολοκλήρωση. Επειδή η Ελένη ήταν χάρμα οφθαλμών (θαύμα βροτοίσι), για να µην την απαγάγει κάποιος, ο Δίας έφτιαξε και μια δεύτερη, ψεύτικη Ελένη (είδωλον Ελένης) πανομοιότυπο της πρώτης. Αυτός που δεν είχε τα κριτήρια να ξεχωρίσει ποια ήταν η αληθινή, άρπαζε την ψεύτικη, µε αποτέλεσμα να επισύρει πάνω του τη θεία οργή (Νέµεση). Αυτό θυμίζει κάπως το Νόμο της Ανταπόδοσης ή Νόμο του Κάρμα. Είναι η δικαιοσύνη που ενεργοποιείται αυτόματα, όταν κάποιος αδυνατεί να ξεχωρίσει τι είναι καλλίστευµα και τι όχι. Την υπέρθεη αυτή δικαιοσύνη οι αρχαίοι Έλληνες αποτύπωναν στη φράση ‘’Έστιν Δίκης οφθαλμός, ος τα πάνθ' ορά’’ όπως παραδίδει ο Πλούταρχος (Προς Κωλώτην, 1124 F). Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο διάκοσμος του εαυτού έχει πρακτική αξία και δεν είναι αφηρημένη θεωρητική ενασχόληση, όπως πιστεύουν πολλοί. Αλλά το έργο δεν περιορίζεται µόνο στον εαυτό. Έχοντας διαμορφώσει και διατάξει µε νόμους και µε αρχές τα πράγματα του εαυτού του, ο φιλόσοφος επεκτείνει, στο μέτρο του δυνατού, την "ευκοσµία" και σε όσες ψυχές έρχονται σ' επαφή μαζί του, με σκοπό να τις καταστήσει όσο γίνεται καλύτερες. Και σε τούτο ακριβώς διαφέρει από τον διανοούμενο, ο οποίος, πριν έρθει σε επαφή µε τους συνανθρώπους του, δεν φροντίζει να διαμορφώσει τον εσωτερικό κόσµο του ως καλλίστευµα. Ο κόσμος του είναι πλουµισµένος µε ψεύτικα στολίδια, και έτσι αντί για ορθοφροσύνη σπέρνει στις ψυχές την σύγχυση και την ταραχή - όπως ο Δίας που έστειλε στους Τρώες το είδωλο της Ελένης, µε αποτέλεσμα να βασιλεύσουν η έριδα και η ανεμοζάλη. Γι' αυτό ας προσέχουν εκείνοι που παπαγαλίζουν τα λόγια άλλων, καθώς και οι ανυπόμονοι που πριν καλά-καλά πήξει η ζύμη του μυαλού τους, βγαίνουν να διδάξουν άλλους.


Τα βήματα της σοφίας


Ο φιλόσοφος, διευρύνοντας συνεχώς τον γνωσιολογικό του ορίζοντα, αντιλαμβάνεται από νωρίς ότι όσες θεωρίες και δοξασίες κι αν παράγει η ανθρώπινη επινοητικότητα, καμιά από αυτές δεν είναι ικανή να λύσει τα μυστήρια του σύμπαντος. Ψάχνοντας όμως για ουσιαστικές απαντήσεις, δεν θα δεχτεί ότι του προσφέρεται αβασάνιστα, δίχως να το υποβάλει πρώτα σε πλήρη δοκιμασία και έλεγχο. Γιατί καθετί που φτάνει στ' αυτιά µας δεν είναι απαραίτητα, και αληθινό. Η ίδια η αντίληψη δεν αποτελεί από μόνη της ασφαλή έλεγχο της αλήθειας. Δουλεύοντας µε τον τρόπο αυτό, μετακινείται από τις γνώσεις στη γνώση, δηλαδή από εκείνα που του προσφέρουν η ανθρώπινη εμπειρία, οι τέχνες και οι επιστήμες, και τα οποία δέχεται προσωρινά ως αληθινά, σ' εκείνο µε το οποίο ελέγχει αυτές τις γνώσεις. Με άλλα λόγια, στη θέσπιση κριτηρίων με μοναδικό γνώμονα την αποκάλυψη της αλήθειας. Με αυτό τον τρόπο µμετακινείται από τη γνώση προς τη σοφία, δηλαδή στην αυτοαποκαλυπτόµενη γνώση. Ας δούμε τα στάδια αυτά ένα-ένα χωριστά.

Στάδιο πρώτο. Συγκέντρωση µέσω της μελέτης, των σπουδών, της καλλιέργειας και της εμπειρίας των απαραίτητων στοιχείων για το εξελικτικό ταξίδι. Τα στοιχεία αυτά, μόλις συγκεντρωθούν και διαταχθούν, δημιουργούν έναν ιστό - τη γνώση.

Στάδιο δεύτερο. Έχοντας συλλέξει κάθε είδους γνώση και γνωρίζοντας τη λειτουργία των διαφόρων γνωσιολογικών συστημάτων, την υποβάλλουμε σε κρίση, με γνώμονα το σοφόν και κρατάμε, όπως οι χρυσωρύχοι, τους θησαυρούς. Χωρίζουμε δηλαδή τη "γνήσια" από τη "θολή γνώση". Ο Δημόκριτος, στο χαμένο σήμερα έργο του Κρατυντήρια, έκανε σαφή διάκριση ανάμεσα στα δυο αυτά είδη. Σύμφωνα με τον σχολιαστή του, τον γιατρό Σέξτο Εμπειρικό (2ος με 3ον αι μ.Χ.), ο Δημόκριτος δύο φησίν είναι γνώσεις, την µεν δια των αισθήσεων την δε διά της διανοίας, ων την µεν διανοίας γνησίην καλεί, την δε δια των αισθήσεων σκοτίην ονοµάζει… (Σέξτος Eμπ. Προς Λογ. Ι 138).

Καταλαβαίνουμε ότι έχουμε την αληθή γνώση, όταν αυτή μπορεί και απαντά τουλάχιστον στα θεμελιακά ζητήματα της ζωής (τι είναι δίκαιο ή άδικο, σε τι συνίσταται η ανθρώπινη ευτυχία ή δυστυχία, πώς εξασφαλίζεται η μια και αποφεύγεται η άλλη), αλλά και του όντος (ποιος είναι ο εαυτός μας, ποιος είναι ο σκοπός της ζωής και σε τι συνίσταται η εξέλιξη), πράγματα για τα οποία, όπως ισχυριστήκαμε, αδυνατούν να απαντήσουν ορθολογικά -και όχι μηδενιστικά ή μυστικιστικά- οι σύγχρονοι στοχαστές.

Στάδιο τρίτο. Έχοντας αποκτήσει το "γνώθι σαυτόν", καθώς και τη διάκριση για καθετί το επιστητό, φτάνει στη σοφία, δηλαδή την αυτoαποκαλυπτόμενη γνώση. Η σοφία δεν εμπεριέχει πολύπλοκους υπολογισμούς. Στο στάδιο αυτό, η πραγματικότητα δεν αποκαλύπτεται μέσω συλλογισμών ή διαλογισμών, αλλά παρουσιάζεται ως "από μηχανής θεός", ξαφνικά και αναπάντεχα. Γι' αυτό ο Πυθαγόρας αποκάλεσε την επιστήμη της εφέλκυσης της φιλοσοφία, γιατί η σοφία δεν κατακτιέται, αλλά αποκαλύπτεται.

Αυτού του είδους η γνώση δεν μπορεί -γραπτά ή προφορικά - να μεταγγιστεί. Ο Πλάτωνας είχε από πολύ νωρίς αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα, δηλαδή της απουσίας κατάλληλων όρων και εκφράσεων για να αποδοθεί εκείνο που ήταν άρρητο. Στην Ζ΄ Επιστολή θα γράψει:

Δικό μου τουλάχιστον σύγγραμμα για τα θέματα αυτά ούτε υπάρχει ούτε θα υπάρξει ποτέ, γιατί η γνώση τους δεν εκφράζεται με λόγια, όπως στις άλλες επιστήμες, αλλά, από την αδιάκοπη επεξεργασία του θέματος και την εστίαση, γεννιέται αιφνίδια μέσα στην ψυχή, όπως η φλόγα που ξεπηδά από ένα σπινθήρα, και ύστερα πια τρέφει η ίδια τον εαυτό της. (341 c-d).

Για το θέμα αυτό θα πούμε περισσότερα, όταν ασχοληθούμε με τη σημειολογία των αρχαίων. Τώρα θα πάμε σ΄ εκείνο που είπαμε προηγούμενα, ότι η ουσιαστική εξέλιξη συνίσταται στην εσωτερική μετατόπιση της συνείδησης και όχι στην εξωτερική μετακίνηση ή επέκταση, υποστηρίζοντας ότι αυτό είναι το αληθινό εσωτερικό έργο. Αυτή η μετατόπιση συνίσταται, όπως σημειώνει ο Αριστοτέλης, στο πέρασμα από τη μάθηση (µαθείν) στην εμπειρία (παθείν), με αποτέλεσμα τη μεταβολή της πνευματικής κατάστασης (διατεθήναι).


Η εξoμoίωση με το θείο


Από τη θέση στην οποία έχει πλέον φτάσει, ο φιλόσοφος θεάται την Αλήθεια - είναι θεωρός ή θεατής της πραγματικότητας. Αυτή η πραγματικότητα μπορεί να περιέχει έναν κόσμο ή πολλούς. Γιατί δεν υπάρχει μόνο ένας κόσμος. Όπως πρέσβευε ο Αναξίμανδρος (610-547), εκ φύσεως απείρου άπαντας γίγνεσθαι τους ουρανούς και τους εν αυτοίς κόσµους. (Βλέπε και το τέλος του Φαίδωνα, όπου ο Σωκράτης λίγο πριν πιει το κώνειο περιγράφει λεπτομερώς μια άλλη γη). Από όλα αυτά προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο φιλόσοφος, εφόσον γνωρίζει τις μεθόδους και τις αρχές βάσει των οποίων διαμόρφωσε τον εσωτερικό του κόσμο, είναι ο απόλυτος κύριος και άρχοντας αυτού του κόσμου, ανεξάρτητος και αυτόβουλος, ο μόνος πραγματικά αυτάρκης. Με μέτρο αυτόν τον κόσµο μπορεί να μετράει την εξωτερική πραγματικότητα και να την κρίνει, αλλά και να την αλχημίζει, δηλαδή να τη μεταμορφώνει, με ένα έργο του, μια ομιλία ή πράξη. Στον Φαίδωνα, αλλά και σε άλλους διαλόγους του Πλάτωνα, βρίσκουμε τον Σωκράτη να περιγράφει αυτή την εσωτερική διεργασία ως εξομοίωση με τη θεότητα (οµοίωσιν θεώ).

Με την ολοκλήρωση του κόσμου, ο άνθρωπος γίνεται πραγματικά αυτάρκης. Όπως παρατηρεί ο Επίκουρος: ‘’Την ευδαιμονία και τη μακαριότητα δεν τις φέρνουν τα μεγάλα πλούτη ούτε η πληθωρική δραστηριότητα ούτε τα αξιώματα και οι εξουσίες, αλλά η αλυπία και η πραότης των παθών και η διάθεση της ψυχής, που γνωρίζει αυτό που είναι σύμφωνο με τη φύση’’ (Αποσπ. & μαρτ. 181). Η αυτάρκεια, μας λέει ο Επίκουρος, δεν συντίθεται από την κυριότητα υλικών ή ιδεατών πραγμάτων, αλλά ισοδυναμεί με την επίσταση, δηλαδή τη θεώρηση της πραγματικότητας. (Ο όρος "πραγματικότητα" αναφέρεται εδώ ως το αντίθετο της πλάνης). Ο θεωρός είναι διαφορετικός από τον θεατή, γιατί οράται την τάξη των θείων πραγμάτων. Ο σοφός, επομένως, δεν είναι απλός θεατής, αλλά δημιουργός και συντονιστής ενός δυναμικού κόσμου. Από τη σκοπιά αυτή η φιλοσοφία αποκτά μια ευρύτερη διάσταση: γίνεται η επιστήμη ‘’η άγουσα τον νουν εις επίστασιν’’, όπως διευκρινίζει ο νεοπλατωνικός Πορφύριος στα σχόλιά του πάνω στον Κρατύλο του Πλάτωνα (Fragmenta, PlaIonica 168):

Επιστήμη ως εις επίστασιν άγουσα τον νουν.

Τώρα γίνεται φανερό αυτό που είχαμε γράψει στο πρώτο σημείωμα µας σχετικό με τον Δημόκριτο, ο οποίος, αναλύοντας το έργο του Τριτογένεια την τριάδα της σοφίας που την ταύτιζε µε την Αθηνά, μιλούσε για σκέψη ορθή, ομιλία ορθή και πράξη ορθή. Αυτά τα τρία πράγματα, που κλίνουν μέσα τους όλη την ουσία της ανθρώπινης ζωής, είναι εφικτά όταν κάποιος έχει μεταμορφώσει τον εαυτό του µε τον τρόπο που είπαμε πιο πάνω.

ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑ. Άπαξ και συντελεστεί, ο διάκοσμος του νου διαρκεί για πάντα. Σε άλλο απόσπασμα ο Επίκουρος αναφέρεται στην τελείωση του έργου που την ταυτίζει µε την αφθαρσία: ‘’Το μακάριο και άφθαρτο ον, γεμάτο από όλα τα αγαθά και χωρίς να δέχεται κανένα κακό, στρέφεται ολόκληρο προς τη διατήρηση της ευδαιμονίας και της αφθαρσίας του και δεν επιστρέφει στον κόσµο των ανθρωπίνων πραγμάτων- (Aπoσπ. & μαρτ. 110). Με αυτό ο Επίκουρος δεν εννοεί την απόσυρση από την κοινωνία, όπως υποθέτουν πολλοί, αλλά ότι ο φιλόσοφος ως ενδίφριος (δίφρος = κάθισμα) παραμένει συγκεντρωμένος στον εαυτό του. (Βλ. και την επικούρεια συμβουλή: ‘’να αποσύρεσαι στον εαυτό σου ιδίως όταν πιέζεσαι να βρίσκεσαι μέσα στο πλήθος’’). Αλλά ο εαυτός αυτός δεν είναι το κλασικό Εγώ, ούτε κάποιος όμιλος θαυμαστών και κολάκων, αλλά ο κόσμος που έχτισε μέσα του. Και στο χαμένο σήμερα έργο του Περί Oσιότητoς, αποσπάσματα του οποίου διασώζει ο Φιλόδημος, ο καθηγεμόνας του Κήπου διασαφήνιζε πως όχι μόνο αυτός που έκανε το τέλειο έργο διατηρείται άφθαρτος, αλλά ότι και το σύνολο (συντέλεια) παραμένει αμετάβλητο όπως το ‘’Ένα’’. Αποκαλεί δε την κατάσταση αυτή "ενότητα''. (Φιλόδ. Περί ευσεβείας, 113.3:).

Το ένα που αναφέρει εδώ ο Επίκουρος, παραπέμπει στο ένα του Παρμενίδη. Ο νεοπλατωνικός Δαμάσκιος διευκρινίζει ότι το ένα δεν είναι ίδιο με τη μονάδα, γιατί αυτή περιλαμβάνει μέσα της και το ένα και τα πολλά. (Περί των πρώτων αρχών, 57/ 14). Το ένα είναι το "αχρονικό σημείο" ή "αχρονικός εαυτός" που έχουμε μνημονεύσει στα προηγούμενα. Το ένα είναι ένα. Αντίθετα, η μονάδα είναι το ένα μέσα στο πλήθος. Αυτή την κατάσταση της συνείδησης οι αρχαίοι Έλληνες τη συμβόλιζαν με τον Δία (το ένα στον εαυτό του) και με τον Διόνυσο (διασκόρπιση). Είναι η διασκόρπιση της ψυχής που κατέρχεται σε αυτόν εδώ τον κόσμο, περνώντας από ενσάρκωση σε ενσάρκωση. Καθήκον του φιλοσόφου είναι να μαζέψει τα διασκορπισμένα μέλη και να τα διατάξει σε ένα ενιαίο σύνολο. Ούτε λίγο ούτε πολύ, πίσω από την ιδέα της "αφθαρσίας" που αναφέρει ο Επίκουρος, κρύβεται η αθανασία.


Επιλεγόμενα


Στο σημείο αυτό ολοκληρώνεται το πρώτο στάδιο του φιλοσοφικού μονοπατιού, που αφορά τον διάκοσμο του Είναι. Σύμφωνα με τη δημοκρίτεια ορολογία, αυτός είναι ο Μικρός Διάκοσμος του νου. Απ' όσα είπαμε, καθίσταται φανερό ότι η φιλοσοφία είναι η επιστήμη που προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα της προσωπικής ολοκλήρωσης, αλλά και η τέχνη μέσω της οποίας ο καθαρά εγκόσμιος και έγχρονος εαυτός ξαναπλάθεται κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του άχρονου και του αιώνιου. Στον άνθρωπο που πετυχαίνει αυτή τη μεταμόρφωση, πέφτει ο κλήρος της αυτάρκειας και της αληθινής ελευθερίας. Γι' αυτό, όπως διδάσκει ο Επίκουρος:

Ούτε ο νέος πρέπει να διστάζει να φιλοσοφήσει ούτε ο γέρος ότι θα καταπονηθεί φιλοσοφώντας. Γιατί κανείς δεν είναι ανώριμος ή υπερώριμος για κείνο που φέρνει την υγεία στην ψυχή. Όποιος λέει ότι η ώρα της φιλοσοφίας δεν ήρθε ακόμη ή πέρασε, μοιάζει μ' εκείνον που λέει ότι δεν ήρθε ακόμη ή ότι πέρασε η ώρα της ευδαιμονίας. Πρέπει, λοιπόν, να φιλοσοφεί και ο γέρος και ο νέος: ο μεν ένας ώστε, ενώ γερνά, σαν νέος να βλέπει τα αγαθά -χάρη στις καλοτυχίες της προηγούμενης ζωής του- ο δε άλλος, μολονότι νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, καθώς δεν θα φοβάται τα μελλούμενα. Είναι ανάγκη, συνεπώς, να στοχαζόμαστε εκείνα που φέρνουν την ευδαιμονία, γιατί, όταν την έχουμε, έχουμε τα πάντα κι όταν τη στερηθούμε, κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε. (Επιστ. προς Μεν. 122).

Αυτός που θα σταματήσει εδώ, μπορεί να αισθάνεται περήφανος. Γιατί δεν επιτέλεσε μικρό έργο, προσπαθώντας να κάνει τον εαυτό του καλύτερο, ανώτερο και δυνατότερο. Οι πιο ευγενικές φύσεις συνεχίζουν στο επόμενο κομμάτι του δρόμου, που οδηγεί στο μέρος εκείνο του σύμπαντος όπου συντελείται ο Μέγας Διάκοσμος. Με αυτό, καθώς και με το πού θα βρει ο φιλόσοφος τους νόμους και τις αρχές, βάσει των οποίων θα κοσμήσει τον Εσωτερικό χώρο του, θα ασχοληθούμε στο επόμενο σημείωμά μας.


ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΟ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ


είπον' υός Γαίας και Ορανό αστερόεvτoς'

δίψαΙ, δ' εμί αύος και απόλλυμαι' αλά δότ' όκα ψυχρόν ύδορ προρέον τες Μνεμοσύνες από λίμνας. και δε τοι ελεόσιν οι υπό χθονίοι Βασιλέι,

και δε τοι δότοισι πιέν τας Μναμοσύνας από λίμνας. και δε και συχνόν hoδόv έρχεαι, αν τε και άλλοι μύσται και βάχχοι hιεράν στείχοσι κλεινοί.

Πες: -είμαι παιδί της Γης και του έναστρου Ουρανού. στέγνωσα απ' τη δίψα και πεθαίνω' γι' αυτό δώστε μου γρήγορα κρύο νερό, απ' αυτό που ρέει από τη λίμνη της Μνημοσύνης’’.

Και οι Βασιλιάδες του Κάτω Κόσμου θα σε σπλαχνιστούν, και θα σου δώσουν να πιεις απ' της Μνημοσύνης τη λίμνη. Και τότε σύντονο δρόμο παίρνεις ιερό, που και άλλοι μύστες και βακχευτές ξακουστοί πορεύονται.

(Ορφική ραψωδία σε χρυσό έλασμα του 400 π.Χ. από το Ιππώνιo).

Είμαστε παιδιά της Γης και του έναστρου ουρανού. Στα στήθια μας, μια σπίθα παρμένη από την ουσία των άστρων. Βρισκόμαστε σε τούτο τον πλανήτη εδώ και τόσο καιρό, που ξεχάσαμε τον λόγο και την αποστολή μας. Μαζί χάσαμε και την ικανότητα να θέτουμε ερωτήσεις: ‘’Ποιος είμαι;’’ ‘’Γιατί ήρθα εδώ;’’ ‘’Πού πηγαίνω μετά το θάνατο;’’ Αν και η ικανότητά μας να θέτουμε ερωτήσεις ήταν πάντοτε μεγαλύτερη από την ικανότητα να τις απαντούμε, όταν παύουμε

να αναρωτιόμαστε, βυθιζόμαστε στο λήθαργο. Έτσι, αποκοβόμαστε από τον πυρήνα της ύπαρξης μας και δεν μπορούμε να αναθυμηθούμε. Δίχως τη μνήμη της καταγωγής μας, δίχως όραμα για το που πρέπει να πορευτούμε, περιπλανιόμαστε στα τυφλά σ' έναν δρόμο που δεν έχει τέλος.

Όμως κάπου, έστω και σκουριασμένο, βρίσκεται το κλειδί που ανοίγει τις σφιχτές κλειδωνιές της μνήμης. Το κλειδί αυτό, αν και προσφέρεται δίχως αντάλλαγμα, με τον καιρό έγινε αζήτητο δώρο. Σαν ήρωες προμηθεϊκοί, προτιμάμε τα πάθη που συνοδεύουν την σταύρωση στον βράχο-μηχανισμό της ύλης, παρά την ελευθερία. Όπως ο δολοφόνος επιστρέφει πάντοτε στον τόπο του εγκλήματος, έτσι κι εμείς προτιμάμε την περιπλάνηση από ενσάρκωση σε ενσάρκωση. Τι φταίει; Μήπως το γεγονός ότι όλα όσα ζούμε εξουσιάζονται από την ακατάλυτη δύναμη των Μοιρών; Μήπως ότι αναπτύσσουμε ελάχιστα τον κριτικό νου, αναβάλλοντας για αύριο αυτό που έπρεπε να είχαμε πραγματώσει χθες; Ή μήπως ο αγώνας της προσαρμογής μας σε αυτόν τον κόσμο και η επιθυμία να απολαύσουμε τα δώρα που μας προσφέρονται, δημιουργούν τα κοινωνικά δεσμά με τα οποία φυλακίζουμε ισόβια την ύπαρξή μας; Ό,τι κι αν φταίει, βυθισμένοι καθώς είμαστε στη δίνη που δημιουργούν όνειρα, σκέψεις και φιλοδοξίες, ποτέ δεν αναρωτιόμαστε αν η εξέλιξη συνεχίζεται και πέραν του ανθρώπου. Έτσι, από γιοι και κόρες του έναστρου ουρανού γινόμαστε βασανισμένα παιδιά της γης και ύστερα παιδιά που μόνη τους έγνοια και ύστατο καταφύγιο είναι μια θέση στις ανήλιαγες πτυχές της. Και όταν αυτή μας δέχεται στην κρύα αγκαλιά της, μπορεί να θυμόμαστε τον απόηχο του τελευταίου χειροκροτήματος που μας έρανε από χέρια ψιλικά, αλλά σίγουρα δεν θυμόμαστε το βροντερό γέλιο που ξεσπάει ολόγυρα από τον σαρκασμό ότι αφήσαμε ανεκμετάλλευτο το πιο πολύτιμο δώρο - το κλειδί που ανοίγει διάπλατα την πύλη για την ελευθερία- θύματα του θύτη εαυτού μας.


Μεθυσμένοι από χαρά και ζωή, μεθυσμένοι από χρόνο


Τα πάντα ρει. Στην περίφημη αυτή φράση βρίσκεται αποτυπωμένη όλη η ροή, όλη η φευγαλέα κίνηση των πραγμάτων. Αυτή η οργιαστική ροή μας καθιστά παιδιά της γης. Η σπίθα που έχουμε μέσα μας από την ουσία των άστρων, μας καθιστά παιδιά του ουρανού. Ταξιδευτές του σύμπαντος, είδαμε αυτόν τον κόσμο και τον ερωτευτήκαμε. Ίσως γιατί προσφέρει καταφύγιο στους κοσμικούς οδοιπόρους, τους κουρασμένους από την αστρική περιπλάνηση. Ίσως να μας τράβηξε η σοφία του και να εμπιστευθήκαμε τις εξελικτικές του δυνάμεις. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, ριζώσαμε εδώ και φτιάξαμε τον κόσμο μας. Και από τότε ερχόμαστε και ξαναερχόμαστε. Αλλά ο κόσμος αυτός που τόσο αγαπάμε και τόσο χαιρόμαστε, που μας γεμίζει άφατη χαρά κι άλλοτε πόνο και θλίψη, είναι ο κόσμος του Άδη. Μόνο που το έχουμε ξεχάσει και τον ταυτίζουμε με την πραγματική ζωή. Όπως οι καταδικασμένοι να πιούν κώνειο ένιωθαν τα μέλη του σώματος τους να παγώνουν, έτσι κι εμείς πριν έρθουμε εδώ έχουμε πιει το νερό της Λήθης. Και η ύπαρξή μας, μια σύγχυση, μια συνεχής ροή από στιγμές τρικυμισμένες.

Υπήρχε παλιά ένα σπίτι στον Ακράγαντα που ονομάστηκε "τριήρης" για τον εξής λόγο. Μερικοί νέοι μεθοκοπώντας μερόνυχτα μέσα σ' αυτό ήρθαν σε τέτοιο σημείο έξαψης και παραλογισμού, ώστε να νομίζουν από τη μια μεριά ότι ταξιδεύουν πάνω σε πλοίο και απ' την άλλη ότι είχε πιάσει φοβερή τρικυμία. Τόσο πολύ σάλεψε τα λογικά τους από το πολύ πιοτό, ώστε άρχισαν να ρίχνουν από τα παράθυρα του σπιτιού όλα τα σκεύη και τα στρώματα, πιστεύοντας ότι εκτελούσαν διαταγή του κυβερνήτη. Έπρεπε να ελαφρώσουν το πλοίο που κινδύνευε να βουλιάξει Όπως ήταν επόμενο, μαζεύτηκε πολύς κόσμος που άρπαζε ό,τι πετούσαν. Αλλά αυτοί πού να πάρουν χαμπάρι! Την επόμενη, όταν έφτασαν στο σπίτι οι αρχές της πόλης και κλήθηκαν οι νεαροί σε απολογία, ζαλισμένοι ακόμη, αποκρίθηκαν ότι εξαιτίας της σφοδρής θαλασσοταραχής αναγκάστηκαν να ελαφρώσουν το πλοίο, ρίχνοντας τα περιττά φορτία στη θάλασσα. Και ενώ οι άρχοντες έστεκαν αποσβολωμένοι, μη μπορώντας να καταλάβουν πώς έγινε τόσο νέοι άνθρωποι να χάσουν τόσο πολύ τα λογικά τους, ένας από αυτούς, αν και φαινόταν κάπως μεγαλύτερος στην ηλικία από τους άλλους, είπε: ‘’Εγώ, κύριοι Τρίτωνες (μεθυσμένος ακόμη, νόμιζε ότι αι άρχοντες ήταν συνοδοί του Ποσειδώνα), δεν έκανα τίποτε. Μόλις έπιασε θαλασσοταραχή, επειδή φοβήθηκα, ρίχτηκα γρήγορα στο αμπάρι κι έμεινα εκεί ξαπλωμένος’’. Οι άρχοντες τους συγχώρησαν για την τρέλα τους κι αφού τους συνέστησαν να πίνουν στο μέλλον λιγότερο κρασί, τους άφησαν ελεύθερους. Κι εκείνοι, νιώθοντας απέραντη ευγνωμοσύνη, είπαν: ‘’Αφού επιζήσαμε από τέτοια κακοκαιρία, μόλις πιάσουμε λιμάνι θα σας ανακηρύξουμε σωτήρες μας, στήνοντας στην πατρίδα μας τα αγάλματα σας δίπλα στους θαλάσσιους δαίμονες. Γιατί χρωστάμε την σωτηρία μας στην έγκαιρη παρέμβαση σας’’. (Αθήναιου, Δειπνοσοφιστές Β' 37b).


Η συνείδησή μας αποτελείται

από στιγμές του παρελθόντος και εικόνες και σχέδια για το μέλλον.

Παγιδευμένοι στα δεσμά του χρόνου δεν ζούμε ποτέ στο παρόν.


ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ. Όχι μόνο πίνουμε αχόρταγα από το νερό της Λήθης, αλλά στα εκατομμύρια χρόνια που μεσολάβησαν από τον ερχομό μας εδώ, πλάσαμε έναν χρονικό ιστό στα δίχτυα του οποίου είμαστε παγιδευμένοι. Κάθε φορά που φεύγουμε, σβήνεται από τη μνήμη μας καθετί που με κόπο συλλέξαμε στην επίγεια ύπαρξη μας. Θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διαγραφή όλων των αρχείων που περιέχουν βιώματα, πληροφορίες, ονόματα και περιστατικά. Και κάθε φορά που πρόκειται να κάνουμε μια νέα εμφάνιση, σβήνεται πάλι από το νου κάθε πράγμα που διδαχτήκαμε ή αντικρίσαμε στο υπερκόσμιο (ή μήπως υποχθόνιο;) πεδίο. Διασχίζουμε δυο φορές τον ποταμό της πεδιάδας της Λήθης - μια από εδώ προς τα εκεί, και μια από τα εκεί προς τα εδώ. ‘’Αθάνατοι θνητοί, θνητοί αθάνατοι, ζώντες τον εκείνων θάνατον τον δε εκείνων βίον τεθνεώτες’’, υπενθυμίζει ο σοφός της Eφέσoυ. Αυτός ο δεύτερος θάνατος -το νερό της Λήθης- ισοδυναμεί σε κοσμικό επίπεδο με ιούς που χτυπάνε τη μνήμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Το μυαλό μας γίνεται tabula rasa, ‘’χάρτης ευεργός εις απογραφήν’’, ένα λευκό χαρτί όπου πρέπει να τυπωθούν ξανά ονόματα, περιστατικά και πληροφορίες.

Κάθε φορά που γεννιόμαστε, πλάθουμε έναν νέο εαυτό από γνώσεις, βιώματα και πληροφορίες. Αυτός ο νέος εαυτός επικάθεται πάνω στον αρχαίο εαυτό μας, όπως ο πηλός σκεπάζει την αρματούρα - τον σκελετό από σύρμα στα προπλάσματα των γλυπτών. Έτσι, ο αρχαίος εαυτός δεν εμφανίζεται σχεδόν ποτέ. Παραμένει πάντοτε θύραθεν, αχρονικός και αγέννητος. Αυτή η απώλεια γίνεται αισθητή ως "χάσιμο της παιδικής αθωότητας". Σε κάποια ηλικία νιώθουμε ότι χάσαμε κάτι πολύτιμο και οικείο. Και αυτό που αντιλαμβανόμαστε πλέον ως "εαυτό", δεν είναι παρά το έγχρονο οικοδόμημα που συναρμολογούμε από περιστατικά, βιώματα και εμπειρίες. Σχηματίζουμε μια χρονική αλυσίδα, με την οποία σφιχτοδένουμε τη ζωή μας. Πιστεύουμε ότι ζούμε στο παρόν. Όμως, αν το καλοσκεφτούμε, το παρόν μας δεν είναι τίποτε άλλο από κλεμμένες στιγμές από το παρελθόν, όνειρα και εικόνες για το μέλλον. Η συνείδησή μας είναι συνεχώς κατειλημμένη από βιώματα και μνήμες, σχέδια και προσμονές. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ζούμε στο παρόν. Ολόκληρη η ύπαρξή μας αποτελείται από στιγμές του παρελθόντος και προσδοκίες του μέλλοντος. Αυτές καθορίζουν τη συμπεριφορά μας και συνεργούν στις αποφάσεις μας.

Από τη στιγμή που θα γεννηθούμε, η συνείδησή μας ασχολείται με την καταγραφή. Τις καταχωρήσεις αυτές τις ανακαλούμε, όποτε θέλουμε να θυμηθούμε γεγονότα, πρόσωπα και περιστατικά. Στα πρώτα χρόνια της ζωής μας περισσεύουν οι ελπίδες. Μεγαλώνοντας, η ζωή μας γίνεται όλο και περισσότερο παρελθόν. Το μέλλον, το κομμάτι εκείνο που το κρατάμε πάντοτε άγραφο, ελπίζοντας να γράψουμε σε αυτό καλύτερα και πιο θαυμαστά συμβάντα, ολοένα και λιγοστεύει. Και κάποια στιγμή δεν υπάρχει άλλος χρόνος. Στις λίγες σελίδες που απομένουν, στριμώχνονται οι θολές ελπίδες μας για μια άλλη ζωή μετά θάνατο, είτε αυτή συμβεί εδώ στη γη στο μακρινό μέλλον είτε στο υπερπέραν. Γιατί όπως λέει ο Σοφοκλής:

Μόνο οι θεοί δεν γερνούν και δεν πεθαίνουν ποτέ.

Όλα τα άλλα εξουσιάζονται από τον χρόνο που δαμάζει τα πάντα.

Ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος, που ήταν σύγχρονος του Σωκράτη, έλεγε πως ‘’μόνον ημέτερον είναι το παρόν, μήτε δε το φθάνον μήτε το πρoσδoκώμενον. Το μεν γαρ απολωλέναι, το δε άδηλον είναι ει πάρεσται’’. Παρ' όλα αυτά, δεν ζούμε στο παρόν. Έτσι, ποτέ δεν δρασκελίζουμε το κατώφλι του χρόνου για να συναντήσουμε τον αγέννητο ή αχρονικό εαυτό μας. Παγιδευμένοι αιώνια στα δεσμά του χρόνου, βυθισμένοι στην ληθαργική κατάσταση που αποκαλούμε "ζωή", πλανιόμαστε σαν τις σκιές στον Άδη, αθάνατοι νεκροί. Για να το θέσουμε διαφορετικά, εάν το παρόν μας αποτελείται από παρελθόν και μέλλον, τότε πρέπει να το μηδενίσουμε. Μόνο έτσι μπορούμε να αρχίσουμε τον Μέγα Διάκοσμο .

Ο Ύπνος και ο Θάνατος

.

Στην Ιλιάδα διαβάζουμε ότι ‘’ο Θάνατος είναι αδελφός του Ύπνου’’ (Β 671). Για τον Ησίοδο, o Ύπνος και ο Θάνατος είναι δίδυμα αδέλφια, τέκνα της μαύρης Νύχτας (Θεογονία 759). Οι καλλιτέχνες της αρχαιότητας εικόνιζαν τη Νύχτα με τα χαρακτηριστικά γυναίκας, η οποία είχε στο δεξί της χέρι καθισμένο ένα λευκό παιδί και στο αριστερό ένα μαύρο και τα θήλαζε (Παυσανίας, Ε 18, 1). Με την πάροδο του χρόνου, η αντίθεση του Ύπνου και του θανάτου ελαττώθηκε και τελικά τα δυο αδέλφια ταυτίστηκαν σε ένα. Στις σαρκοφάγους της ελληνιστικής περιόδου βλέπουμε ένα νεκρό φτερωτό παιδί να κοιμάται ήσυχα' ή να είναι όρθιο, κρατώντας τη δάδα της ζωής σβηστή και ανεστραμμένη.

Για τον Ηράκλειτο, ‘’θάνατος εστι οκόσα εγερθέντες ορέομεν, οκόσα δε εύδοντες ύπνος’’. Θάνατος είναι όσα βλέπουμε ξύπνιοι, και ύπνος όσα κοιμισμένοι. Σύμφωνα με τη γνώμη των αρχαίων στοχαστών, ο άνθρωπος είναι ένας ήδη νεκρός που κατατρέχεται από φοβίες και ανασφάλειες, επειδή πιστεύει ότι ζει. Χαίρεται τη ζωή και την απολαμβάνει, επειδή αγνοεί ότι είναι νεκρός. Φροντίζει για τις δουλειές, την περιουσία, την οικογένεια του. Μεριμνά για το μέλλον του. Και ο χρόνος, σαν τους κόκκους της άμμου, γλιστράει μέσα απ' τα δάχτυλα του.


Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. Σπάνια αναρωτιόμαστε ποια είναι η μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης, αυτής της γέφυρας που οδηγεί από τη γέννηση στο θάνατο, μέσω της αναπαραγωγής. Όταν είμαστε νέοι είναι νωρίς για να σκεφτούμε, όταν γεράσουμε είναι αργά. Η προσοχή μας εγκλωβίζεται στις εγκόσμιες υποθέσεις. Αλλά ακόμη κι αν κάποιος μείωνε στο ελάχιστο τα εγκόσμια ενδιαφέροντα του και στρεφόταν στον εαυτό του, τι θα συναντούσε; Ένα κουβάρι από απωθημένες επιθυμίες, όνειρα και φιλοδοξίες που δουλεύουν υπόγεια και τον κατευθύνουν. Είναι δύσκολο να πολεμάς την καρδιά σου, λέει ο Ηράκλειτος. Γιατί αυτή, ότι θέλει, το αγοράζει με ζωή.

Για τον σοφό της Εφέσου οι άνθρωποι ‘’γενόμενοι ζ’βειν εθέλουσι μόρους τα΄έχειν, μάλλον δε αναπαύεσθαι και παίδας καταλείπουσι μόρους γενέσθαι’’. Οι άνθρωποι έρχονται στη ζωή για να βρουν το θάνατό τους ή μάλλον να αναπαυθούν. Κι αφήνουν πίσω τους παιδιά που κι αυτά πρόκειται να πεθάνουν.

Στον παράδοξο αυτόν ορισμό παρατηρούμε ότι η ανθρώπινη μοίρα (μερίδιο ζωής) εξισώνεται με τον μόρο (μερίδιο θανάτου). Ο Ηράκλειτος δεν μας λέει κάτι που είναι αυτονόητο, ότι δηλαδή οι άνθρωποι γεννιούνται και πεθαίνουν, αλλά ότι έρχονται στη ζωή για να συναντήσουν τον θάνατο, επειδή δεν μπορούν να αντέξουν την κοσμική ένταση. Έρχονται για να αναπαυθούν. Και τους θεωρεί ανόητους, γιατί. αν και βρίσκονται στον Άδη. πιστεύουν ότι ζουν και θέλουν να διαιωνίσουν το είδος τους, αφήνοντας πίσω τους παιδιά που κι αυτά έχουν μέσα τους τον σπόρο του θανάτου: μαζί με αυτό που τους δίνει ζωή, σέρνουν κι εκείνο που τα καταστρέφει.

Το΄ χει το κρίμα το παλιό

καινούριο να γεννοβοάει κρίμα

υποστηρίζει ο Αισχύλος στην Ορέστεια. Ωστόσο, τίποτε δεν είναι ικανό να μας ξεκουνήσει από τη μακαριότητά μας. Ένας πόλεμος, μια ασθένεια ή ένας σεισμός κάπως μας ταρακουνούν. Αλλά για λίγο. Οι δονήσεις του σοκ καταλαγιάζουν και όλα γίνονται όπως και πριν. Αν και το μαγικό κλειδί βρίσκεται συνεχώς δίπλα μας, σαν "νοήμονα" όντα έχουμε βρει μύριους τρόπους να καθησυχάζουμε τη συνείδησή μας: ‘’Του δε λόγου τούδ' εόντας αιεί αξύνετοι γίνονται άνθρωποι και πρόσθεν ή ακούσαι και ακούσαντες το πρώτον’’. Αν και ο λόγος αυτός είναι αιώνια παρών, λέει ο Ηράκλειτος, οι άνθρωποι φέρονται ανόητα και πριν τον ακούσουν και αφού τον ακούσουν για πρώτη φορά. Και συνεχίζει: ‘’Αξύνετοι ακούσαντες κωφοίσι εοίκασι' φάτις αυτοίσι μαρτυρέει, παρεόντας απείναι’’. Ασύνετοι όπως είναι, αν και ακούν. μοιάζουν με κουφούς. Μαρτυρεί γι' αυτούς η παροιμία: παρόντες απουσιάζουν.


Περί της ηρακλειτικής σημειολογίας


Όμως γιατί το σύνολο των κορυφαίων στοχαστών της αρχαιότητας τοποθετούσε στον ίδιο παρονομαστή την ανθρώπινη ζωή και το θάνατο: Είχαν δίκιο να πιστεύουν ότι ο Άδης και ο ένυλος κόσμος μας είναι ένας και ο αυτός; Και εάν έτσι έχουν τα πράγματα, πώς μπορεί κανείς να αποδράσει από αυτόν τον κόσμο του θανάτου; Υπάρχει κάποια πρακτική μέθοδος, κάποια οδός διαφυγής, ή πρόκειται μόνο για θρύλους και παραμύθια όταν ακούμε ότι πολλοί σοφοί κατέκτησαν την αθανασία; Αν και τα ερωτήματα αυτά δεν απασχολούν σήμερα κανέναν. δεν παύουν να αποτελούν πρόκληση Υια τη λογική. και τη φαντασία μας.

Είναι γνωστό πως από το μηδέν γεννιέται μηδέν. Είναι επίσης προφανές πως έναν νέο άνθρωπο δεν τον κατασκευάζουν οι γονείς του: αλλά ότι έρχεται στη ζωή μέσω αυτών, για να εκδηλώσει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Επομένως, καθετί που έρχεται στον κόσμο προϋπάρχει και τίποτε δεν καταστρέφεται με το θάνατο. Πρόκειται για κοσμικό νόμο: ‘’Κόσμον τόνδε τον αυτόν απάντων ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησε, αλλ' ην αιεί και έστι και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα’’, διατρανώνει ο Ηράκλειτος. Τον κόσμο αυτόν με όλα όσα περιέχει, δεν τον έφτιαξε κανείς θεός ή άνθρωπος, αλλά ήταν από πάντα και είναι και θα είναι αιώνια ζωντανή φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο.

ΔΥΟ ΕΙΔΗ ΨΥΧΗΣ. Την κατάσταση αυτή της αιώνιας ανακύκλωσης των πραγμάτων, οι Έλληνες δάσκαλοι την αποκαλούσαν "ψυχή" και ορθά υποστήριζαν πως είναι αθάνατη. (Βέβαια, όπως θα δείξουμε πιο κάτω, στην ελληνική διδασκαλία η ιδέα της αθανασίας της ψυχής έχει κοσμολογική καταγωγή, πράγμα που τη διαφοροποιεί από κάθε προγενέστερη ή μεταγενέστερη θρησκευτική παράδοση). Η ψυχή έχει το χάρισμα να εμψυχώνει τα πάντα και να ξεπερνάει τα πάντα. Υπάρχουν δυο είδη ψυχής: η συμπαντική ψυχή -η anima mundi- και η ατομική ψυχή του ανθρώπου. Αλλά εδώ χρειάζεται το μέγιστο της προσοχής μας, γιατί η διάκριση αυτή είναι πραγματική μαζί και πλασματική. Είναι πραγματική στο βαθμό ότι η ανθρώπινη ψυχή προέρχεται ‘’από τη συμπαντική’’. Οδηγούμαστε όμως σε πλάνη αν δεχτούμε ως βάση των συλλογισμών μας ότι κατά την επίγεια εμφάνισή της, καθώς δηλαδή εξατομικεύεται, η ανθρώπινη ψυχή διαφοροποιείται από την παγκόσμια.

Ένα άλλο σημείο που πρέπει να προσέξουμε αφορά τη χρήση του όρου ‘’ψυχή’’, τον οποίο δεν μπορούμε να παρακάμψουμε εφόσον είναι ένας από τους σημαντικότερους στην αρχαιοελληνική γραμματεία. Πρέπει όμως να τον αποσαφηνίσουμε, διότι σήμερα εκφέρεται διαφορετικά απ' ό,τι στο παρελθόν. Για παράδειγμα, όταν οι αρχαίοι Έλληνες στοχαστές μιλούσαν για την ψυχή, δεν εννοούσαν κάτι αντίθετο της ύλης, αλλά κάτι που περιλάμβανε και την ύλη. Σε αντίθεση με τη δική μας καρτεσιανή λογική, που διαχωρίζει το πνεύμα ή την ψυχή από την ύλη, οι αρχαίοι φιλόσοφοι δεν ήταν δυαρχικοί. Εμείς τους ερμηνεύουμε έτσι. Με την ευκαιρία, να πούμε ότι και το νόημα του όρου "ύλη" ήταν διαφορετικό απ' ό,τι σήμερα. Εμείς έχουμε αναιρέσει από την ύλη κάθε μορφοποιητική και κάθε αισθητή ιδιότητα. Αντίθετα οι αρχαίοι μιλούσαν για ύλη με την ενύπαρξη του νοείν. Γι' αυτούς η ύλη δεν ήταν νεκρή - ιδιαίτερα η αρχέγονη ύλη της κοσμολογίας. Με τον όρο αυτόν δεν εννοούσαν μια χαώδη κατάσταση, αλλά μια ενσυνείδητη. στην οποία υπήρχαν ενσωματωμένοι ρυθμοί και αρμονίες. Όχι όμως σε πλήρη ανάπτυξη. Η εμφάνιση του Λόγου -ή του Ενός- απεικονίζει ακριβώς την προσπάθεια που αναλαμβάνεται να αποκτήσουν αυτοί οι πρωταρχικοί ρυθμοί και οι αρμονίες εσωτερική και εξωτερική πληρότητα.

Ας επανέρθουμε όμως στο θέμα της παγκόσμιας και της ατομικής ψυχής. Σήμερα πιστεύουμε στη "μοίρα της ατομικής ψυχής", ότι δηλαδή κάθε ανθρώπινο ον έχει το δικό του προδιαγεγραμμένο μερίδιο στην ευτυχία ή στη δυστυχία, στον πλούτο ή στη φτώχεια, στις ευκαιρίες ή στις δυσκολίες. Γι' αυτό έχουμε διαιρέσει τη ζωή σε Κόλαση και σε Παράδεισο, τόσο στη φυσική όσο και στη μεταφυσική της διάσταση, Αλλά από τη σκοπιά του νου τα πράγματα αυτά φαίνονται ανόητα και απατηλά. Ο κλήρος κάθε ψυχής δεν μπορεί να είναι άλλος από αυτόν της παγκόσμιας ψυχής. Κληρονομιά της ατομικής ψυχής δεν είναι τα βάσανα και οι αμαρτίες -και φυσικά ούτε η εξιλέωση- αλλά η παγκόσμια ψυχή. Είναι εκπληκτικό το ότι έχουμε ξεχάσει πως η ψυχή είναι μέρος και όλο μαζί, και ότι αυτό αποτελεί την κύρια ιδιότητά της.

Ας δούμε τώρα τι συμβαίνει όταν η ατομική ψυχή συνηχεί με την παγκόσμια ή όταν το μέρος αποκαθίσταται στο φυσικό περιβάλλον του, που είναι το όλο.

Ο Ρωμαίος γραμματικός Μακρόβιος, στο έργο του Commentarium Scipionis, λέει τα εξής: ‘’0 Ηράκλειτος ο φυσικός βεβαιώνει πως η ψυχή είναι μια σπίθα από αστρική ουσία’’. Εδώ έχουμε τη γνωστή ηρακλειτική θέση, την οποία αναφέρει στα γραπτά του και ο Αέτιος, ότι ‘’η ψυχή είναι πύρινη’’ (ιν 3,4). Είναι προφανές πως στο απόσπασμα που διασώζει ο Μακρόβιος γίνεται λόγος για την ατομική ψυχή, ενώ στο δεύτερο, του Αέτιου, για την παγκόσμια. Η συμπαντική ψυχή, που ουσία της είναι ο Λόγος, είναι πύρινη. Σαν ατομική όμως τέρπεται όταν βυθίζει τα πόδια της στην υγρασία: ‘’Ψυχήσι τέρψις υγρήσι γενέσθαι’’. Στις ψυχές αρέσει να γίνονται υγρές . ‘’Βορβόρω χαίρειν’’, λέει ένα άλλο απόσπασμα του Ηράκλειτου. Σαν τα γουρούνια, οι άνθρωποι χαίρονται όταν κυλιούνται στη λάσπη.

Στην ηρακλειτική σημειολογία, το πυρ (η σοφία) αντιδιαστέλλεται με το ύδωρ (θυμικό). Γενικά, στην κωδικοποιημένη γλώσσα των φιλοσόφων, οι όροι "ωκεανός", "θάλασσα" και "νερό" συμβολίζουν τον υγρό κόσμο της γέννησης, την απόλαυση των επιθυμιών και κατ' επέκταση τη συσκότιση και τον πνευματικό λήθαργο. Όσο επιδέξιος κολυμβητής κι αν είναι κάποιος, είναι διαφορετικό να ζει μόνιμα στο νερό και διαφορετικό να μπορεί να περπατά επάνω σε αυτό. Με άλλα λόγια, όταν τα ύδατα του θυμικού ανέρχονται σε επικίνδυνο βαθμό, απειλούν να πνίξουν τον καθαρό νου και τον λογισμό της ψυχής. Δίχως καθαρό νου, διευθυνόμενος από πάθη και μισαλλοδοξίες, ο άνθρωπος δεν μπορεί να αναζητήσει τη σοφία. ‘’Ανήρ οκότ' αν μεθυσθή, άγεται υπό παιδός ανήβου σφαλλόμενος, ουκ επαϊων όκη βαίνει, υγρήν την ψυχήν έχων’’. Όπως ένας μεθυσμένος παραπατά, έτσι κι αυτός που πίνει αχόρταγα ότι του προσφέρεται, μοιάζει να οδηγείται από μωρό παιδί, κάνοντας λάθη και μη γνωρίζοντας που πηγαίνει. Η ψυχή του έχει κατακλυσθεί από τα ύδατα.

Ακούραστος ο Ηράκλειτος δεν σταματά να επαναλαμβάνει πως για τις ψυχές είναι θάνατος να είναι υγρές: ‘’Ψυχήσι γαρ θάνατος ύδωρ γενέσθαι’’. Και αλλού σημειώνει: ‘’Θάλασσα ύδωρ καθαρώτατον και μιαρώτατον, ιχθύσι μεν πότιμον και σωτήριον, ανθρώποις δε άποτον και ολέθριον’’. Όπως το θαλασσινό νερό ωφελεί μόνο τα ψάρια και δεν είναι πόσιμο από τους ανθρώπους, έτσι και ο υγρός κόσμος μας είναι ακατάλληλος για την ψυχή, γιατί την οδηγεί σε κατάσταση μέθης. ‘’Αύη ψυχή σοφωτάτη και αρίστη’’. 'Αριστη είναι η ξηρή ψυχή, η στεγνή από επιθυμίες. Αυτή βρίσκεται πιο κοντά στη σοφία.

Βλέπουμε λοιπόν πόσο θαυμάσια φωτίζεται το ''σκοτεινό" νόημα του ηρακλειτικού λογισμού. Όσο πιο αποκομμένη είναι η ψυχή από το πυρ, τόσο πιο υγρή γίνεται. Αντίθετα, όσο πιο πολύ θυμάται την προέλευση και την καταγωγή της, τόσο πιο πύρινη γίνεται. Αυτή η μετακίνηση προς τα πάνω γίνεται με τον ίδιο τρόπο με αυτήν προς τα κάτω: είναι απλά θέμα επικέντρωσης και εστιασμού. ‘’Οδός άνω κάτω μία και αυτή’’, μας υπενθυμίζει ο Ηράκλειτος. Ο δρόμος που ανεβαίνει και ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ο ίδιος.

Δεν τίθεται επομένως θέμα ηθικής συμπεριφοράς, αλλά εξομοίωσης με το θείο. Η εξομοίωση αυτή πετυχαίνεται όταν ο νους -νοούμενος εδώ ως ανώτερο τμήμα της ψυχής καθαρίζεται και εστιάζεται στο όλο. Αλλά επειδή όπως είπαμε η ατομική ψυχή είναι ταυτόχρονα και μέρος της παγκόσμιας, χρειάζεται την προσεκτική παρέμβασή μας στην ολοκλήρωση του προσωπικού διάκοσμου, για τον οποίο μιλήσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Αυτός γίνεται όχι τυχαία και συμπτωματικά, αλλά με κάποιους νόμους και με κάποιες αρχές, που αν και είναι πολύ δύσκολο να περιγραφούν έτσι πρόχειρα, οπωσδήποτε δεν σχετίζονται με κάποια ηθική συμπεριφορά, ούτε με τον αμοραλισμό. Αυτός ήταν ο λόγος που το σύνολο των φιλοσόφων είχε στάση περιφρονητική αν όχι εχθρική απέναντι στις θρησκευτικές δοξασίες του λαού. Δεν υπάρχει χειρότερο εμπόριο, μας λέει ο Πλάτωνας, από το παζάρι που γίνεται ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θεό: το να κάνει κάποιος τον καλό ή να αποστρέφεται τις χαρές της ζωής για να κερδίσει την ουράνια ευδαιμονία. ‘’Αγαθόν και κακόν ταυτόν’’, ο λέει ο Ηράκλειτος. Ο δρόμος της σοφίας κινείται πέραν του καλού και του κακού, του χρέους και της απιστίας, της ηθικότητας και της ασυδοσίας. Αυτά είναι ανθρώπινες καταστάσεις και απορρέουν από τη σύγχυση και την τυφλότητα του νου. Τέτοιου είδους διλήμματα αξίζουν όσο μια συζήτηση σχετικά με τη διαγωγή ενός νεκρού.