θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Thursday, January 15, 2009

Το μονοπατι των φιλοσοφων - 1ο μέρος


Το μονοπάτι των φιλοσόφων 1ο μέρος

Το μονοπατι των φιλοσοφων - 2ο μέρος


Το μονοπατι των φιλοσοφων - 3ο μέρος

ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΠΑΝΑ

ΕΙΜΑΣΤΕ ΘΝΗΤΑ ΟΝΤΑ. Το γένος των βροτών ανθρώπων. Πλάσματα με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης. Αφού λοιπόν είναι έτσι τα πράγματα, θα έπρεπε κανονικά να εκμεταλλευτούμε το δώρο της ζωής και να ασχοληθούμε με τα κύρια και τα ουσιώδη. Ποια είναι αυτά; Σίγουρα ο κάθε άνθρωπος έχει να προτείνει και κάτι διαφορετικό. Ίσως για έναν πρωταρχική αξία να έχουν τα χρήματα, για έναν άλλον η υγεία και οι καλές συνθήκες της ζωής, για έναν τρίτο το ουσιώδες μπορεί να βρίσκεται στην οικογένεια ή στο πολιτικό του κόμμα. Άλλοι θα προτείνουν άλλα πράγματα. Όμως υπερβαίνοντας το ατομικό και το περιορισμένο και αναζητώντας έναν κοινό για όλους παρονομαστή, πιστεύω ότι κανείς δεν θα διαφωνήσει πως "το υπέρτατο αγαθό είναι η επιδίωξη της σοφίας.

Ουσιώδης λοιπόν επιδίωξη του ανθρώπου πρέπει να είναι η κατάκτηση της σοφίας. Όπως το θέτει ο Αναξαγόρας, -σκοπός της ζωής είναι η θεώρηση (της σοφίας) και η ελευθερία που απορρέει από αυτήν-. Αυτός τουλάχιστον ήταν ο κοινός τόπος όλων των μεγάλων στοχαστών της ανθρωπότητας. Ιδίως εκείνων που άκμασαν στον ελλαδικό χώρο πριν από την εποχή του Σωκράτη. Οι στοχαστές αυτοί, έχοντας αναζητήσει και κατακτήσει την ύψιστη εκείνη γνώση με την οποία εκβαθύνει κανείς στα μυστήρια του σύμπαντος, μας προσέφεραν ένα δώρο. Κάθισαν και την κατέγραψαν, με τη μορφή λογικού συστήματος, ώστε να μπορέσουν να ωφεληθούν τόσο οι συγκαιρινοί τους όσο και οι μεταγενέστεροι. Αφαιρώντας καθετί σκοτεινό και γριφώδες, μας έδωσαν τον διαυγή και απαστράπτοντα εκείνο θησαυρό που αποκλήθηκε αργότερα "μονοπάτι του Φιλοσόφου".

Όμως, στο διάβα των αιώνων, πολλά τμήματα αυτού του δρόμου σκεπάστηκαν από βρύα και μούσκλα, ενώ άλλα μετατράπηκαν σε βαλτοτόπια, απωθώντας ή παγιδεύοντας τους κατοπινούς στοχαστές. Άλλοι πάλι πίστεψαν ότι ο δρόμος δεν υπήρχε καθόλου κι ότι κάθε αναφορά σ' αυτόν, ήταν αποκύημα φαντασίας. Παρόλα αυτά, ο δρόμος υπάρχει και μεταμορφώνει όποιον τον ακολουθεί από αδαή σε σοφό. Καταλήγει δε στην Πύλη της Ελευθερίας που καταργεί τη νομοτέλεια αυτού του κόσμου και οδηγεί τον άνθρωπο κατευθείαν στον μαγικό κόσμο.


Η σοφία είναι ευδαιμονία


Αλλά τι ακριβώς κάνει η σοφία και για ποιο λόγο την επιδιώκει κανείς; Ο Δημόκριτος μας πληροφορεί ότι ‘’πληθαίνει τις πηγές της χαράς και κάνει την ηδονή πιο μεγάλη’’. Για τους Στωικούς ήταν η ύψιστη ευδαιμονία. Αλλά πώς γίνεται να συνδέεται η σοφία με τις απολαύσεις και τις ηδονές τη στιγμή που όλοι τις αναζητούμε στην ύλη; Την εξήγηση μας τη δίνει ο Ηράκλειτος: ‘’Αν η ευτυχία κρυβόταν στις σωματικές απολαύσεις, θα έπρεπε να λέμε ευτυχισμένα τα βόδια όταν βρίσκουν μπιζέλια για να φάνε’’. .

Πολλοί όταν αναφέρονται στη σοφία εννοούν την πείρα. Όμως η πείρα είναι αποτέλεσμα είτε της μαθητείας σε έναν ή περισσότερους τομείς της ζωής είτε η μυαλωσύνη που έρχεται από τα διάφορα παθήματα είτε το καταστάλαγμα μετά από έναν ταραχώδη βίο. Η σοφία είναι κάτι πλατύτερο. Είναι συνδεδεμένη με το συμπαντικό.

Η ΣΟΦΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΣΥΝΟΡΗ. Μήπως τότε είναι συγκέντρωση γνώσεων; Όμως όσες γνώσεις κι αν συλλέξει κανείς, πάντοτε θα υπάρχει κάτι που θα του διαφεύγει. Γι' αυτό άλλωστε και όταν αντιμετωπίζουμε κάποιο απρόοπτο τρέχουμε στους ειδικούς. Έτσι, αν και θέλει μελέτη, όπως η εκμάθηση μιας τέχνης, η σοφία δεν είναι κάτι ανάλογο με τις σπουδές. Ούτε πάλι ένα θεωρητικό ή επιστημονικό σύστημα. Αντίθετα, είναι άλλον απελευθέρωση από κάθε λογής ιδεολογικά ή γνωσιολογικά πλαίσια. Είχε δίκιο επομένως ο Δημόκριτος που τόνιζε ότι ‘’πρέπει να επιδιώκει κανείς όχι τις πολλές γνώσεις, αλλά την καλλιέργεια του νου’’. (Πολυνοίην, ου πολυμαθίην ασκέειν χρη).

Ας σταθούμε λίγο σε αυτό το σημείο. Σήμερα υπάρχουν διάφορα γνωσιολογικά ή πνευματικά συστήματα, αλλά δεν είναι η σοφία αυτοπροσώπως. Αυτό πολλοί το ξεχνούν. Η αδυναμία να κάνουμε αυτή την απλή διάκριση, οδηγεί σε πλήθος παρεξηγήσεων. Το ίδιο συνέβη και με τα μεγαλειώδη φιλοσοφικά συστήματα που έφτιαξαν οι στοχαστές του παρελθόντος. Επειδή είχαν δύναμη και ομορφιά, και περιέκλειαν μέσα τους τη μέθοδο (επιστήμη), τον ορθολογισμό και τη διαλεκτική, οι μεταγενέστεροι -κυρίως οι Δυτικοί- θαμπωμένοι από τους θησαυρούς της αρχαίας ελληνικής γνώσης, άρχισαν να οικειοποιούνται τα διάφορα τμήματά της, συλλέγοντας ο καθένας για τον εαυτό του εκείνο που του ταίριαζε καλύτερα. Κανένας όμως από αυτούς δεν περπάτησε το δρόμο μέχρι το τέλος. Εκείνο που τους ενδιέφερε ήταν να γυρίσουν πίσω και να αξιολογήσουν τα λάφυρά τους.

Αρχικά η σοφία ήταν σύνθεση ζωής, άτμητη, ενιαία και αδιαίρετη. Περιέκλειε μέσα της την κοσμολογία, τη μεταφυσική και την ηθική. Με τον όρο κοσμολογία εννοούμε τη γνώση του φυσικού κόσμου και του διαστήματος. Η μεταφυσική αφορούσε την έρευνα άλλων κόσμων. Τέλος, η ηθική ήταν απαραίτητη ως προπαρασκευή για την είσοδο στον κόσμο του πνεύματος. Στα κατοπινά χρόνια αυτά τα τρία διασπάστηκαν: από την κοσμολογία προέκυψαν οι φυσικές επιστήμες. Η μεταφυσική εκφυλίστηκε σε μαγεία, Και η ηθική ντύθηκε με τα άμφια της θρησκείας. Έτσι σήμερα έχουμε τις διάφορες επιστήμες, τα επιμέρους φιλοσοφικά συστήματα και τα παράγωγά τους, αλλά, έχοντας αποκόψει ο άνθρωπος τη σύνδεσή του με τη σοφία, οδηγήθηκε στην παρακμή.

Η πτώση αυτή δεν επήλθε με τον ευρωπαϊκό μεσαίωνα, την επικράτηση του χριστιανισμού, του σχολαστικισμού ή έστω αργότερα με τη Βιομηχανική Επανάσταση. Αυτά ήταν απλά επιφαινόμενα. Η απώλεια ήταν κάτι ήδη ορατό από τον πρώτο αιώνα μ.Χ. Όπως παρατηρεί με σπάνια διορατικότητα ο Ρωμαίος φιλόσοφος Σενέκας: quae philosophia fuit philologia facta est (ότι κάποτε ήταν φιλοσοφία τώρα έγινε Φιλολογία).

Έτσι, η φιλοσοφία από μέσο έγινε αυτοσκοπός.

Πρέπει επομένως όχι μόνο να ξεχορταριάσουμε το δρόμο, αλλά και να αποκαταστήσουμε τα πράγματα στην αληθινή διάστασή τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι φιλόσοφος είναι "αυτός που αγαπάει τη σοφία και επιδιώκει την κατάκτησή της". Αυτή η θέση δεν είναι μια στατική κατάσταση. Κρύβει μέσα της την ένταση και το πάθος ενός εραστή και την εκπαίδευση ενός αστροναύτη.


Το άδειασμα της κλεψύδρας


Η σοφία λοιπόν δεν είναι καταστάλαγμα ζωής, η πείρα που συσσωρεύεται στον άνθρωπο με τα χρόνια. Οι φίλοι της τρίτης ηλικίας είναι οι ασθένειες και η ανημπόρια, η γεροντική άνοια και ο μαρασμός. Η απόκτηση της σοφίας χρειάζεται στρατηγική και σχεδιασμό, αλλά και δυνάμεις ικανές να παραταχθούν απέναντι στον εχθρό. Κατά συνέπεια, ο άνθρωπος πρέπει να την αναζητήσει όσο είναι ακόμη στα σωστά του, όσο είναι ακμαίος και δεν έχει εξοντωθεί. Το γιατί θα αναπτυχθεί στα επόμενα άρθρα αυτής της σειράς. Το μόνο που θα πούμε εδώ είναι ότι ο άνθρωπος χρειάζεται όλες του τις δυνάμεις- αν θέλει να διαβεί επιτυχώς την Πύλη που οδηγεί στην ελευθερία.

Το πέρασμα της Πύλης είναι εφικτό κάτω από δυο προϋποθέσεις: να είμαστε ζωντανοί και με ακέραιες τις δυνάμεις μας. Κάποιοι έχουν παρεξηγήσει τα πράγματα και πιστεύουν πως τέτοιου είδους θέματα αφορούν το μεταθανάτιο στάδιο ύπαρξης. Στηριζόμενοι στις θεωρίες διάσημων στοχαστών του παρελθόντος, πιστεύουν πως η είσοδος σε έναν καλύτερο και ανώτερο κόσμο γίνεται με το πέρασμα μέσα από τον τάφο. Τώρα, τι σε περιμένει άμα μπεις στον τάφο, ας μην το κουβεντιάσουμε καλύτερα. Είναι αξιέπαινο να πιστεύει κανείς στην αθανασία της ψυχής, αλλά είναι γελοίο όταν την έχει κοντά του όσο ζει -την ψυχή δηλαδή- να μην της δίνει καμιά σημασία.

Μια τέτοια στάση δεν διαφέρει σε πολλά από εκείνη των υλιστών. Πόσοι και πόσοι, ύστερα από μια ζωή κραιπάλης, δεν μεταμελούνται στα υστερνά τους και το ρίχνουν στα θεία; Ο άνθρωπος είναι μάστορας στο να εξαπατά τον εαυτό του πιστεύοντας ότι υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα της μεταστροφής και της σωτηρίας. Όμως τι μπορεί να κάνει, όταν έχει πια φθαρεί;

Μερικοί μπερδεύονται και προβάλλουν ως δικαιολογία ότι πρέπει πρώτα να λύσουν το βιοποριστικό τους πρόβλημα και μετά να ασχοληθούν με τον πνευματικό κόσμο. Τελικά, εμπλέκονται τόσο πολύ στον κόσμο της τρέχουσας ύλης και των συναλλαγών, ώστε όταν αποφασίσουν να ασχοληθούν με τον εαυτό τους είναι πια αργά:


Μες στα παλιά τα σώματα των τα φθαρμένα κάθονται των γερόντων οι ψυχές.

Τι θλιβερές που είναι οι φτωχές

και πώς βαρυούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.

Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε

οι σαστισμένες κι αντιφατικές ψυχές,

που κάθονται -κωμικοτραγικές-

μες στα παλιά των τα πετσιά τ' αφανισμένα.


Αυτά λέει ο Καβάφης για τις ψυχές εκείνων που έχουν γεράσει. Τότε είναι που αναπτύσσονται εκείνες οι σωτηριολογικές θεωρίες για κολάσεις και παραδείσους. Τέτοιου είδους δοξασίες είναι η ελπίδα των απόμαχων και των παροπλισμένων. Το στερνό τους καταφύγιο. Αλλά τι να την κάνεις την ελπίδα όταν έχουν πια στερέψει οι χυμοί της ζωής;

Πέρασμα στα γηρατειά είναι στην ουσία αποδοχή του θανάτου. Αλλά για να παραμείνει ο άνθρωπος αλώβητος, χρειάζεται να κάνει προσεκτική και μετρημένη χρήση του χρόνου του.

Δεν είμαστε αρκετά σφιχτοχέρηδες. Μοιράζουμε τον χρόνο μας απλόχερα. Ίσως γιατί ποτέ δεν συνειδητοποιούμε ότι είναι το ίδιο πράγμα με τη ζωή και την ενέργειά μας. Ο λόγος και πάλι στον Καβάφη:

Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα'

Και πώς την εμπιστεύονταν πάντα -τι τρέλλα!-

την ψεύτρα που έλεγε -Αύριο. Έχεις πολύν καιρό-.


ΤΕΜΡΟ FUGIT. Δεν είναι τραγικό να συμπεριφερόμαστε σαν αθάνατοι; Να ενεργούμε λες και έχουμε στη διάθεσή μας ολάκερη την αιωνιότητα; Ξεχνάμε ότι η ζωή είναι σύντομη; Ένα δέντρο ελιάς, για παράδειγμα, δεν έχει τέτοιους περιορισμούς - μπορεί να ζήσει μερικές χιλιάδες χρόνια. Επομένως, πώς υιοθετούμε τέτοιες αντιλήψεις; Τόσο πολύ μας θαμπώνουν τα υλικά πράγματα και μας κάνουν να παραβλέπουμε τα κύρια και τα ουσιώδη και να στρέφουμε την προσοχή μας στα δευτερεύοντα και μηδαμινά; Ή ήδη από νωρίς έχουμε αποδεχτεί το μοιραίο; Εάν κάποιος μας πει ότι οι άνθρωποι γαντζώνονται από τη ζωή, επειδή φοβούνται το θάνατο, θα του απαντήσουμε ότι μια τέτοια στάση είναι το λιγότερο παιδιάστικη.


Κανείς δεν θα διαφωνήσει

ότι κύρια επιδίωξη του ανθρώπου

πρέπει να είναι η κατάκτηση της σοφίας. Ωστόσο εμείς σπαταλούμε

τη ζωή µας στα μικρά και ανούσια.


Με όλα αυτά δεν εννοούμε ότι ο άνθρωπος είναι ανεύθυνος ή ότι δεν παίρνει τη ζωή στα σοβαρά. Απλώς, τονίζουμε το γεγονός ότι η εσωτερική ωριμότητα και περίσκεψη σπάνια συμβαδίζει με την βιολογική ηλικία. Ο άνθρωπος φαίνεται να "κολλάει" στη χρυσή περίοδο των 18-20 χρόνων του. Ίσως γιατί τότε ζούμε ξέγνοιαστα, ή επειδή είναι τα χρόνια που κάνουμε τα πιο τρελά όνειρά μας. Αλλά έρχεται μια μέρα που ανακαλύπτουμε ότι .. συνταξιοδοτηθήκαμε. Τότε συνειδητοποιούμε έντρομοι ότι ο χρόνος παρήλθε αμετάκλητα και μαζί μ' αυτόν έφυγαν και η ζωή και τα όνειρά μας. Μας πιάνει έντονη νοσταλγία για τη χαμένη νιότη μας και παράλληλα η τάση να γλεντήσουμε τα λίγα χρόνια που μας απομένουν.

‘’Πού είσαι νιότη πούλεγες πως θα γινόμουν άλλος’’.

Ουδείς τελικά σκέφτεται πως ότι είμαστε ή επιδιώκουμε να γίνουμε, ότι κάναμε ή κάνουμε, θα έρθει κάποια στιγμή που σαν μόριο σκόνης θα σαρωθεί από τον κοσμικό άνεμο. Και μόνο γι' αυτό θα έπρεπε να τιμάμε το αγαθό της ζωής. Όμως εμείς τι κάνουμε; Αν και γνωρίζουμε ότι αυτό που λέμε θάνατος ισοδυναμεί με την πλήρη και οριστική εκμηδένιση μας, συνεχίζουμε να σπαταλάμε τη ζωή μας σε ανοησίες: στο κυνήγι του έρωτα, της επιδίωξης να μας αγαπούν, στις ανάγκες της επιβίωσης, στη συσσώρευση πλούτου, στην εξόντωση των εχθρών μας, στην απόκτηση φήμης και δόξας, στις απολαύσεις, στην υστεροφημία. Όπως παρατηρεί πάλι ο ποιητής:

Κι οι μέρες μας περνούν γεμάτες μέριμνα.

Παλεύουμε να γίνουμε καλύτεροι επαγγελματίες, μάγοι, δάσκαλοι, εραστές, γονείς κτλ., εκτός από το πώς να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Αν η ανθρώπινη ιδιότητα έχει κάποια ουσιαστική και διαχρονική αξία, σίγουρα όλα τα προηγούμενα δεν εμπίπτουν σ' αυτή. Και ο χρόνος φεύγει. Σαν τους κόκκους της άμμου, γλιστράει από τα δάχτυλά μας, όσο σφαλιχτά κι αν πασχίζουμε να τα κρατήσουμε. Είναι τραγικό.

Μερικοί συγκλονισμένοι ίσως από την απώλεια κάποιου προσφιλούς τους προσώπου, βγαίνουν ξαφνικά από τη μακαριότητα που βρίσκονταν και ανακαλύπτουν ότι η ζωή είναι σύντομη. Τι κάνουν τότε; Αρχίζουν να μεριμνούν για την υστεροφημία τους! Διότι τελευταία το είδαμε κι αυτό. Την εξαγορά της υστεροφημίας με χρήματα, όπως παλιά αγόραζαν τάφο οι μεγαλόσχημοι στο Α΄ Νεκροταφείο.

Ζώντας έτσι ανόητα, επιβεβαιώνουμε συνεχώς την περίφημη δημοκρίτεια ρήση που λέει: ‘’Οι άνθρωποι θέλovτας να αποφύγουν το θάνατο, τον επιδιώκουν’’. (Άνθρωποι τον θάνατον φεύγοντες διώκουσιν).

Όταν ρωτούν κάποια διασημότητα στην τηλεόραση αν θα έπραττε διαφορετικά στην περίπτωση που ξανάρχιζε από την αρχή τη ζωή της, δηλώνει συνήθως με στόμφο ότι όχι, δεν θα άλλαζε απολύτως τίποτε. Θα έκανε δηλαδή ξανά τις ίδιες βλακείες! Βέβαια δεν μπορείς να φανερώσεις δημόσια τη συντριβή σου. Στο βάθος όλοι γνωρίζουμε ότι θα θέλαμε να είχαμε ζήσει διαφορετικά, να είχαμε κάνει λιγότερα λάθη, να είχαμε αφιερώσει τη ζωή μας σε πιο ουσιώδη πράγματα. Όταν όμως είχαμε τον απαραίτητο χρόνο,


σε σκοτεινά πλανιόμασταν ρουμάνια

τι ήταν ο δρόμος ο σωστός χαμένος


όπως λέει εύστοχα ο Δάντης. Ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να ισοφαρίσουμε το άδειασμα της κλεψύδρας λέγοντας όχι πόσο καλά ζήσαμε, αλλά πόσο ουσιαστικά. Ότι η ζωή μας δικαιώθηκε όχι επειδή κάναμε όνομα, σπίτια, λεφτά ή παιδιά, αλλά επειδή τιμήσαμε με έργα την ανθρώπινή μας υπόσταση. Ο Νέλσον Mαvτέλα έβγαλε τη χώρα του από τη σκλαβιά και την οδήγησε αναίμακτα στον 21ο αιώνα. Αυτό είναι δικαίωση. Ας δώσουμε λοιπόν μεγαλείο στη ζωή μας, αποκτώντας διαχρονικές αξίες κι όχι εφήμερες.


Οι πίθοι των Δαναΐδων


Πολλοί πιστεύουν ότι δεν χρειάζεται να κοπιάσει κανείς αναζητώντας τη σοφία, αφού η ίδια η ζωή είναι ένα απέραντο σχολείο. Πραγματικά, η ζωή είναι ένα απέραντο σχολείο, με αιώνια στάσιμους μαθητές. Οι τύποι αυτοί υποδιαιρούνται σε δυο κατηγορίες: σ΄ εκείνους που σπαταλούν όλη τους τη ζωή προσπαθώντας να γνωρίσουν όσο το δυνατόν πιο πολλούς ανθρώπους και να αποκτήσουν όσο μπορούν πιο πολλές εμπειρίες, και σ' εκείνους που γυρνούν από δάσκαλο σε δάσκαλο σαν άδεια δοχεία που ζητούν ένα πλαίσιο στήριξης. Όπως το θέτει ο Καβάφης στο ποίημα ‘’Από την σχολήν του περιωνύµου φιλοσόφου’’:

'Έμεινε μαθητής του Αµµωνίου Σακκά δυο χρόνια'

αλλά βαρέθηκε και την φιλοσοφία και τον Σακκά.

Την περιέργειάν του είλκυσε

κοµµάτ' η Εκκλησία, να βαπτισθεί

και να περάσει Χριστιανός. Μα γρήγορα τη γνώµη του άλλαξε ...

Τουλάχιστον για δέκα χρόνια ακόμη

η καλλονή του θα διαρκούσεν. Έπειτα ίσως εκ νέου στον Σακκά να πήγαινε.

Κι αν εν τω μεταξύ απέθνησκεν ο γέρος,

πήγαινε σ' άλλου φιλοσόφου ή σοφιστού ... Ή τέλος, δυνατόν και στα πολιτικά

να επέστρεφεν ... ενθυµούµενος

τες οικογενειακές του παραδόσεις,

το χρέος προς την πατρίδα. κι άλλα ηχηρά παρόμοια.

Αλλά ο σοφός το µόνο που έχει να στηριχθεί είναι ο εαυτός του. Το πρώτο βήμα στην κατάκτηση της σοφίας είναι η απόκτηση εκείνης της εσωτερικής ωριμότητας που εξοβελίζει από μέσα µας κάθε παιδιάστικη ιδιοτροπία.

Το ΠΑΙΔΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ. Οι ψυχολόγοι μπορεί να μην ανακάλυψαν την ψυχή μέσα στον άνθρωπο, βρήκαν όμως κάτι εξίσου σπουδαίο: το παιδί μέσα µας Μήπως, όμως αυτό είναι η πηγή όλων των προβλημάτων μας; Μήπως πάσχουμε από άκρατο παιδισμό; Είναι αλήθεια ότι ακόμη και σε μεγάλη ηλικία πολλοί από εμάς μωρουδίζουνε. Σαν παιδιά στεκόμαστε µ' ανοιχτό στόμα μπροστά στα μεγάλα κοσμολογικά μυστήρια και στα θαύματα της φύσης. Τσεβδίζουμε ευχαριστίες όταν µας προσφέρουν κάποιο δώρο. Σαλιαρίζουμε σαν είμαστε ερωτευμένοι. Μαϊμουδίζουμε φραστικά κλισέ. Δεν θέλουμε να µας πληγώνουν και το παιδί μέσα µας προσβάλλεται όταν δεν του κάνουν τα χατίρια. Αλλά ενώ έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό µας, όταν µας συμβεί κάτι απευκταίο, τα χάνουμε και τρομοκρατημένοι -όπως είναι φυσικό για παιδιά- ζητάμε βοήθεια, συγχώρεση ή έλεος τραυλίζοντας. Κλαίμε για να µας αγαπούν. Μουτρώνουμε όταν δεν ικανοποιούν τις ανάγκες µας. Και στα γηρατειά γινόμαστε το αλογάκι των εγγονών µας. Καθαρός παλιµπαιδισµός!

Θάλεγε κανείς πως ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου περικλείεται μέσα σε τρεις µόνο φράσεις: γεννιόμαστε κλαίγοντας, ζούμε μπουσουλώντας και τελικά πεθαίνουμε στο διάδρομο ενός νοσοκομείου ψελλίζοντας ασυναρτησίες.

Σε πολλά μιμούμαστε τα παιδιά, εκτός από ένα: την αθωότητά τους.

Μα, θα πει κάποιος. C΄ est la νie!

Μήπως εδώ θα έπρεπε να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στη ζωή και στο πώς τη ζούμε; Σε έναν αρχαιοελληνικό διάλογο, που είναι γνωστός ως ‘’Ο Πίναξ του Θηβαίου Κέβητος’’ και στον οποίο γίνεται λόγος για τις αρετές, διαβάζουμε: ‘’Η ζωή δεν είναι κακό, αλλά η κακή ζωή’’. Ίσως θα έπρεπε να το αλλάξουμε σε ‘’η ανόητη ζωή’’. Εκτός πια κι αν κάποιος πιστεύει ότι επειδή ανήκουμε στο γένος του Ηomo sapιens sapiens αυτό ισοδυναμεί µε την κατάκτηση της σοφίας!


Η ανθρώπινη φυσιολογία


Για τους Στωικούς υπήρχαν δυο είδη όντων: οι σοφοί και οι φαύλοι. Προσέξτε τη διατύπωση: όχι συνηθισμένοι ή απλοί άνθρωποι, αλλά φαύλοι. Οι σοφοί είναι αυτάρκεις, µε αντικειμενική γνώση (το ισοδύναμο της αλήθειας), ελεύθεροι από έξωθεν επιρροές. Οι φαύλοι, από την άλλη μεριά, ονομάζονται έτσι επειδή είναι δούλοι των παθών και των επιθυμιών τους. Έχουν αγελαίο ένστικτο και η σκέψη τους είναι καθαρός υποκειμενισμός. Τους ενδιαφέρουν µόνο οι ικανοποιήσεις, καθώς και τα μέσα που τους παρέχουν αυτή τη δυνατότητα. Η γνώση τους είναι ψευδής, ένα συμπίλημα αποτελούμενο από τις ιδέες και τα πιστεύω άλλων ανθρώπων. Σε ποιον από τους δύο τύπους θα τοποθετούσατε τον εαυτό σας;

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΓΚΕΦΑΛΟΙ. Ένας άλλος όρος για τον καθαρό υποκειµενισµό είναι η λέξη Εγώ. Εκτός από παιδισμό υποφέρουμε και από τη φοβερή νόσο της εγωμανίας. Σαν θεριά ανήμερα πολεμάμε ο ένας τον άλλο, ιδίως όταν νιώθουμε να θίγεται το Εγώ µας ή οι προβολές του πάνω σε πρόσωπα και πράγματα. Δεν µας περνάει καθόλου από το μυαλό η σκέψη να βελτιωθούμε σαν ανθρώπινα -και όχι µόνο σαν κοινωνικά- όντα, να εξυψώσουμε τα ανώτερα στοιχεία του εαυτού µας. Αντίθετα, αυτό που τελικά υπερισχύει στις δύσκολες συνθήκες είναι ο παλαιός εγκέφαλος που διέπει τις επιθετικο - αμυντικές συγκινήσεις και σχετίζεται, µέσω της συμπαθητικής διαίρεσης του αυτόνομου νευρικού συστήματος, µε την αυτοσυντήρηση και τη διαιώνιση του είδους. Πρόκειται για την κλασική τριάδα πείνα-θυμός-φόβος.

Σε κανονικές συνθήκες αφήνουμε να κυριαρχεί ο νεοεγκέφαλος - το πολιτισμένο κομμάτι του εαυτού µας. Σε καταστάσεις όμως προσβολής αναλαμβάνει την εξουσία το μεσολόβιο σύστημα. Πρόκειται για τους δυο αρχαίους εγκεφάλους που κληρονόμησε ο άνθρωπος κατά τη διαδρομή του από το ζωικό βασίλειο. Ο ένας έχει στοιχεία ερπετού, ο άλλος στοιχεία πρωτόγονου θηλαστικού.

Ο κροκόδειλος μέσα µας είναι πάντα έτοιμος να χύσει κάποιο κροκοδείλιο δάκρυ και το άλογο μέσα µας είναι πάντοτε έτοιμο να χρεµετίσει ή να τσινήσει. Ωστόσο, έχει διαπιστωθεί πως μόλις ενθαρρυνθούν τα ζωικά αυτά στοιχεία να ανοίξουν τις καρδιές τους και να πούνε µε λόγια το πρόβλημα τους, αδυνατούν να το πράξουν. Το άλογο μέσα µας μπορεί να χλιμιντρίσει, αλλά αδυνατεί να αρθρώσει λέξεις. Από την άλλη μεριά, ο ερπετικός εγκέφαλος όχι μόνο είναι ανίκανος να εκφραστεί, αλλά αισθάνεται άβολα μπροστά σε οποιαδήποτε νέα κατάσταση. Είναι τόσο γεμάτος από παλιές μνήμες, ώστε μοιάζει σαν να πάσχει από μια νευρωτική προσκόλληση σε κάποιο προγονικό υπερεγώ.

Βλέπουμε λοιπόν ότι το Εγώ είναι αφενός το πιο ανώριμο τμήμα του εαυτού μας και αφετέρου ότι έχει ζωική προέλευση και καταγωγή.

Στον προηγούμενο Διπλό Ορίζοντα, με τίτλο το άγγιγμα του πνευματικού, ο Ανδρέας Τσάκαλης έγραφε: ‘’Είναι αλήθεια ότι έχουμε δυαδική φύση. Μέσα μας συναντάται το θεϊκό και το ζωώδες. Είμαστε σαν τους δίδυμους ήρωες, τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, ο ένας παγιδεύτηκε στη γη, ο άλλος περιπλανιέται στους κόσμους των θεών. Ο εσωτερικός εαυτός μας είναι μαγικός, φωτεινός, αιώνιος. Αν και είναι πολύ λεπτοφυής και αδιόρατος, μπορεί και διατηρεί το σώμα και το νου στη ζωή για 80 ή και 100 χρόνια. Συνιστά ένα συνεκτικό ενεργειακό πεδίο μέσα μας, το οποίο περιβάλλεται από πλήθος στρωμάτων - ένα κρεμμύδι που καλύπτεται από αλλεπάλληλες φλούδες: άγχος, ανησυχία, επιθυμίες, οδύνη, υποχρεώσεις, οφειλές, φιλοδοξίες, συνήθειες κτλ. Συχνά ξεγελιόμαστε και νομίζουμε ότι είμαστε αυτά τα περιβλήματα και έτσι παγιδευόμαστε σε ένα κοινωνικό-ψυχολογικό κατεστημένο. Η απαλλαγή απ' αυτή τη "σιδηρά πανοπλία" είναι το έργο που ακολουθεί μετά την αυτογνωσία’’.


Αθηνά Τριτογένεια


Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ. Υπάρχει ένα νόστιμο περιστατικό με τον Σωκράτη. Κάποια φορά, όπως συνδιαλεγόταν, ο Αθηναίος φιλόσοφος κόλλησε στον τοίχο έναν συνομιλητή του. Εκείνος, στερούμενος άλλων επιχειρημάτων, εκνευρίστηκε τόσο πολύ, που σηκώθηκε και τον κλώτσησε. Οι παριστάμενοι έμειναν άναυδοι, περίμεναν από τον Σωκράτη να αντιδράσει. Αυτός έμεινε απαθής. Όταν τον ρώτησαν γιατί δεν κάνει κάτι, εκείνος τους απάντησε: ‘’Δηλαδή αν με κλωτσούσε ένας γάιδαρος θα έπρεπε να του ανταποδώσω το χτύπημα;’’

Πόσοι άνθρωποι διαθέτουν σήμερα μια τέτοια ανεξαρτησία πνεύματος; Στην ουσία ο άνθρωπος βρίσκεται παγιδευμένος σε έναν κόσμο που δημιούργησε ο ίδιος και συντηρεί με τις σκέψεις και τις πράξεις του. Και καθώς η εξέλιξη τις δυο τελευταίες χιλιετίες μοιάζει να έχει σκαλώσει κάπου, δεν μπορούμε να περιμένουμε και πολλά από αυτόν. Φαίνεται πως ότι ήταν να μας δώσει, το έδωσε. Έχουμε κολλήσει σε ένα οδυνηρά τραγικό σημείο. Σκεφτόμαστε σαν ήρωες, αλλά συμπεριφερόμαστε σαν ζώα. Αλλά, όπως το έθεσε κάποτε κάποιος δάσκαλος, δεν μπορεί κανείς να υπηρετεί ταυτόχρονα δυο κυρίους. Είναι στο χέρι μας να δώσουμε ένα τέλος σ' αυτή την αέναη ταλάντωση του εκκρεμούς.

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ. Με αυτό το εξόχως σημαντικό θέμα θα καταπιαστεί αυτή τη σύντομη σειρά άρθρων που εγκαινιάζουμε σήμερα. Θα δείξουμε ότι η μεταμορφωτική διαδικασία από τον άνθρωπο-ζώο στον σοφό περνάει μέσα από τον επαναπροσδιορισμό των αξιών και την καλλιέργεια της αρετής. Ότι ο φιλόσοφος δεν είναι επεξεργαστής διανοημάτων ή θαμώνας φιλολογικών σαλονιών, αλλά το μεταβατικό στάδιο ανάμεσα σε αυτούς τους δυο εξελικτικούς σταθμούς. Και υπενθυμίζουμε αυτό που είπαμε μόλις δυο γραμμές πιο πάνω: ότι με τον όρο σοφός εννοούμε εκείνον που μεταμόρφωσε την ανθρώπινη φύση του. Διαφορετικά πώς ελπίζει κανείς να λύσει το μυστήριο της ζωής και να εισέλθει στον μαγικό κόσμο;

Από την ενασχόληση με τη σοφία, όπως λέει ο Δημόκριτος, προκύπτουν τρία αποτελέσματα:

α) Να σκεφτόμαστε ορθά

β) Να μιλούμε ορθά, και

γ) Να πράττουμε τα αρμόζοντα.

Έτσι ετυμολογούσε το όνομα Τριτογένεια που έδιναν οι αρχαίοι στην Αθηνά - σύμβολο της σοφίας. Πίστευε ότι τα τρία αυτά (το ευ λογίζεσθαι, το ευ λέγειν και το πράττειν α δει) περικλείουν μέσα τους όλη την ουσία της ανθρώπινης ζωής.

Αυτή η τριάδα αποτελεί το λεγόμενο "μονοπάτι του φιλοσόφου". Θα δείξουμε ότι το μονοπάτι αυτό βγάζει σε ένα απέραντο πεδίο ελευθερίας από το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να διαλέξει κατά βούληση τη μετάβασή του -ολόκληρος όπως είναι- στον μαγικό κόσμο ή σε άλλους. Οι κόσμοι αυτοί είναι το ίδιο αληθινοί όπως αληθινό αισθανόμαστε το δικό μας χωροχρονικό συνεχές. Στο τέλος αυτής της πορείας θα κάνουμε την ενδελεχή περιγραφή τους. Στη διάρκεια της θα έχουμε, όπως είπαμε, οδηγούς εκείνα τα πνεύματα που λαμπρύνουν με την παρουσία τους το χώρο της προσωκρατικής φιλοσοφίας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι στοχαστές αυτοί ήταν, εκτός των άλλων και περίφημοι κοσμολόγοι. Για όσους δεν το κατάλαβαν, θα επιχειρήσουμε να κλέψουμε τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων, πατώντας σε ώμους γιγάντων!

ΕΙΜΑΣΤΕ ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΟΝΤΑ. Και όπως ακριβώς ταιριάζει σε ηθοποιούς, το σενάριο της ζωής μας είναι γραμμένο από άλλους! Ο Πλάτωνας μας αποκαλούσε αθύρματα, πάνινες κούκλες που τα νήματα τους τα κουνούν οι θεοί. Γνωρίζοντας αυτή την απλή αλήθεια, οι Ορφικοί αποκαλούσαν τις ομάδες των μυημένων τους "θιάσους". Πραγματικά, είμαστε απλοί ηθοποιοί στο δράμα της ζωής. Παίζουμε σε ένα έργο στο οποίο αγνοούμε τόσο τον σκηνοθέτη όσο και τον σεναριογράφο. Παρ' όλα αυτά, παίζουμε τέλεια τον ρόλο μας.

Άλλωστε είμαστε προγραμματισμένοι γι΄ αυτό. Όμως, ενώ θα έπρεπε να το ξέρουμε, εξαπατούμε τους εαυτούς μας πιστεύοντας ότι αφενός διαμορφώνουμε ελεύθερα τη ζωή μας και αφετέρου ότι η σκηνή πάνω στην οποία εκτυλίσσεται το προσωπικό μας δράμα, στην προκειμένη περίπτωση ο φυσικός μας κόσμος, είναι ο μόνος πραγματικός που υπάρχει.

Ας σταθούμε λίγο σ' αυτό το τελευταίο. Είτε πιστεύουμε ότι είμαστε γέννημα-θρέμμα της ύλης είτε παιδιά ενός ανώτερου θεού -πράγμα που λίγο διαφέρει, αφού ούτε στη μια ούτε στην άλλη περίπτωση καταλαβαίνουμε τι ακριβώς συμβαίνει- είτε λοιπόν είμαστε παιδιά της τύχης και της αναγκαιότητας είτε δημιουργήματα της ψυχής, διδασκόμαστε ότι ο κόσμος στον οποίο γεννηθήκαμε είναι ο Κόσμος - ο μόνος αληθινός, ο μόνος πραγματικός μέσα στο σύμπαν. Τίποτε δεν μπορεί να κλονίσει αυτή την πίστη μας. Ακόμη κι όταν δεχόμαστε την ύπαρξη άλλων κόσμων είναι εξαιρετικά απομακρυσμένοι από εμάς. Είναι είτε αφηγημένες μαθηματικές εκφράσεις - κάποιοι κόσμοι που πιθανά βρίσκονται σε άλλες διαστάσεις- είτε μεταφυσικές πραγματικότητες που προσεγγίζονται -αν προσεγγίζονται- μετά θάνατο. Τι γίνεται όμως αν δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα; Αν αυτό που λέμε σύμπαν δεν εξισώνεται με τον κόσμο μας; Αν ο κόσμος που γνωρίζουμε είναι απλά ένας από τους πολλούς που υπάρχουν; Αν δεν περιλαμβάνει εντός του άλλους κόσμους, αλλά περιλαμβάνεται ο ίδιος μέσα στο Άπειρο; Αυτά τα ερωτήματα συνήθως δεν μας απασχολούν, γιατί ανατρέπουν τη βάση πάνω στην οποία στηρίζουμε την λογική ύπαρξή μας.

Τι εννοούσε άραγε ο Γοργίας ο Λεοντίνος -ο θεμελιωτής του έντεχνου αττικού πεζού λόγου- όταν διακήρυττε ότι ΄΄Ουδέν εστί’’, τίποτε δεν υπάρχει κι ότι όλη η Πλάση είναι μια φαινομενικότητα;

Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς πώς σχετίζεται ο άνθρωπος με το ερώτημα της ύπαρξης ή όχι άλλων κόσμων. Έπειτα, τι εννοούμε ακριβώς με τη φράση ‘’άλλοι κόσμοι’’;

Διότι σήμερα οι αστρονόμοι μας έχουν δείξει απειρία, τρόπον τινά, άλλων κόσμων - γαλαξίες, νεφελώματα, κβάζαρ, μαύρες τρύπες, λευκούς νάνους και κόκκινους γίγαντες κ.ά. Δεν υπάρχει καμιά απολύτως πιθανότητα να επισκεφθεί ποτέ το ανθρώπινο γένος αυτά τα μέρη - εξαιρουμένης της φαντασίας. Αυτό το έχουμε αποδεχτεί. Επιπρόσθετα, αυτοί οι κόσμοι ελάχιστα κεντρίζουν τη φαντασία μας -έχει φροντίσει γι' αυτό η σύγχρονη επιστήμη. Είναι απλά κόσμοι αερίων, σωματιδίων και πλάσματος, κόσμοι με τρομακτικές ενέργειες και δυνάμεις, δίχως όμως την παραμικρή ένδειξη έλλογης ζωής. Μέσα σε αυτό το στεγνό σύμπαν είμαστε, όπως πιστεύουμε οι μόνοι που έχουμε το δώρο αυτό: ‘’είμαστε 1033 πρωτόνια συγκεντρωμένα κάτω από μια ευνοϊκή συγκυρία, σ' ένα σώμα’’, όπως λέει ο φίλος μου Δημήτρης Νανόπουλος, καθηγητής φυσικής στο πανεπιστήμιο Α&Μ του Τέξας: ‘’Και πρέπει να χαιρόμαστε γι' αυτό’’. Ναι, θα χαιρόμασταν ακόμη περισσότερο αν κοιτάζοντας τ' άστρα δεν αντικαθρέφτιζαν τόσο έντονα τη μοναξιά μας.


Οι χιλιετίες της παρακμής


Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλό. Ας αφήσουμε τους σημερινούς κοσμολόγους στον κόσμο τους. Ο κόσμος στον οποίο περιφέρουμε την ύπαρξή μας δεν είναι ούτε τυχαίος, ούτε μοναδικός. Κι εμείς δεν είμαστε παιδιά του χάους. Αυτά όλα είναι αποτελέσματα της αντίληψης μας -μιας στρεβλωμένης αντίληψης, η οποία, όπως θα δείξουμε, συνεχίζει τους τελευταίους αιώνες τον κατήφορο που έχει πάρει από καιρό και που, επειδή την αποδεχόμαστε όλοι, την έχουμε κάνει ευαγγέλιο. Όμως, σύμφωνα με ποια λογική η κοινή παραδοχή και η συνομολόγηση ισοδυναμούν με την αλήθεια:

Για να το θέσουμε διαφορετικά, μήπως έχουμε τρελαθεί τελείως; Μήπως έχουμε φτάσει σε τέτοια όρια σχολαστικισμού και αποβλάκωσης, ώστε δεχόμαστε ως αλήθεια το αναληθές και στηρίζουμε λογικά το παράλογο; Κάποιοι υποψιασμένοι στοχαστές το πιστεύουν.

Και δίκαια. Δεν ήταν πάντοτε η ανθρωπότητα έτσι, τόσο τυφλή. Αλλά από την αρχή περίπου της χρονολογίας μας, ξεκίνησε ένας μεσαίωνας που δυστυχώς συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Στο έργο του Τα μυστήρια του κόσμου, ο Άρθουρ Κλαρκ γράφει: ‘’Αν η διαίσθηση των αρχαίων Ελλήνων είχε προλάβει την εφευρετικότητα τους, η βιομηχανική επανάσταση ίσως να είχε αρχίσει χίλια χρόνια πριν τον Κολόμβο. Τώρα δεν θα τριγυρνούσαμε απλά στο φεγγάρι. Θα είχαμε φτάσει στα κοντινότερα άστρα’’.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΛΟΞΑΤΟΣ. Πραγματικά. Κάποια στιγμή η εξέλιξη φαίνεται ότι κάπου στράβωσε. Αν συγκρίνουμε τα βήματα του σύγχρονου ανθρώπου με τους μεγάλους πολιτισμούς του παρελθόντος, βλέπουμε ότι τον οδηγούν στην άβυσσο. Οι σημερινοί θάλεγε κανείς, είναι από άλλο ανέκδοτο. Παρατηρώντας αυτή την παραφωνία, ένας άλλος σύγχρονος στοχαστής σχολιάζει: ‘’Αν βλέπαμε την ιστορία της επιστήμης κατά κάποιον πανοραμικό τρόπο, το πρώτο που θα μας εντυπωσίαζε θα ήταν αυτή ακριβώς η έλλειψη της συνέχειας. Για τις δεκάδες τις χιλιάδες τα χρόνια της ανθρώπινης προϊστορίας, γνωρίζουμε πολύ λίγα. Kατόπιν, στον 6ο αιώνα π.Χ., απαντάμε ξαφνικά, σαν να ξεπήδησε από το τίποτα, έναν γαλαξία φιλοσόφους στη Μίλητο, στην Eλέα και στη Σάμο, να συζητούν για την καταγωγή και για την εξέλιξη του σύμπαντoς, αναζητώντας τις ύστατες αρχές που κρύβονταν πίσω από κάθε ετερότητα. Οι Πυθαγόρειοι αποπειράθηκαν πρώτοι τη μεγάλη σύνθεση: προσπάθησαν να υφάνουν τα χωριστά νήματα των μαθηματικών, της μουσικής, της αστρονομίας και της ιατρικής σ' ένα μοναδικό χαλί μ' ένα αυστηρά γεωμετρικό σχέδιο. Αυτό το χαλί εξακολουθεί να υφαίνεται, αλλά το σχήμα του σχεδιάστηκε στους τρεις αιώνες των Ηρωικών Χρόνων της Ελληνικής Επιστήμης. Αλλά μετά την Μακεδονική κατάκτηση, ακολούθησε μια περίοδος ορθοδοξίας και παρακμής’’. Αυτά αναφέρει ο 'Αρθουρ Καίσλερ στο πολύ σημαντικό έργο του Ένα φάντασμα στη μηχανή.

Κάποτε, όπως θα δούμε, υπήρχε όχι μόνο η γνώση της ύπαρξης άλλων κόσμων με συνείδηση και ζωή, αλλά και το νήμα που συνέδεε τον άνθρωπο με αυτά τα άλλα βασίλεια. Το νήμα αυτό κόπηκε. Και η ανθρωπότητα ξέμεινε σε αυτό το βιολογικό μουσείο, σ' αυτόν τον ασήμαντο πλανήτη που βρίσκεται κάπου χαμένος στις παρυφές του Γαλαξία μας, ξεκομμένη από τις λεωφόρους των άστρων.

Η Πτώση σε όλο το θλιβερό μεγαλείο της.

Σαν είδος ξεχάσαμε τι πάει να πει εξέλιξη. Σαν άτομα γεννιόμαστε και πεθαίνουμε δίχως να καταλάβουμε τι πάει να πει αληθινή ζωή. Παραδινόμαστε στις απολαύσεις και, όπως παρατηρεί ο Πλάτωνας, ‘’σαν τα τετράποδα κάνουμε σκοπό της ζωής μας το βάτεμα και την παιδοποίηση’’. Γιατί; Επειδή πιστεύουμε στη διαιώνιση του είδους. Όμως, αφού καμιά ατομικότητα δεν διαρκεί για πάντα, πώς περιμένουμε ότι σαν είδος θα παραμείνουμε αθάνατοι;

Παραβλέποντας αυτές τις αλήθειες, πιστεύουμε ότι είμαστε ελεύθεροι να διαλέξουμε όποιον δρόμο θέλουμε στη ζωή μας, ότι είμαστε μοναδικοί με τα ιδιαίτερα ο καθένας στοιχεία και ικανότητές του, ότι μπορούμε να κάνουμε αυτό ή εκείνο το πράγμα, να πιστέψουμε σε τούτο ή το άλλο. Αλλά εάν η βάση πάνω στην οποία στηρίζουμε αυτές τις παραδοχές είναι λαθεμένη, ευνόητο είναι ότι κι αυτές συνιστούν μια πελώρια πλάνη.

Ο Νίτσε έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι ένα τεντωμένο νήμα μεταξύ του ζώου και του υπεράνθρωπου - ένα σχοινί από τη μια έως την άλλη πλευρά της αβύσσου. Το να διασχίσουμε αυτή την απόσταση είναι ο ευγενικός σκοπός που έχουμε να υπηρετήσουμε σαν άτομα και σαν είδος.


Η πολλαπλότητα των κόσμων


Ο ‘’γαλαξίας των φιλοσόφων’’ στον οποίο αναφέρθηκε ο Άρθουρ Καίσλερ, αποτελείται από τους μεγάλους εκείνους στοχαστές και σοφούς που είναι σήμερα γνωστοί ως "προσωκρατικοί φιλόσοφοι". (Ο χωρισμός της φιλοσοφίας από τους μεταγενέστερους λόγιους σε προσωκρατική και μετασωκρατική περίοδο δεν έχει χρονολογικό χαρακτήρα, αλλά ιδεολογικό). Πρόκειται για τους Θαλή, Αναξίμανδρο, Αναξαγόρα, Λεύκιππο, Δημόκριτο, Πυθαγόρα, Ηράκλειτο, Εμπεδοκλή, Παρμενίδη κ.ά. Αυτοί δεν ήταν ακριβώς φιλόσοφοι, με την έννοια που απέκτησε η φιλοσοφία κατά την κλασική περίοδο με τους Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Στωικούς, Κυνικούς κτλ., ή πιο μετά κατά την αλεξανδρινή περίοδο με τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους Ιάμβλιχο, Πρόκλο και Πλωτίνο έχοντας χωριστεί και διαμορφωθεί σε Μεταφυσική, Θεολογία, Λογική, Φυσική και Ηθική. Δεν ήταν δηλαδή ενταγμένοι σε ένα ιδεολογικό σύστημα. Αντίθετα, έθρεψαν όλη τη φιλοσοφία. Ήταν ελεύθεροι στοχαστές και εξερευνητές κόσμων, γι' αυτό και απεκλήθησαν "κοσμολόγοι". Έφτασαν στο κατώφλι του "υπεράνθρωπου" - μερικοί μάλιστα το διάβηκαν κιόλας, όπως θα δούμε παρακάτω. Η "φιλοσοφία" τους δεν ήταν τίποτε περισσότερο από τα ημερολόγια των ταξιδιών τους, που τα άφησαν ως αποχαιρετιστήριο δώρο. Τα ημερολόγια αυτά τα μελέτησαν και τα επεξεργάστηκαν οι φιλόσοφοι της κλασικής αρχαιότητας και -δρώντας σαν ένα είδος μεσολαβητών- τα κληροδότησαν με τη μορφή του επιστημονικού λογισμού σε μας τους μεταγενέστερους.

Δεν θα μπούμε στον κόπο να ασχοληθούμε με το πώς τους αντιμετώπισαν μέχρι σήμερα οι φιλόλογοι και οι ιστορικοί. Αυτοί οι τελευταίοι, όπως σημειώνει εύστοχα Ο Κώστας Αξελός στο βιβλίο του Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία, πάσχοντας από το σύνδρομο ‘’της λογοτεχνικής πολυλογίας και των "φιλοσοφικών" εγκεφαλικών ασκήσεων και οπτασιασμών’’ προσπάθησαν να στριμώξουν τα μεγάλα αυτά πνεύματα ‘’στη φυλακή της σκέτης αρχαιολογικής και φιλολογικής πολυμάθειας’’ διυλίζοντας το γράμμα και χάνοντας το πνεύμα. Εμείς, παρ' όλο που από το μεγαλειώδες έργο τους σώζονται κομμάτια κι αποσπάσματα, θα επιχειρήσουμε το αδύνατο, δηλαδή να διαβάσουμε τα ημερολόγια αυτών των ρωμαλέων στοχαστών στο πρωτότυπό τους.

Σε γενικές γραμμές, οι κόσμοι που ανίχνευσαν οι σοφοί της αρχαιότητας, έγιναν προσιτοί σ' αυτούς με το αισθητήριο της αντίληψης, δηλαδή το νου. (Δεν χρειάζονταν επίγεια ή διαστημικά τηλεσκόπια). Ο νους, όπως έχει δείξει ο Αριστοτέλης, είναι ταυτόσημος με την ψυχή - είναι το μέρος εκείνο μέσω του οποίου αυτή αντιλαμβάνεται και διανοείται. Η ψυχή πάλι, για τους αρχαίους, δεν ήταν ούτε παράγωγο των σωματικών δραστηριοτήτων, ούτε εντοπισμένη σε κάποιο μέρος του σώματος -όπως με τόση χυδαιότητα τη θεωρούν οι σημερινοί επιστήμονες- αλλά ούτε και χωριστά από αυτό, καθισμένη στο δικό της μακάριο τόπο - όπως διδάσκει η θεολογία. ‘’Όπως μια αράχνη στο κέντρο του ιστού της’’, λέει ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου, ‘’μόλις μια μύγα κόβει το νήμα του, το παρατηρεί και τρέχει γρήγορα σ' αυτό το σημείο σαν να στεναχωριόταν για το κομμένο νήμα, έτσι και η ψυχή του ανθρώπου, όταν ένα μέρος του σώματος λαβώνεται, ορμάει προς τα εκεί, σαν να είχε δεχτεί η ίδια πλήγμα από τη λαβωματιά του σώματος με το οποίο είναι δεμένη με δεσμά γερά κι ανάλογων διαστάσεων’’ (Diels-Kranz, Fragmente der Vorsocratiker, απόσπ. 67α).

Αυτά έλεγε ο Ηράκλειτος ανάμεσα στον 6ο και 5ο αι. π.X., θέλοντας να δείξει το ενιαίο της ανθρώπινης φύσης. Αν και ο Δημόκριτος λέει ότι η ψυχή είναι αμερής, εντούτοις είμαστε υποχρεωμένοι, για να την αντιληφθούμε, να την αναλύσουμε στα κύρια μέρη της. Έτσι, διακόσια χρόνια μετά, συνεχίζοντας τη διδασκαλία του Ηράκλειτου και του Δημόκριτου, ο Επίκουρος θα αποκαλύψει κάτι πολύ σημαντικό - ότι η ψυχή είναι κράμα ‘’τεττάρων τινών ποιοτήτων: πυρώδους και αερώδους και πνευματικού και τετάρτου τινός ακατονομάστου, ων το μεν πνεύμα κίνησιν, τον δε αέρα ηρεμίαν, το δε θερμόν την φαινομένην θερμότητα του σώματος, το δ' ακατονόμαστον την εν ημίν εμποιείν αίσθησιν ¬(Diels, Doxographorum Graecorum Reliquiae, σελ. 388-389).

Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε αυτά τα "σκοτεινά" και γριφώδη λόγια, πρέπει να τα αντικαταστήσουμε με σύγχρονους όρους. Όμως ας θυμόμαστε ότι μέσα στους αιώνες πολλά έχουν αλλάξει στην ελληνική γλώσσα. Για παράδειγμα, η λέξη πνεύμα δεν σήμαινε κάτι το άυλο, το μη αντιληπτό από τις αισθήσεις, όπως σήμερα, αλλά την αναπνοή και κατ' επέκταση τη ζωή, την ύπαρξη. Τι μας λέει λοιπόν ο Επίκουρος; Ότι η ψυχή είναι τετραμερής, αποτελούμενη από:

α) Την ζωτική ενέργεια, που παρέχει θερμότητα στο σώμα (το πύρινο στοιχείο)

β) Το νου, τον ήρεμο παρατηρητή ή παντεπόπτη Οφθαλμό (το αερώδες στοιχείο)

γ) Το σώμα, αυτό που ζει, που κινείται (πνεύμα) και

δ) Τον Λόγο (το ακατονόμαστο στοιχείο)

Δεν θα αναλύσουμε εδώ το τεράστιο θέμα της ψυχής. Επιφυλασσόμαστε για αργότερα. Αυτό που θέλουμε να δείξουμε τώρα αφορά τον ενιαίο χαρακτήρα όλων των μερών στα οποία χωρίζουμε συνήθως την ανθρώπινη φύση. Όσο δε για το ακατονόμαστο στοιχείο, θα πούμε ότι αυτό δεν είναι άλλο από τον Λόγο του Πλάτωνα και των χριστιανών. Πραγματικά, ο Λόγος είναι κάτι εξαιρετικά βαθύ και σύνθετο - ένα ανέκφραστο πλανητικό μυστήριο. Ωστόσο, μπορούμε να πάρουμε κάποια γεύση του πράγματος από τον Ηράκλειτο. Βέβαια, όπως είπαμε, τα αυθεντικά κείμενα των προσωκρατικών έχουν χαθεί, αλλά ευτυχώς κάποια αποσπάσματα σώζονται στα έργα των δοξογράφων της αρχαιότητας. Λέει λοιπόν ο Αέτιος, περιπατητικός φιλόσοφος, αστρονόμος και μετεωρολόγος του 2ου αι μ.Χ.: ‘’ο Ηράκλειτος δήλωνε πως η ουσία της ειμαρμένης είναι ο Λόγος που διαπερνά την ουσία του Σύμπαντος. Πρόκειται για ένα αιθέριο σώμα, που είναι το σπέρμα της γέννησης του κόσμου και το μέτρο της προκαθορισμένης περιόδου’’. Βέβαια, όπως σημειώνει ο Κώστας Αξελός, αυτό είναι περισσότερο στωικό παρά ηρακλειτικό, αφού για τον Ηράκλειτο Λόγος και Κόσμος είναι άρρηκτα ενωμένα.

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΙ. Για τους αρχαίους, ψυχή, νους και σώμα ήταν μια ολότητα. Ας το έχουμε αυτό υπόψη. Δεν υπήρχε ο αποπροσανατολιστικός δυισμός ψυχής-σώματος των μεταγενέστερων χρόνων. Κατά συνέπεια, η μετακίνηση των σοφών εκείνων στους άλλους κόσμους δεν γινόταν μόνο αντιληπτικά, νοερά, αλλά έμπαιναν μέσα σ' αυτούς με το σύνολο της ύπαρξής τους. Έμπαιναν με τα ιμάτιά τους. Σας φαίνεται κάτι τέτοιο αδύνατο; Πραγματικά, είμαστε τόσο υληγενείς, τόσο αποκρυσταλλωμένοι, ώστε λησμονήσαμε ότι είμαστε ενεργειακά όντα. Αλλά οι σοφοί εκείνοι δεν είχαν τέτοια εμπόδια. Άλλωστε, όπως επισημαίνει ο Δημόκριτος: ‘’η άφοβη σοφία έχει άπειρη δύναμη’’.

Καιρός να ξαναπιάσουμε το περί κόσμων νήμα εκεί που το είχαμε αφήσει. Όπως πρέσβευε ο Αναξίμανδρος: ‘’εκ φύσεως απείρου άπαντας γίγνεσθαι τους ουρανούς και τους εν αυτοίς κόσμους’’. Αν και στο σημείο αυτό ο Αναξίμανδρος αναφέρεται στο άπειρο, με την έννοια ότι ένας κόσμος δεν μπορεί να έχει τέλος και αρχή -μια θέση που τώρα τελευταία αρχίζει να ασπάζεται και η σύγχρονη επιστήμη- εντούτοις χρησιμοποιεί στο απόσπασμα αυτό πληθυντικό, μιλώντας για πλείονες του ενός κόσμους.

Βέβαια -καθώς αυτό είναι ένα σημείο στο οποίο θα επανέλθουμε πολλές φορές - πρέπει να επιστήσουμε: πάλι την προσοχή στη διαφορά της ορολογίας και να πούμε ότι η αρχαία λέξη κόσμος δεν σημαίνει εδώ το Σύμπαν. Ό,τι αποκαλούμε σήμερα Σύμπαν, οι αρχαίοι το ονόμαζαν Φύση. Η λέξη κόσμος περιγράφει μια κατάσταση, μια σφαίρα, μια περιέχουσα μορφή, μέσα στην οποία ο άνθρωπος βρίσκει ή μπορεί να βρει τον αληθινό εαυτό του.

Τα φώτα της ράμπας


Είναι αλήθεια ότι σήμερα δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε τα κοσμολογικά μυστήρια, πολύ δε περισσότερο να ξανοιχτούμε σ' αυτά. Αρεσκόμαστε στο θεατράκι της ζωής μας. Όμως κι έτσι, μήπως κατανοούμε έστω τους εαυτούς μας; Όπως είπαμε, είμαστε ελεύθερα όντα ή λειτουργούμε βάσει κάποιων προδιαγραφών; Και αν συμβαίνει αυτό, ποιος τις έθεσε; Όταν επισκοπούμε τον εαυτό μας, ανασύρουμε με τη μορφή σκέψεων και αναγνωρίζουμε αυτό που αποτελεί τον βαθύτερο πυρήνα του ή μήπως αυτό του οποίου είμαστε προγραμματισμένοι εκτελεστές; Όλοι πιστεύουμε το πρώτο, ότι δηλαδή αυτό που ανασύρουμε είναι δικό μας στοιχείο, ότι το επιλέγουμε ελεύθερα και ότι το φέρνουμε στην επιφάνεια να εκφραστεί επειδή μας αντιπροσωπεύει. Πράγματι, αντιπροσωπεύει τον εαυτό μας, με τη μόνη διαφορά ότι αυτό που αποκαλούμε εαυτό είναι ακριβώς το καταχωρημένο στη συνείδησή μας έργο και εμείς οι καλοί ή κακοί εκτελεστές του.

Αλλά την ώρα που κλαίμε ή γελάμε πάνω στη σκηνή, την ώρα που θριαμβεύει το υποκριτικό μας ταλέντο, παρασυρμένοι από την αίσθηση του μεγαλείου - δεν είναι δα και μικρό πράγμα να είσαι πρωταγωνιστής - δεν πάει καθόλου ο νους μας ότι θα έρθει η στιγμή που ο μηχανικός θα χαμηλώσει τα φώτα λίγο πριν πέσει η αυλαία. Φαίνεται πως αυτή η αίσθηση υποκρύπτεται τον τελευταίο καιρό στη μόδα, που έχει επικρατήσει να ξεσπούν οι συγκεντρωμένοι γύρω από τον τάφο μιας προσωπικότητας σε αυθόρμητα χειροκροτήματα ...

Τη στιγμή που η ψυχούλα του φτωχού πρωταγωνιστή περιπλανιέται σαν ίσκιος τριγύρω προσπαθώντας μάταια να επικοινωνήσει με τους ζωντανούς ...

Και μετά ο λήθαργος και η λησμονιά ...

Έναν μύθο θα σας πω •••


Ο άνθρωπος, μας λέει ο Νίτσε, βρίσκεται ανάμεσα στο ζώο και στον υπεράνθρωπο. Πώς όμως θα απελευθερωθεί από αυτή την διελκυστίνδα; Πώς ο Κένταυρος θα μεταμορφωθεί σε Πήγασο; Αναφερόμενη στο Πάλιο, τους ιδιόμορφους ιππικούς αγώνες που γίνονται στη Σιένα της Ιταλίας, η Κλέλια Καταιβάτη έγραφε στο προηγούμενο τεύχος: ‘’Στο σημείο αυτό πρέπει να πάμε πίσω στην ελληνική αρχαιότητα και να θυμηθούμε τον Κένταυρο που είναι εν μέρει άνθρωπος και εν μέρει ίππος. Ο αναβάτης και ο ίππος συμβολίζουν τη δυαδική φύση του ανθρώπου: ο αναβάτης είναι το ανώτερο στοιχείο, ενώ ο ίππος το θυμώδες και άλογο, που εξυπηρετεί το ανώτερο τμήμα σαν όχημα. Το ανθρώπινο τμήμα του Κένταυρου - ας θυμηθούμε τον σοφό Κένταυρο Χείρωνα που δίδαξε τον Αχιλλέα, τον Ασκληπιό, τον Απόλλωνα κ.ά. - είναι το σύμβολο όλων εκείνων των δυνάμεων και των ικανοτήτων που μπορούν να τον μεταμορφώσουν σε Πήγασο, στο φτερωτό άλογο που διασχίζει τους ουρανούς. Η μεταμόρφωση αυτή γίνεται εφικτή μόνο μέσω της καλλιέργειας μιας αρετής.

-Εάν ο άνθρωπος αμελήσει και δεν αναπτύξει το ανώτερο αυτό στοιχείο, κυριαρχούν πάνω του τα στοιχεία που έχουν ζωική προέλευση. Το μόνο που τον ενδιαφέρει τότε είναι η αναζήτηση της τροφής και πηγαίνει εδώ ή εκεί άσκεφτα, ωθούμενος από τις ορμές του.


Ο άνθρωπος είναι ο Προμηθέας Δεσμώτης. Κλέβει το πυρ από τους θεούς, κάνει όμως ασύνετη χρήση αυτού του ουράνιου στοιχείου που είναι χορηγός ζωής.


Για να δαμάσει όμως κανείς την κατώτερη φύση του, πρέπει να είναι δεινός αναβάτης και να το λέει η καρδιά του. Όταν όμως το πετύχει, τότε το "άλογο" τμήμα του εαυτού σταματά να τον παιδεύει και γίνεται βοηθός και σύμμαχός του. Αυτό άλλωστε δείχνει και το περιστατικό με τον Αλέξανδρο που δάμασε τον Βουκεφάλα.

Ας δούμε τι κρύβεται πίσω από αυτό.

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΙΞΙΩΝΑ. Το γιατί ο άνθρωπος παρομοιάζεται με Κένταυρο, αποκαλύπτεται στο μύθο του Ιξίωνα. ΟΙ Κένταυροι, τους οποίους συναντάμε για πρώτη φορά στην Ιλιάδα, είχαν πατέρα τον Ιξίωνα. Αυτός ήταν γιος του Άρη και ερωτεύθηκε την Δίαν, κόρη του Δηιονέως, την οποία παντρεύτηκε, αφού υποσχέθηκε στον πεθερό του πλούσια γαμήλια δώρα, σύμφωνα με τις συνήθειες εκείνης της εποχής. Όμως, αθέτησε την υπόσχεσή του. Τον δε πεθερό του, που του είχε γίνει φορτικός, επειδή του ζητούσε εκείνα που ο Ιξίωνας του είχε υποσχεθεί, τον κάλεσε σε συμπόσιο, δήθεν για να συμφιλιωθούν, και τον έριξε σε μια φωτιά που είχε ανάψει με αποτέλεσμα ο δυστυχής να καεί. Με το κακούργημα αυτό αγανάκτησαν όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και οι θεοί που δεν δέχτηκαν να εξαγνίσουν τον Ιξίωνα. Τελικά αυτός, καταδιωκόμενος από όλους, πέφτει στα πόδια του Δία ζητώντας έλεος. Ο Δίας όχι μόνο τον ευσπλαχνίζεται και τον συγχωρεί, αλλά τον προσκαλεί να μείνει μαζί με τους αθάνατους θεούς.

Δώστου θάρρος του χωριάτη ... Σαν να μην έφταναν τα όσα έκανε και λησμονώντας τις θεϊκές ευεργεσίες, επιχειρεί να συνάψει ερωτικές σχέσεις με την Ήρα. Ο Δίας θυμώνει και για να τον εξαπατήσει, παίρνει ένα σύννεφο και του δίνει τη μορφή της. Ο Ιξίωνας το πλησιάζει και, πιστεύοντας ότι κατακτάει τη βασίλισσα του ουρανού, ενώνεται με αυτό. Από τη συνεύρεση γεννιέται ένα ον άγριο και τερατώδες, ο Κένταυρος. Όσον αφορά δε τον αχάριστο Ιξίωνα, ο Δίας δίνει εντολή στον Ερμή να τον δέσει σ' ένα φτερωτό τροχό ο οποίος θα κινείται αενάως στο διάστημα.

ΟΠΩΣ ΚΑΤΩ ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΠΑΝΩ. Ας δούμε τι θέλει να πει ο μύθος. Η ετυμολογική σημασία του ονόματος Ιξίων (η ρίζα της λέξης είναι ίδια με την ελληνική άξων, τη λατινική axis και τη σανσκριτική άκσας) είναι πράγματι –‘’ο άνθρωπος-τροχός, ο περιστρεφόμενος ως τροχός γύρω από έναν άξονα’’.

Στο σημείο αυτό ο νους μας πηγαίνει στον τροχό των επαναγεννήσεων, στη θεωρία της μετενσάρκωσης που το παλιά χρόνια ήταν κοινή σ' Ανατολή και Δύση. Ο μύθος υποδηλώνει ότι ο άνθρωπος, κάποια μακρινή εποχή, θέλοντας να κάνει τη ζωή του ανετότερη στον κόσμο της ύλης, ζήτησε να ενσωματώσει στη θνητή φύση του κάποιο ουράνιο ή θεϊκό στοιχείο. Για να το πάρει, υποσχέθηκε πως όχι μόνο θα κάνει άριστη χρήση του, αλλά ότι στο τέλος, όταν πια δεν θα το χρειάζεται, θα το επιστρέψει, έχοντας το εμπλουτίσει με σοφία και γνώση. Η υπόσχεσή του όμως αποδεικνύεται τελικά κούφια. Έτσι, γίνεται δέσμιος της ύλης, έχοντας καταδικαστεί στο αιώνιο μαρτύριο των συνεχών επαναγεννήσεων.

Είναι σαφής η ομοιότητα των ονομάτων Δίας (ο πατέρας των θεών) και Δία (η κόρη του Δηιονέως που παντρεύεται ο Ιξίωνας). Σύμφωνα με τον Eμπεδoκλή, το όνομα Δηιονεύς είναι ίδιο με το Αϊδωνεύς και σημαίνει τον αέρα, το σύμβολο του νου. Τα ονόματα Δίας και Δία (η ουρανία) είναι το κοσμικό πυρ, σύμβολο του πνεύματος. Η δε Ήρα είναι η γη. Το σύννεφο με το οποίο ενώνεται ο Ιξίωνας δείχνει -όπως κάθε θύελλα- τη συσκότιση του ήλιου, κατά συνέπεια τον μη καθαρό νου, που τυφλώνεται από το πάθος.

Εδώ έχουμε τα τέσσερα στοιχεία ή κοσμικά σύμβολα από τα οποία αποτελείται ο κόσμος μας - επομένως και εμείς οι ίδιοι: το πυρ (ζωτική ενέργεια), τον αέρα (νου), το ύδωρ (θυμικό) και τη γη (ύλη). Το πυρ (που στον άνθρωπο εμφανίζεται σαν ζωτική ενέργεια) και ο νους είναι στοιχεία που δεν ανήκουν στο ανθρώπινο είδος, αλλά του παραχωρήθηκαν για να εξυπηρετηθεί στην εξελικτική του διαδρομή.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ. Ας πάρουμε το μύθο του Προμηθέα, όπως μας τον παραδίδει ο Ησίοδος στη θεογονία του. Υπενθυμίζουμε ότι ο Προμηθέας είναι ο πρωταρχικός άνθρωπος ή Αδάμ. Τιτάνας ο ίδιος, θεϊκής δηλαδή καταγωγής, εκμεταλλεύεται το ελεύθερο που έχει να μπαινοβγαίνει στα ολύμπια δώματα και κλέβει το ουράνιο πυρ για να το φέρει στους ανθρώπους στη γη, τους οποίους, όπως μας λέει η παράδοση, ο Δίας δημιούργησε από τέφρα Τιτάνων (και όσοι γνωρίζουν, αντιλαμβάνονται το βαθύτερο νόημα αυτής της φράσης). Γι' αυτή του την ιεροσυλία, καταδικάζεται να αλυσοδεθεί στον Καύκασο. Ο Αετός του Δία τον επισκέπτεται καθημερινά και του τρώει το συκώτι - το οποίο όμως κάθε βράδυ αναπληρώνεται από μόνο του.

Αυτός ο μύθος συμπληρώνει τον προηγούμενο. Ο Άνθρωπος-Προμηθέας κλέβει κάτι που δεν γνωρίζει πώς να το χειριστεί. Καταδικάζεται να δεθεί με άρρηκτα δεσμά στον Καύκασο (σύμβολο του βράχου-μηχανισμού της ύλης) και πεθαίνει σε κάθε ζωή, αφού η υπέρτατη δύναμη (Αετός του Δία) του τρώει το συκώτι, που ήταν για τους αρχαίους η έδρα της θνητής ψυχής.

Ο άνθρωπος είναι ο Προμηθέας Δεσμώτης. Κλέβει το ‘’ακάματον και λάμπον πυρ’’, που οι θεοί φύλαγαν μόνο για τον εαυτό τους, κρύβοντας το μέσα σε κοίλο νάρθηκα, δηλαδή σ' ένα κούφιο καλάμι. Πόσο αυτή η φωτιά δε θυμίζει το ιερό πυρ (κουνταλίνι) των εσωτερικών παραδόσεων που κινείται κατά μήκος του αιθερικού αντίστοιχου της σπονδυλικής στήλης!

Αυτό το αείζωον Πυρ δεν είναι μόνο η ζωτική μας ενέργεια που τη σπαταλάμε ως ανοήμονες, έχει κοσμική καταγωγή. Όπως παρατηρεί ο Ηράκλειτος, είναι η κινητήρια δύναμη, η σοφία του σύμπαντος: ‘’φρόνιμον είναι το πυρ (και (νους) της διοικήσεως των όλων αίτιο)’’. Αυτή η ενέργεια, που μπορεί να θρέψει και να λαμπρύνει κόσμους, στα χέρια ενός ανθρώπου χωρίς νου είναι ‘’σαν σωρός σκουπίδια πεταμένα στην τύχη’’.

Κάπου δυο χιλιάδες χρόνια μετά, ο Χέγκελ, αντιμετωπίζοντας το ηρακλειτικό πυρ σαν μια διαδικασία, ένα γίγνεσθαι, διακηρύσσει: ‘’Η φωτιά είναι ο φυσικός χρόνος’’.

Ο άνθρωπος όμως κάνει ασύνετη χρήση της ενέργειάς του - αυτού του ουράνιου στοιχείου που είναι χορηγός ζωής. Το σπαταλά σε ανοησίες. Γι' αυτή του την ύβρη δεν ευθύνεται τόσο ο ίδιος, όσο η αδυναμία του να χειριστεί το δεύτερο δώρο που πήρε: το νου.

Συνοψίζοντας


Η εξέλιξη του ανθρώπου νοείται μόνο ως μετακίνηση από το στάδιο που βρίσκεται σήμερα στο αμέσως επόμενο συνειδησιακά πεδίο, το οποίο δεν έχει καμιά σημασία αν θα το ονομάσουμε υπερανθρώπινο, θεϊκό, άγνωστο ή αφηρημένο. Η μετακίνηση αυτή είναι δυνατή γιατί είμαστε θεϊκά όντα και γίνεται με το νου - τα φτερά ή σώμα της ψυχής. Το μόνο που χρειάζεται είναι να συνειδητοποιήσει κανείς ότι η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε δεν είναι η τελική. Ότι σαν όντα είμαστε απλοί εκτελεστές στο δράμα της ζωής, ότι το πέρασμα της Πύλης από το ανθρώπινο στο υπερανθρώπινο στάδιο, ή στάδιο της Σοφίας, γίνεται με την ορθή χρήση των δυο δώρων που κατέχουμε: του νου και του πυρός.

Το Πυρ είναι συνώνυμο της ζωής. Κατά συνέπεια, η φλόγα της ζωής -το αείζωον και ακοίμητο πυρ- δεν πρέπει να σπαταλιέται σε ανοησίες ή στην ικανοποίηση των προσωπικών μας παθών. Χρειάζεται τροποποίηση και αναπροσανατολισμός της στάσης μας, αν θέλουμε να ξανακάνουμε το τόξο της εξέλιξης ανοδικό κι όχι καθοδικό. Και αυτό γίνεται όταν το πυρ της ζωής αφιερώνεται στην καλλιέργεια μιας αρετής, που είναι το εισιτήριό μας σ' αυτούς τους άλλους κόσμους.

Ας δούμε το νου σαν ένα Μουσείο. Όπως σ' ένα τέτοιο ίδρυμα φυλάγονται έργα τέχνης και αντικείμενα σπάνιας αξίας, έτσι και η συλλογή των αρίστων νοημάτων και το ξεκαθάρισμα της σαβούρας που φέρνουν οι ψευδoαντιλήψεις της καθημερινότητας δημιουργούν έναν καθαρό και φωτεινό νου-ναό, προορισμένον να αντανακλά τις ανώτερης προέλευσης αλήθειες.

Διαφορετικά, αυτό που μας περιμένει είναι ο λήθαργος και η λησμονιά..



Το μονοπάτι των φιλοσόφων


ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΠΛΟΣ. Στην εποχή µας, όπου προβάλλουμε την επείγουσα φύση των ασχολιών µας, ως δικαιολογία για την πνευματική µας νωθρότητα, όποιος αξιώνει από τους συνανθρώπους του κάποια διανοητική προσπάθεια μοιάζει µ' επισκέπτη που χτυπά την πόρτα τους περασμένα μεσάνυχτα: έχει την υποχρέωση να δικαιολογήσει την αδιακρισία του.

Ανάλογη εξήγηση οφείλουμε κι εμείς στους αναγνώστες αυτής της πραγματείας, η οποία, αν και δεν διεκδικεί ακαδημαϊκές δάφνες, απαιτεί από τον αναγνώστη αξιόλογη πνευματική προσπάθεια και υπομονή. Τα άρθρα αυτής της σειράς αποτελούνται από σκόρπια φύλλα µε σημειώσεις πάνω στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, τα οποία, αν και αποτελούν καρπό πολύχρονης έρευνας, μόνο ως προοίμιο ενός μεγαλύτερου και πιο ολοκληρωμένου έργου μπορούν να θεωρηθούν. Όμως κανείς δεν γνωρίζει εάν οι συνθήκες και οι ασχολίες του βίου θα µας επιτρέψουν μελλοντικά κάτι τέτοιο. Έτσι, οι σημειώσεις αυτές δίνονται στη δημοσιότητα µε τη μορφή που έχουν, γιατί όπως συμβουλεύει ο Ηράκλειτος μεµνήσθαι δε και του επιλανθανοµένου ή η οδός άγει, να θυμόμαστε και αυτόν που έχει ξεχάσει κατά πού πηγαίνει ο δρόμος.

Για λόγους οικονομίας δεν δίνονται πληροφορίες για πρόσωπα και ιστορικά γεγονότα, για τα οποία είναι δυνατό να ενημερωθεί κανείς συµβουλευόµενος κάποιο από τα βοηθήματα που κυκλοφορούν ευρέως, όπως είναι οι εγκυκλοπαίδειες ή τα αρχαιογνωστικά λεξικά. Για τον ίδιο λόγο, αλλά και για να μην διακόπτεται η ροή της ανάγνωσης, απουσιάζουν οι σημειώσεις και οι παραπομπές, που κοσμούν συνήθως τις επιστημονικές πραγματείες, ενώ λείπει και η αρκετά εκτεταμένη ως προς τα θέματα που εξετάζουμε βιβλιογραφία. Όπου όμως είναι απαραίτητο δίνεται η πηγή απ' όπου αντλήθηκε ένα χωρίο, ώστε να μπορεί ο αναγνώστης, ανατρέχοντας σε αυτήν, να σχηματίσει πληρέστερη εικόνα.

Ο λόγος που η φιλοσοφία αποτελεί αντικείμενο αυτής της μελέτης είναι διττός: πρώτον, γιατί αποτελεί δημιούργημα και πνευματική κληρονομιά αυτού εδώ του τόπου. Είναι αστείο επομένως να ανατρέχουμε σε ξένες ή μεταγενέστερες κοσμοθεωρίες, όταν αναπτύχθηκε εδώ ένας από τους λαμπρότερους πολιτισμούς τον οποίο αγνοούμε. Δεύτερον, γιατί, παρ' όλο που κατά τους τελευταίους δεκαπέντε αιώνες, στα χέρια των δυτικών, εξετράπη του αρχικού σκοπού της, όπως ένα ποτάμι εκτρέπεται από την κοίτη του, η φιλοσοφία ποτέ δεν έπαψε να είναι στάση και τρόπος ζωής με διαχρονική αξία. Σήμερα δεν ξέρουμε παρά ελάχιστα από όλα όσα γνώριζαν τόσο καλά οι αρχαίοι. Υποψιαζόμαστε ωστόσο ότι η επιστήμη της σοφίας δεν μπορεί να περιορίζεται στην υποκειμενική αυτοσυνειδησία, στη μελέτη των διαφόρων φυσικών ή κοινωνικών φαινοµένων ή στο γνωσιολογικό στοχασμό. Την βλέπουμε σαν ένα πρακτικό έργο που υπερβαίνει τη σφαίρα των επιστητών πραγμάτων και αγγίζει την ίδια την καρδιά και την ουσία του είναι. Συμβάλλοντας στην κατανόηση των μυστηρίων του σύμπαντος στη διεύρυνση του νου, η φιλοσοφία αποτελεί τον μοναδικό ίσως δρόμο που οδηγεί µέσω της αυτογνωσίας στη σοφία κι από κει στην ελευθερία από τα δεσμά της ύλης και από τον τροχό των γήινων ενσαρκώσεων. Δεν θα καταπιανόμασταν λοιπόν µε ένα τόσο σύνθετο θέμα, εάν δεν επρόκειτο κυριολεκτικά για ζήτημα ζωής και θανάτου - για μια μάχη ανάμεσα στο Είναι και στο ον.


Θειοτάτη και τιµιωτάτη


Σήμερα ακούμε για φιλοσοφία της αγοράς, φιλοσοφία των media, φιλοσοφία της διαφήμισης, του μάρκετινγκ κτλ. Όλες αυτές όμως δεν είναι παρά εκλογικεύσεις της πείρας που αποκτούν οι άνθρωποι μετά από πολλά χρόνια παρατήρησης και μαθητείας σε διάφορους τομείς. Δεν είναι ελεύθερος στoχασµός. Δανείζονται πολλές από τις μεθόδους της φιλοσοφίας, αλλά δεν είναι η πρώτη, η αρχική φιλοσοφία, για την οποία ο Αριστοτέλης γράφει στα Μετά τα φυσικά ότι επειδή είναι η μόνη ελεύθερη από όλες τις επιστήμες και η μόνη που οδηγεί στην τελείωση, η απόκτησή της είναι µάλλον υπερανθρώπινο έργο (ως μόνην ούσαν ελευθέραν των επιστημών. Διό και δικαίως αν ουκ ανθρωπίνη νοµίζοιτο αυτής η κτήσις). Από την άλλη μεριά, όπως έχουμε ήδη πει, η επιστήμη της σοφίας δεν περιορίζεται στη σφαίρα της φιλολογικής κριτικής ή της πολυμάθειας, γιατί, όπως τονίζει ο Ηράκλειτος, η πολυμάθεια δεν µας κάνει έξυπνους και ικανούς να κατανοούμε τα όντα. (Πολυµαθίη νόον ου διδάσκει). .

Ο Πλάτωνας, ο οποίος παρομοίαζε τον κόσµο µας µε σπηλιά, είδε τη φιλοσοφία σαν ένα σπάσιμο δεσμών. Γιατί ο άνθρωπος είναι αφενός πιασμένος στη µέγκενη της ζωώδους κατώτερης φύσης του και αφετέρου εξόριστος σ΄ έναν κόσµο που ελάχιστα καταλαβαίνει. Από την πρώτη στιγμή που γεννιέται, αναπτύσσει ένα Εγώ ή κοινωνικό προσωπείο, το οποίο εκλαμβάνει ως τον αληθινό εαυτό. Αληθινό δε εαυτό, ή Εαυτό, αποκαλούμε την ουσία που υπήρχε πριν τη γέννησή µας.

Αυτό το προσωπείο (πρόσωπον κατά τους Στωικούς) δεν είναι ο πραγματικός Άνθρωπος, αλλά η αποστολή του στη ζωή. Ο όρος αυτός (λατ. persona - μάσκα Θεάτρου, ο ρόλος που παίζει κάποιος) εχρησιµοποιείτο για να δηλώσει την υπόσταση, που ως έννοια είναι αντίθετη της ουσίας, της φύσης του ανθρώπου. Κατ΄ επέκταση, ο εξωτερικός κόσμος δεν είναι παρά ένα προσωπείο, που πίσω του κρύβεται ένας άλλος αληθινός κόσμος, ο υποκειμενικός. Η φιλοσοφία, ως διαδικασία γνώσης της αναλλοίωτης ουσίας των όντων, διεισδύει πίσω από τη μάσκα και συνδέει τον άνθρωπο µε την αρχική φύση του.

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΩ. Γι' αυτό ο Aριστoτέλης χαρακτήριζε τη φιλοσοφία θειοτάτη και τιμιωτάτη και τη θεωρούσε ως τη μόνη οδό που οδηγεί στην αληθινή γνώση και την ελευθερία, γιατί ‘’από πολλές πλευρές είναι δούλη η φύση των ανθρώπων’’. (Πολλαχή η φύσις των ανθρώπων εστίν). Το πρώτο λοιπόν που κάνει η επιστήμη της σοφίας είναι να βάζει στη θέση της άγνοιας τη γνώση, ελευθερώνοντας τον άνθρωπο από τα δεσμά του ΕΓΩ, από το να είναι δηλαδή ένας κενόδοξος υπηρέτης των παθών και των επιθυμιών του. Αυτό άλλωστε είναι και το πρώτο βήμα στη φιλοσοφική ατραπό - η ριζική εγκατάλειψη της εγωλογικής προσκόλλησης και εξόρμηση προς το έξω ον. Αυτό αποκαλείται "θάνατος του Εγώ" ή "φιλοσοφικός θάνατος". Όπως παρατηρεί ένας σύγχρονος σχολιαστής, -‘’η εγωλογική τοποθέτηση, εμπλέκοντας τον άνθρωπο στα συµπλέγµατα των φανταστικών εγωλογικών πλασμάτων, δηµιoυργεί έναν κόσµο σκιών και φαντασµάτων, περιοχή θριαμβική για τη δράση του ψυχίατρου και του ψυχαναλυτή. Γι' αυτό η εξόρμηση προς τη θεώρηση του είδους, σημαίνει την ανθρώπινη απελευθέρωση’’.

Με άλλα λόγια, ο φιλόσοφος ελευθερώνεται από τη σκλαβιά του Εγώ µε έναν απλό τρόπο: το αντικαθιστά σταδιακά µε ολόκληρο τον κόσµο.

Το δεύτερο βήμα είναι όταν προσπαθεί να αποκαταστήσει την επαφή µε τον αρχικό Εαυτό - εκείνο που ξεχάσαμε όταν ανακηρύξαμε τους εαυτούς µας σε πρωταθλητές του γιγνώσκειν.

Όταν η φώτιση χτυπάει την πόρτα


Περνάμε την καθημερινή µας ζωή χωρίς να καταλαβαίνουμε σχεδόν τίποτε για τον Κόσμο. Ελάχιστα προβληματιζόμαστε για τα μεγάλα κοσμολογικά μυστήρια - για την κοσμική μηχανή που παράγει το φως και κάνει δυνατή την ύπαρξη της ζωής, για την βαρύτητα που µας κρατάει πάνω σε έναν περιστρεφόμενο πλανήτη, ο οποίος διαφορετικά θα μας εκσφενδόνιζε στο διάστημα, για τα άτομα που µας αποτελούν και από την σταθερότητα των οποίων εξαρτιόμαστε. Παρόμοια, χαμένοι όπως είμαστε στον κόσµο των υποκειμενικών µας πραγμάτων, ελάχιστα αναρωτιόμαστε για τη φύση των δυνάμεων του ανθρώπου - ον έχουμε µόνο αυτές που εκδηλώνουμε στην κοινωνική ζωή ή αν υπάρχουν μέσα µας και άλλες αναξιοποίητες. Το ίδιο μακριά από το στόχαστρο της προσοχής µας βρίσκονται τα σχετικά µε την εμφάνιση και την πορεία των όντων ερωτηματικά.

Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες στιγμές, που όσο απασχολημένοι κι αν είμαστε µε τις υποθέσεις και τα προβλήματα µας, το μυαλό ξεστρατίζει λίγο απ' αυτό για να ρίξει μια φευγαλέα ματιά στα μυστήρια που µας περιβάλλουν. Τις στιγμές αυτές, αν είμαστε τυχεροί, κεραυνοβολούν τη συνείδησή µας ορισμένες αλήθειες, που ισοδυναμούν µε θείες εκλάμψεις: συνειδητοποιούμε ότι είμαστε τόσο γερά πιασμένοι στο δόκανο του αγώνα της διαμόρφωσης του μέλλοντός µας, της επιβίωσης και του ευδαιμονισμού, ώστε έχουμε ξεχάσει τα ουσιαστικά και θεμελιώδη: από πού ήρθαµε και ποιος ήταν ο σκοπός για τον οποίο ήρθαµε εδώ. Αυτές οι συνειδητoπoιήσεις ταράζουν συνήθως τα λιμνάζοντα νερά της ύπαρξής µας. Για τους περισσότερους, που δεν μπορούν να εξισορροπήσουν την πρόσθετη αυτή ανάδευση, η επιστροφή στο γνώριμο έδαφος των καθημερινών ασχολιών προσφέρει ανακούφιση. Για τις ευγενικές ψυχές, οι στιγμές αυτές λειτουργούν σαν ορόσημα μπροστά από την προηγούμενη ζωή τους και σε μια καινούρια που ανοίγεται ξεκάθαρα μπροστά τους.

Αυτή η νέα κατεύθυνση, η δυναμική της οποίας είναι ικανή να μετατρέψει το αρχικό φευγαλέο κοίταγμα σε σταθερό προσανατολισμό, αποκαλείται ‘’μονοπάτι των φιλοσόφων’’.

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΣ. Τη µακρινή εκείνη εποχή που σ' αυτόν εδώ τον τόπο ξεκίνησε η μελέτη των επιστημών και της φιλοσοφίας, οι πρώτοι σοφοί και στοχαστές διέθεσαν τον περισσότερο χρόνο της ζωής τους απορώντας γιατί η Φύση είναι έτσι όπως είναι. Αν δημιουργήθηκε ο Κόσμος ή αν υπήρχε από πάντα. Αν ο χρόνος θ' αρχίσει κάποια μέρα να ρέει αντίθετα -όπως υπαινίσσεται ο Πλάτωνας ότι συνέβαινε κάποτε- και τα αποτελέσματα θα προηγούνται από τις αιτίες. Αν υπάρχουν όρια στη δυνατότητα να γνωρίσουμε τον Κόσμο. Δυστυχώς, τα πιο σημαντικά έργα εκείνης της περιόδου έχουν σήμερα χαθεί. Δεν σώζεται ούτε ο εκπληκτικός Μέγας Διάκοσμος του Δημόκριτου (απ΄ όπου ξέρουμε µόνο την ατομική θεωρία), ούτε ο Μικρός Διάκοσμος, που περιλάμβανε κοσμολογία, ζωογονία και ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού,


Ο φιλόσοφος ελευθερώνεται

από τη σκλαβιά του Εγώ µ' έναν απλό και έξυπνο τρόπο:

το αντικαθιστά σταδιακά µε το ενδιαφέρον του

για ολόκληρο τον κόσµο.


αλλά ούτε το Περί νου του ίδιου. Σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο, ο Δημόκριτος έγραψε συνολικά 230 έργα πάνω σε εξήντα διαφορετικά θέματα. Έλεγε δε ότι προτιμούσε να ανακαλύψει την αιτία ενός φυσικού φαινομένου, παρά να γίνει βασιλιάς των Περσών.

Από ένα άλλο χαμένο επίσης σύγγραµµα, το Περί Φύσεως του Ηράκλειτου, σώθηκαν λίγα µόνο αποσπάσματα. Για το τελευταίο αυτό έλεγαν ότι δεν το είχε γράψει άνθρωπος αλλά οι Μούσες και γι' αυτό το θεωρούσαν, όπως αναφέρει ο Διόδοτος, ‘’αλάνθαστο πηδάλιο για κανόνα ζωής’’

ακριβές οιάκισµα προς στάθµην βίου,

ενώ άλλοι το ονόμαζαν ‘’οδηγό συμπεριφοράς, καρίνα ολόκληρου του κόσμου, του ενός και των όλων’’. Αναρωτιέται κανείς τι έργο ήταν αυτό, που οι συγκαιρινοί του Ηράκλειτου, παρομοιάζοντας το µε πλοίο, έλεγαν ότι στηρίζει ολόκληρο τον κόσµο και ότι ήταν για τον άνθρωπο αλάνθαστος κανόνας ζωής. Και αυτά είναι τέσσερα µόνο από τα αναρίθμητα έργα εκείνης της περιόδου - μιας περιόδου που θεωρείται μοναδική σε μεγαλείο σκέψης. Έκτοτε, δεν υπήρξε τίποτε παρόμοιο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Τα ψίχουλα που σώζονται από τους θησαυρούς της ελληνικής γνώσης δεν μαρτυρούν µόνο έναν λαμπρό πολιτισμό, αλλά µε τον επηρεασμό που άσκησαν στη σκέψη των μεταγενέστερων φιλοσόφων, σφράγισαν τη μοίρα και την πορεία ολόκληρου του δυτικού κόσμου.

Αν και τον τελευταίο καιρό η Δύση, παρουσιάζοντας συμπτώματα αμνησίας, δείχνει να ξεχνά την καταγωγή της.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΕΣ. Ο λόγος που η φιλοσοφία ασχολήθηκε εξαρχής µε τα κοσμολογικά μυστήρια είναι καθαρά πρακτικός: γιατί κανονίζουμε την πορεία και τα θέματα μας στη ζωή σύμφωνα με την αντίληψη που έχουμε διαμορφώσει για τον Κόσμο. Όσο πλησιέστερα στην αλήθεια βρίσκεται αυτή η αντίληψη, τόσο πιο δεμένος µε το σύμπαν αισθάνεται ο άνθρωπος. Και το αντίστροφο. Άνθρωπος και Κόσμος είναι προορισμένοι να αναπτύξουν μια διαλεκτική σχέση. Η σχέση αυτή είναι επίμονη και δεν διακόπτεται ποτέ. Κατά συνέπεια, παίρνει τη μορφή ενός συνεχή αγώνα. Επειδή ο αγώνας αυτός απαιτεί πολλές θυσίες, ο απλός άνθρωπος, παραβαίνοντας τον φυσικό του προορισμό, εγκαταλείπει τη μάχη και αφοσιώνεται στις ιδιωτικές του υποθέσεις. Έτσι γίνεται ιδιώτης, το αντίθετο του φιλοσόφου. Ιδιώτες αποκαλεί ο Πλάτωνας όσους αμελούν να ασχοληθούν με την έρευνα της σοφίας -και το πόσο περιφρονητικά χρησιμοποιεί αυτό τον όρο, το καταλαβαίνουμε από τη σημασία που του έδωσαν οι αγγλοσάξονες όταν τον ενέταξαν στη γλώσσα τους σαν δηλωτικό της ανοησίας. Idiot είναι ο βλάκας, αυτός που παρασύρεται από φαντασιώσεις και παραμύθια και δεν είναι ξύπνιος, αυτός που παραλογίζεται, αυτός που κλείνει θεληματικά τα μάτια του στο κάλεσμα του συμπαντικού.

Είναι ο άνθρωπος που χρησιμοποιεί τα αισθητήριά του µόνο και µόνο για να βουτήξει στις ηδονές, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι έτσι γίνεται ‘’τυφλός στο νου, στα αυτιά και στα µάτια’’.

Έχουμε έρθει από κάπου, αλλά έχουμε ξεχάσει από πού και γιατί.

Σε αυτά τα οντολογικά μυστήρια είναι που προσπαθεί να ρίξει φως η φιλοσοφία. Από τη σκοπιά αυτή, είναι η μόνη έλλογη ολότητα που είναι ικανή να επιβληθεί πάνω στην κατακερµατισµένη σκιώδη και άλογη πραγματικότητα. Όπως το έθεσε ο Πλάτωνας, φιλοσοφία δεν είναι τίποτε άλλο από την επαφή με το Είναι, με την αναλλοίωτη ουσία των όντων –του όντως ον – του αρχικού μυστηριώδη εαυτού μας, καθώς και του Λόγου που κυβερνάει τον Κόσμο. Ωστόσο, ενώ βρισκόμαστε αντιμέτωποι µε τόσο μεγάλα και σύνθετα μυστήρια, αντί να κερδίσουμε χρόνο και ενέργεια και να ασχοληθούμε µε καθαρό νου µε αυτά, χειροτερεύουμε την κατάστασή µας, διαπράττοντας ένα διπλό σφάλμα: αναζητάμε μια εύκολη και μασημένη τροφή που να ικανοποιεί την περιέργεια μας- και βρίσκουμε άφθονη από αυτή στις θεωρίες των διαφόρων ‘’δασκάλων’’ και ‘’σοφών’’ – και από την άλλη πιστεύουμε ότι ζωή είναι η συμμετοχή στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις. Με αυτό τον τρόπο όμως δεν έχουμε ούτε ισορροπημένο χαρακτήρα, ούτε ισορροπημένη ζωή, αφού αφήνουμε άλλους να εξουσιάζουν το κορμί και άλλους το μυαλό µας.

Επιστροφή στο παρόν


Όπως αναφέραμε στις δυο προηγούμενες συνέχειες, έρχεται κάποια στιγμή γύρω στα τριάντα πέντε που ανακαλύπτουμε ότι είμαστε θνητοί και ότι ο χρόνος που µας απομένει είναι λίγος. Κάπως μπορούμε να παρηγορηθούμε από το γεγονός ότι ωριμάσαμε κι ότι μεγαλώνοντας κερδίσαμε σε πείρα και σοφία. Παρ' όλα αυτά, στην άκρη του ορίζοντα προβάλλει ήδη ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου: τα γηρατειά. Αργά αλλά σταθερά κατακτούν το κορμί και το νου εκτοπίζοντας, εκτός απ' όλα τ' άλλα, και τη μνήμη. Και χωρίς μνήμη δεν μπορείς καν να θυμηθείς τη σοφία που κάποτε είχες.

Από κει και πέρα ο καθένας οργανώνει µε όποιον τρόπο μπορεί την άμυνα του. Άλλοι προσκολλώνται στη δουλειά που έμαθαν κατά τα προηγούμενα χρόνια της ζωής τους, προτιμώντας να αφήσουν την τελευταία τους πνοή όρθιοι παρά να µπουν θεληματικά στο περιθώριο. Άλλοι γαντζώνονται στα παιδιά τους ή στα παιδιά των παιδιών τους. Άλλοι φροντίζουν να κάνουν μετρημένη χρήση των δυνάμεων τους, πιστεύοντας ότι έτσι θα παρατείνουν το τέλος. Άλλοι αγωνίζονται να συσσωρεύσουν χρήματα για να μπορούν μετά να ζουν σ' ένα διαρκές γλεντοκόπι, µε τη δικαιολογία ότι, αφού η ζωή είναι μικρή, πρέπει να τη ζει κανείς ευχάριστα. Όμως, οτιδήποτε κι αν κάνει κάποιος, απ' όπου κι αν πιαστεί, ο χρόνος σύντομα θα του ξεσφίξει ένα-ένα τα δάχτυλα και θα τον παρασύρει μαζί του στην άβυσσο...

ΖΩΗ ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ. Ο Θεόφραστος, που διαδέχτηκε τον Αριστοτέλη στη διεύθυνση του Λυκείου, έλεγε ότι εμείς οι άνθρωποι, τη στιγμή που αρχίζουμε να ζούμε πραγματικά, τότε πεθαίνουμε. Και παραπονιόταν, αναφέρει ο Κικέρωνας, γιατί η φύση έδωσε στα ελάφια και στις κουρούνες μια τόσο μακριά ζωή που τους είναι άχρηστη, ενώ στους ανθρώπους δεν έδωσε παρά μια τόσο σύντομη ζωή, μολονότι αυτοί έπρεπε να ζουν περισσότερο.

Είναι, βέβαια, μια πολύ κοινότοπη αλήθεια, ότι γένεση, ωρίμανση, γηρατειά και θάνατος αποτελούν τον σιδερένιο κύκλο, στον οποίο εντάσσεται καθετί ανθρώπινο και τον οποίο πρέπει να διατρέξει. Ολόκληρη η ύπαρξη μπορεί να παροµοιαστεί µε την ταλάντωση ενός εκκρεμούς που κινείται από το ένα αντίθετο προς το άλλο αντίθετο άκρο – από τη ζωή στο θάνατο και πάλι στη ζωή. Όπως γράφει ο Πλάτωνας, οι ζωντανοί προέρχονται από τους νεκρούς, όπως ακριβώς οι νεκροί από τους ζωντανούς. Αυτό το αέναο κυκλικό αντιστάθµισµα, μέσα στο οποίο πορεύεται εγκλωβισμένη η ανθρώπινη ύπαρξη, αποτυπώθηκε στη μυθική σκέψη της αρχαίας Ελλάδας µε τον κολασμό του βασιλιά Ιξίωνα, ο οποίος καταδικάστηκε να βασανίζεται δεμένος πάνω σ' ένα φλεγόμενο τροχό που περιστρέφεται στα σκοτεινά βασίλεια του Άδη. Όλοι µας, όπως ο Ιξίωνας, είμαστε δέσμιοι στον κοσμικό τροχό των συνεχών επαναγεννήσεων. Γεννιόμαστε, πεθαίνουμε και ξαναγεννιόμαστε είτε σαν άτομα είτε σαν είδος - ή και σαν άτομα και σαν είδος. Αλλά δεν µας ενδιαφέρει το αν η ψυχή εξαφανίζεται ή επιζεί μετά το θάνατο και ξαναγεννιέται. Αυτό που µας ενδιαφέρει είναι ότι δεν φαίνεται να υπάρχει τέλος σε αυτόν τον κύκλο της γέννησης και της φθοράς και ότι σαν τον Προµηθέα, αλυσοδεµένοι στον βράχο-μηχανισμό της ύλης,

Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάµα

περιμένουμε τον Αετό του Δία πότε θαρθεί να µας φάει το συκώτι - την έδρα της θνητής µας ψυχής. Αρµενίζουµε μέσα στην απεραντοσύνη του χρόνου, πότε γελώντας και πότε κλαίγοντας, μέχρι τη μέρα που ο κοσμικός άνεμος θα διαλύσει σαν πομφόλυγα το όνειρο που αποκαλούμε ζωή.

Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΗΣ ΙΣΤΙΟΣΑΝIΔΑΣ. Σαν τους σέρφερ διασχίζουμε τα κύματα της ζωής πάνω σε μια εύθραυστη σανίδα. Λίγοι από εμάς φτάνουν σώοι στην ξηρά. Οι περισσότεροι ανατρέπονται από τα κύματα. Το µόνο που έχει καταφέρει μέχρι τώρα το ανθρώπινο γένος είναι να προσπαθεί να διασκεδάσει αυτή την ολισθηρή πορεία µε ασχολίες και θεωρίες που ξεγελούν, ώστε να αποσπάται η προσοχή και η ζωή να φαίνεται έτσι λιγότερο οδυνηρή.

Η συμμετοχή µας στο ταξίδι της ζωής συνεπάγεται δυο αποδοχές: πρώτον, αποδεχόμαστε τον σιδερένιο κύκλο της γένεσης, της φθοράς και της παρακμής. Δεύτερον, ότι το ταξίδι µας θα έχει περιορισμένη διάρκεια. Κι επειδή η ζωή είναι μικρή, πολλοί πιστεύουν ότι πρέπει να τη ζει κανείς σε όλο της το μπούγιο. Ι want it all and Ι want it now. Διατυπωμένη σε οποιαδήποτε γλώσσα, η πρόσκληση αυτή για ευδαιμονισμό αποτελεί το υπ' αριθµόν ένα modus vivendί όλων των εποχών.

Πραγματικά. Και τι δεν έχει να προσφέρει η ζωή, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή της αφθονίας! Ό,τι επιθυμήσει κανείς και μάλιστα σε οποιαδήποτε ποσότητα. Ακόμη κι αν δεν έχει κάποιος τα απαραίτητα μέσα, μπορεί να εισέλθει στην κοιλάδα των απολαύσεων με πίστωση. Όμως, καθώς μπαίνουμε χαμογελαστοί σ΄ αυτή την κοιλάδα, παρασυρμένοι από τα λογής λογής προσφερόμενα προϊόντα και τις ηδονές ξεχνάμε το φοβερό αντίτιμο που πρέπει να καταβάλουμε κατά την έξοδο. 'Όπως έχει πει ο Μπρεχτ. –‘’αυτοί που γελούν, δεν έχουν ακούσει ακόμη τα άσχημα νέα’’. Γιατί, αν σταθούμε και την εξετάσουμε ψύχραιμα, θα δούμε ότι η πρόσκληση που μας στέλνεται κατά τη στιγμή της γέννησης μας και μας καλεί να πάρουμε μέρος στο πανηγύρι της ζωής, έχει στην πίσω πλευρά τυπωμένο ένα αγγελτήριο θανάτου με ανοιχτή ημερομηνία λήξης.

Αγγελτήριο για ποιον; Μα, για όλους εμάς, που πιστεύουμε ότι οι χαρές αυτού του κόσμου προσφέρονται δωρεάν. Τα αγαθά που απλώνονται μπροστά µας, εξοφλούνται κατά ένα μέρος µόνο µε κόπους και χρήματα. Το υπόλοιπο του λογαριασμού πιστώνεται µε την ίδια τη ζωή µας.

Μοιάζουμε κάπως µε τον Βούτα, έναν από αυτούς που συμμετείχαν στην αργοναυτική εκστρατεία. Ο ήρωας αυτός, όταν το πλοίο των Αργοναυτών πλησίαζε στο νησί των Σειρήνων, παρασύρθηκε από τα θέλγητρά τους και πέφτοντας από το πλοίο κολύμπησε προς το μέρος τους. Αλλά ξέρουμε τι πάθαιναν όσοι έπεφταν θύματα της μουσικής των Σειρήνων.

Δεν τα αναφέρουμε όλα αυτά από υπερβολική αυστηρότητα στην αξιολόγηση των ανθρωπίνων πράξεων. Δεν είμαστε τιμητές ή πουριτανοί. Αυτό που µας ενδιαφέρει είναι να δείξουμε ότι, σύμφωνα με την ιδιαίτερη φύση του, καθένας από εμάς μπλέκεται στα γρανάζια ενός μοντέλου ζωής, το οποίο καλείται να υπηρετήσει, χωρίς να αναρωτιέται κατά πόσο αυτό του προσφέρει αληθινή ευτυχία. Έτσι, κοπιάζουμε λιγότερο για να γίνουμε πραγματικά ευτυχισμένοι, παρά για να κάνουμε τους άλλους να πιστέψουν πως είμαστε. Ότι όμως η ζωή που ζούμε δεν είναι αυτή που πιστεύουμε πως ζούμε, πιστοποιείται από την αντινομία που εμφανίζεται ανάμεσα στο πώς φανταζόμαστε τη ζωή και στο τι αληθινά αυτή συνεπάγεται - την φθορά και την παρακμή.

Δεν διαφωνούμε ότι πρέπει κανείς να μπορεί να συμμετέχει στις doυcers de viνre, στις νοστιμάδες της ζωής. Όμως το αντίτιμο που χρειάζεται να καταβάλεις ισοδυναμεί µε την εξόντωση σου. Έτσι, πώς μπορεί ν' αποκληθεί πραγματική, όταν στην προσπάθειά σου ν' αγγίξεις τον Παράδεισο, βυθίζεσαι στα τρίσβαθα της Κόλασης; Όταν η κοιλάδα των απολαύσεων μεταβάλλεται σε κοιλάδα των δακρύων;

Όπως επισημαίνει ο Θεόφραστος: ‘’Η ζωή καυχιέται για πολλές απολαύσεις, αλλά φαινοµενικώς’’.

Έτσι, στους φίλους των ηδονών, που πιστεύουν ότι η ζωή είναι μια διαρκής απόλαυση και δεν αντιλαμβάνονται ότι στην πραγματικότητα είναι δούλοι των επιθυμιών τους, θυμίζουμε αυτά που λέει ο Δηµόκριτος: ‘’Για κείνους που ζητούν την ευχαρίστηση στο μαλακό υπογάστριο, στο φαγητό, στο πιοτό και στον έρωτα, για όλους αυτούς λίγες είναι οι χαρές και διαρκούν λίγο, όσο η πράξη του φαγητού και του πιοτού, ενώ οι λύπες πολλές και μακρές. Γιατί η επιθυμία τους, τους στρέφει συνεχώς στα ίδια πράγματα. Και μόλις την ικανοποιήσουν, η απόλαυση παρέρχεται και δεν τους αφήνει κανένα καλό έξω από την ανάμνηση της πρόσκαιρης ευχαρίστησης που είχαν. Ύστερα εμφανίζεται πάλι η επιθυμία...’’

Για κείνους δε που πιστεύουν ότι μετά το θάνατο υπάρχει η αληθινή ζωή µε αντίστοιχες τιμωρίες κι ανταμοιβές, ο Δημόκριτος λέει: ‘’Μερικοί που φαίνεται να αγνοούν ότι η ανθρώπινη φύση υπόκειται σε οριστική διάλυση, έχουν όμως επίγνωση των κακών πράξεων που έκαναν στη ζωή τους, περνούν άθλια τα χρόνια τους, μέσα σε αγωνίες και φόβους, πλάθοντας ψεύτικα παραμύθια για τον χρόνο τον πέρα από το θάνατο’’.

Τα αποσπάσματα αυτά οφείλουμε να τα συλλογιστούμε καλά. Εάν µας ενδιαφέρει να βρούμε τον πραγματικό Εαυτό µας -το όντως ον- σίγουρα αυτός δεν βρίσκεται ούτε στο ένα ούτε στο άλλο είδος βίου. Πρώτα όμως ας εστιάσουμε την προσοχή µας στο σύμπλεγμα που αποκαλούμε σκιώδη εαυτό και ας δούμε τι ακριβώς είναι.

Το γνώθι σαυτόν

και πώς να το αποκτήσετε


Δεν καταδικαστήκαμε μόνο να ζούμε εξόριστοι σ' αυτόν τον πλανήτη, αλλά μέρος της τιμωρίας µας είναι να συμβιώνουμε µε τον εαυτό µας - ή µάλλον µε τη σκιά του αληθινού εαυτού µας, τον οποίο εγκαταλείψαμε για να έρθουμε εδώ. Αυτόν τον σκιώδη εαυτό -που αντιλαμβανόμαστε ως Εγώ- είτε µας φαίνεται άδειος είτε βαρετός είτε πηγή προβλημάτων, τον κανακεύουμε και τον αγαπάμε. Ουσιαστικά δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτόν. Ωστόσο, σκεφτείτε μια στιγμή κατά την οποία θα υπήρχατε χωρίς τη συντροφιά του. Μπορείτε να φανταστείτε κάτι τέτοιο; Μπορείτε να φανταστείτε μια στιγμή, κατά την οποία θα υπήρχατε χωρίς τον εαυτό σας; Μια απειροελάχιστη έστω στιγμή που θα είσασταν χωρίς εσάς; Μάλλον φαίνεται αδύνατο. Πώς μπορεί να φανταστεί κανείς την ύπαρξή του χωρίς αυτό το αθώο και ακριμάτιστο πλάσμα που κρύβει μέσα του; Αφού λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, ας σκύψουμε στον εαυτό που λατρεύουμε και ας του ψιθυρίσουμε:

‘’Ε, άνθρωπε! το σώμα σου είναι από τη φύση του πηγή πολλών ασθενειών και παθών, αλλά δέχεται κι απέξω πολλές προσβολές κι ερεθίσματα. Αν όμως ανοίξεις το εσωτερικό σου, θα βρεις εκεί μέσα όχι τους θησαυρούς της ψυχής, αλλά μια συλλογή κι ένα κουμπαρά από λογής λογής μοιραία και ασήκωτα κακά’’ (ποικίλον τι και πολυπαθές κακών και θησαύρισμα).

Αυτά τα Λόγια του Δημόκριτου δεν απευθύνονταν μόνο στους κακούς, αλλά γενικά σε όλους τους ανθρώπους. Για τους αρχαίους στοχαστές, ιδιαίτερα για τους προσωκρατικούς, ο άνθρωπος είναι ένα πράγμα, και αυτό είναι κακό. ‘’Οι πλείστοι κακοί’’, είχε αποφανθεί ο Βίας, ένας από τους Επτά Σοφούς, στον οποίο δεν ήταν άγνωστη η ατμόσφαιρα των δικαστηρίων, αν και ο ίδιος, όταν συνηγορούσε, χρησιμοποιούσε τη δύναμη των λόγων του µόνο σε δίκαιες υποθέσεις. Σήμερα δικαιολογούμε τον εαυτό µας ότι κι αν κάνει και τον εξωραΐζουμε μέχρι του σημείου που λάμπει σαν αστέρι. Ίσως γιατί δεν έχουμε την τόλμη να τον αντικρίσουμε όπως πραγματικά είναι - ποικίλλον τι και πολυπαθές κακών ταμιείον και θησαύρισμα.

Ο Ηράκλειτος, που είναι γνωστό ότι δεν χάριζε κάστανα, εκφράζεται για το ανθρώπινο είδος µε πολύ οξύτερα λόγια. Γι' αυτόν οι άνθρωποι είναι κουφοί και τυφλοί και ελάχιστα διαφέρουν από τα σκυλιά και τα γουρούνια. Άλλωστε πως θα μπορούσε να έχει διαφορετική άποψη αυτός για τον οποίο οι συγκαιρινοί του, περιγράφοντας τον, έλεγαν ότι είναι μεγαλόφρων παρ' οντιναούν και υπερόπτης, περήφανος κι ακατάδεχτος; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Ηράκλειτος αρνήθηκε τον θρόνο της Εφέσου προκειμένου να επιδοθεί απερίσπαστα στην αναζήτηση της σοφίας.

Ωστόσο, η γνώμη του Εφέσιου στοχαστή δεν είναι απόρροια του χαρακτήρα του, αλλά στηρίζεται σε επιχειρήματα. Οι άνθρωποι είναι κακοί γιατί αντιδικούν µε την αλήθεια (άνθρωποι κακοί αληθινών αντίδικοι). Και συνεχίζει: ‘’Αν και η σοφία είναι αιώνια αληθινή, οι άνθρωποι γίνονται ασύνετοι και πριν ακούσουν τον λόγο της και αφού τον ακούσουν... Όταν ακούν, δεν καταλαβαίνουν και γι' αυτό μοιάζουν µε κουφούς. Όπως λέει η παροιμία: παρόντες απουσιάζουν. Αλλά και τα σκυλιά γαυγίζουν όποιους δεν γνωρίζουν... Άλλοι σαν τα γουρούνια κυλιούνται μες στη λάσπη, κι άλλοι σαν τα πουλερικά μες στη σκόνη ή μες στη στάχτη. Τα γουρούνια χαίρονται πιο πολύ όταν βρίσκονται μέσα στο βούρκο παρά μέσα στο καθαρό νερό. Εάν βάλεις μπροστά σε ένα γαϊδούρι άχυρο και χρυσάφι, αυτό θα διαλέξει το άχυρο’’.

Κανείς ποτέ άλλοτε στην ιστορία της ανθρώπινης γραμματείας δεν καυτηρίασε µε καλύτερο τρόπο τη γελοιότητα της ζωής εκείνων που αρνούνται να προσφέρουν τον εαυτό τους στο συμπαντικό δράμα και συγκεντρώνουν όλη την προσοχή τους στο προσωπικό τους δράμα, που δεν είναι καν προσωπικό.

Αν λοιπόν αυτός είναι ο σπουδαίος εαυτός µας, τότε δεν είναι περίεργο που τελικά βυθίζεται στη λησµovιά.

ΙΣΟΡΡΟΠΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ. Οι φιλόσοφοι της ελληνικής αρχαιότητας διατείνoνταν ότι υπάρχει ένας τελικός σκοπός και ότι αυτός έγκειται στην αυτάρκεια. Πραγματικά αρκούν λίγα για να κάνουν ευτυχισμένο τον φρόνιμο. Όμως τίποτε δεν μπορεί να ικανοποιήσει έναν τρελό, και για τούτο όλοι σχεδόν οι άνθρωποι είναι σήμερα δυστυχισμένοι.

Όποιος έχει μελετήσει ιστορία, σίγουρα θα έχει παρατηρήσει ότι η ανθρώπινη φύση παραμένει αναλλοίωτη μέσα στους αιώνες. Ισχύουν λοιπόν και σήμερα αυτό που έλεγαν οι αρχαίοι στοχαστές. Μπορεί το βιβλίο του Ηράκλειτου να έχει χαθεί, υπάρχει όμως ένα απόσπασμα του Δημόκριτου που σώζεται στο Ανθολόγιο του Στοβαίου και που μπορεί να χρησιμεύσει και σήμερα ως αλάνθαστος οδηγός συμπεριφοράς:

‘’Οι άνθρωποι κατακτούν τη γαλήνη του πνεύματος, όταν βάζουν μέτρο στις χαρές τους και ισορροπούν τη ζωή τους. Το λειψό και το υπερβολικό είναι άστατα και προξενούν μεγάλες αναστατώσεις στο πνεύμα. Οι ψυχές που τις δέρνουν μεγάλες αντιθέσεις δεν είναι ούτε σταθερές ούτε γαλήνιες. Γι' αυτό πρέπει να κατευθύνεις το νου σου σε πράγματα εφικτά και να είσαι ικανοποιημένος µ' αυτά που έχεις, χωρίς να πολυδίνεις σημασία σ' εκείνους που οι άλλοι τους ζηλεύουν και τους θαυμάζουν, και χωρίς να τους ακολουθείς µε τη σκέψη σου. Πρέπει περισσότερο νάχεις μπροστά στα µάτια σου τη ζωή των δυστυχισμένων και να μελετάς προσεκτικά τις συμφορές τους. Έτσι η δική σου κατάσταση θα σου φαίνεται σπουδαία και αξιοζήλευτη, και δεν θα βασανίζεις την ψυχή σου επιθυμώντας περισσότερα. Όποιος αλήθεια θαυμάζει τους πλούσιους κι εκείνους που οι άλλοι τους καλοτυχίζουν και πάντα τους ακολουθεί με τη σκέψη του, αυτός αναγκάζεται να καταπιάνεται συνεχώς µε πράγματα καινούρια και να δίνει διέξοδο στην απληστία του κάνοντας κάτι ολέθριο, απαγορευμένο από τους νόμους. Γι' αυτό πρέπει να μην επιδιώκει οτιδήποτε παρουσιάζεται μπροστά του, αλλά να μένει ικανοποιημένος µ' αυτά που έχει. Να συγκρίνει τη ζωή του µ' εκείνων που βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση. Να φέρνει στο νου του όσα υποφέρουν και να μακαρίζει τον εαυτό του, που η κατάσταση και η ζωή του είναι σε αρκετά καλύτερη μοίρα από κείνους. Αν αυτό το κριτήριο χρησιμοποιείς, θα ζήσεις πιο γαλήνια και θα γλιτώσεις στη ζωή σου από την επίδραση όχι λίγων κακών πνευμάτων, όπως είναι ο φθόνος, η ζήλεια και το µίσος’’.

Ο Δηµόκριτος προτείνει αυτόν τον εξαιρετικά νηφάλιο και ισορροπημένο τρόπο ζωής, έναν τρόπο που έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση µε όσα πρεσβεύουμε σήμερα, για όσους ενδιαφέρονται να ξεκλέψουν χρόνο και δυνάμεις για να ασχοληθούν µε τη φιλοσοφική έρευνα. Ο Δηµόκριτος πίστευε ότι η ευτυχία και η δυστυχία δεν προέρχονται από τις εξωτερικές συνθήκες, αλλά είναι καταστάσεις της ψυχής. Συγκεκριμένα έλεγε: ‘’Η ευτυχία δεν βρίσκεται στα αποκτήματα ή το χρυσάφι, αλλά στο δαίμονα που κατοικεί μέσα στην ψυχή’’. (Ευδαιµονίη ψυχής και κακοδαιµονίη, ευδαιµονίη ουκ εν βοσκήµασιν οικεί ουδέ εν χρυσώ, ψυχή οικητήριον δαίµονος).

Η κοιλάδα των σκιών και της Λήθης


Έχοντας διατρέξει μια αρκετά μεγάλη διαδρομή, φτάσαμε στο σημείο όπου πρέπει να αντιμετωπίσουμε ένα λογικό παράδοξο. Άραγε γιατί, όποιο είδος βίου κι αν επιλέξουμε, οδηγούμαστε στο θάνατο; Ζωή και θάνατος είναι αντίθετες έννοιες. Σύμφωνα λοιπόν µε τη λογική, εάν ζούσαμε αληθινά, τότε δεν θα έπρεπε να πεθαίνουμε καθόλου. Όμως, όχι µόνο εμείς, αλλά όλα γύρω µας υπόκεινται στη διαδικασία της φθοράς: η ύλη, η αγάπη, οι ιδέες. Δεν ήμασταν ίδιοι δώδεκα χρονών, ούτε όταν φοιτούσαμε στο Πανεπιστήμιο. Δεν είμαστε ίδιοι όταν έχουμε χωρίσει, ούτε όταν είμαστε παντρεμένοι. Βρισκόμαστε σε μια αέναη κίνηση - φθειρόμαστε και αλλάζουμε δίχως σταματηµό. Από τη σκοπιά αυτή, η ζωή µας δεν είναι ένα άνυσμα που περατώνεται στο θάνατο, αλλά μια συνεχής διαδικασία μικρών θανάτων. Ζούμε και δεν ζούμε, είμαστε και δεν είμαστε. Κάθε μέρα ο άνθρωπος πεθαίνει, κι όμως παραμένει ο ίδιος. ‘’Θάνατος’’, µας λέει ο Ηράκλειτος, ‘’είναι όλα όσα βλέπουμε γύρω µας μόλις ξυπνάμε’’. Και συνεχίζει: ‘’ο άνθρωπος ... ζωντανός αγγίζει τον πεθαμένο, ξύπνιος αγγίζει τον λήθαργο. Μέσα µας είναι το ίδιο πράγμα το ζωντανό και το νεκρό, το ξύπνιο και το κοιμισµένο, το νέο και το γεροντικό, γιατί αυτά μεταπίπτουν σε εκείνα, και εκείνα µε τη σειρά τους μεταβάλλονται σε αυτά’’.

Την άποψη ότι η ζωή είναι ταυτόχρονα θάνατος, είχε και ο Θαλής, που συγκαταλεγόταν μεταξύ των περίφημων Επτά Σοφών της Ελλάδας και τον οποίο ο Ευσέβιος στο Praeparatio evangelica παρουσιάζει ως ‘’τον πατέρα της φιλοσοφίας’’. Κάποτε, μιλώντας σε μια παρέα για τα δεινά του βίου, έλεγε ότι το ζην δε διαφέρει σε τίποτε από το θνήσκειν. ‘’Τότε εσύ’’, του είπε κάποιος, ‘’γιατί δεν προτιμάς το θάνατο από τη ζωή;’’ (γιατί δεν αυτοκτονείς) . ‘’Γιατί ένα πράγμα είναι και τα δυο’’. απάντησε εκείνος.

Και δεν πρέπει βέβαια να ξεχνάμε τον Ευριπίδη, ο οποίος έλεγε:

Όλα τα εγκόσμια τα βλέπω σαν σκιά.

Μήπως λοιπόν, από τη στιγμή που ο θάνατος εμφανίζεται ως κατηγόρημα της ζωής, πρέπει να δεχτούμε ότι ζωή και θάνατος είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα;

Αυτό φαίνεται λογικό από το να δεχόμαστε ως "ζωή" αυτό που µας οδηγεί στο μοιραίο. Και όμως! Από την πρώτη στιγμή που γεννιόμαστε, μαθαίνουμε να συμβιβαζόμαστε µε το παράλογο και το αντιφατικό. Δεχόμαστε την ύπαρξή µας ως πλήρη, τη στιγμή που είναι μισή, αφού ‘’είμαστε και δεν είμαστε’’, ‘’ζούμε και δεν ζούμε’’, κατά τον Ηράκλειτο. Μήπως λοιπόν δεν είμαστε µόνο ζωντανοί, αλλά και πεθαμένοι; Με άλλα λόγια, μήπως βρισκόμαστε ήδη στο μεταθανάτιο στάδιο ύπαρξης και δεν το έχουμε αντιληφθεί;

Αποκαλούμε ζωή την αναλαμπή της ύπαρξης στον ενδιάμεσο χρόνο μεταξύ της γέννησης και του θανάτου, και θάνατο την απώλεια της συνείδησης, το σταμάτημα του βιολογικού ρολογιού. Στην πραγματικότητα όμως αγνοούμε τόσο το τι υπήρχε πριν τη γέννησή µας, όσο και αυτό που ακολουθεί. Απλώς ζούμε µε την ελπίδα ότι η ψυχή επιζεί μετά το θάνατο κι ότι σε τελευταία ανάλυση θ' ασχοληθούμε µε το θέμα αυτό όταν έρθει εκείνη η ώρα. Ωστόσο, ο Ηράκλειτος προειδοποιεί: ‘’Τους ανθρώπους, όταν πεθάνουν, τους περιμένουν πράγματα που ούτε φαντάζονται ούτε ελπίζουν’’. Στο αινιγματικό αυτό χωρίο ο Εφέσιος στοχαστής µας λέει ότι πρέπει να μάθουμε πάντοτε να προσμένουμε το απρόσμενο και να ελπίζουμε ότι θα συναρτήσουμε το ανέλπιστο. Οι άνθρωποι, όπως δεν σκέφτονται τη ζωή τους και τον μοιραίο της τερματισμό, έτσι δεν σκέφτονται και κείνο που θα ήταν δυνατό να τους περιμένει μετά το θάνατό τους.

Τι μπορεί να είναι αυτό; Γνωρίζοντας ότι σύμφωνα µε την ηρακλειτική σκέψη είναι κοινά η αρχή και το τέλος ενός κύκλου (ξυνόν γαρ αρχή και πέρας επί κύκλου περιφερείας), συμπεραίνουμε ότι η τροχιά της ζωής µας καταλήγει στο σημείο απ' όπου ξεκίνησε - πηγαίνουμε εκεί που βρισκόμασταν πριν γεννηθούμε. Όμως στο μεταξύ έχουμε υποστεί την τελική φθορά και αποσύνθεση. Έτσι, κατά τον Ηράκλειτο, οι νεκροί αξίζουν λιγότερο κι απ' την κοπριά (νέκυες γαρ κοπρίων εκβλητότεροι). Αν μπορούσαμε να φτάσουμε στο σημείο αυτό ζωντανοί, ούτε λίγο ούτε πολύ θα κατακτούσαμε την αθανασία! Σε μια τέτοια περίπτωση, αν δηλαδή μπορούσαμε να πάμε συνειδητά στο σημείο όπου βρισκόμασταν πριν τη γέννησή µας, ο φθαρτός δακτύλιος της ζωής µας θα μεταβαλλόταν σε έναν δακτύλιο δύναμης!

ΑΝΤΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. Αλλά, θα ρωτήσει κάποιος, μπορεί να αποτραπεί η μοιραία πορεία του ανθρώπου προς τη φθορά και την παρακμή; Στόχος αυτής της πραγματείας είναι να απαντήσει στο ερώτημα αυτό καταφατικά. Όχι για να σπείρει ψεύτικες ελπίδες, αλλά για να καταδείξει ένα οντολογικό μονοπάτι. Ουσιαστικά, αν το καλοσκεφτούμε, έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε δυο θανάτους: ο ένας είναι αυτός που ήδη υφιστάμεθα και που, όσο κι αν αποστρέφουμε το μυαλό µας από αυτό, καταλήγει στην ολική απώλεια της συνείδησης. Το δεύτερο είδος, ο "φιλοσοφικός θάνατος", ακολουθεί αντίστροφη πορεία -πηγαίνει πίσω στο σημείο που βρισκόμασταν πριν τη γέννησή µας. Και βέβαια είναι περιττό να πούμε ότι το πλεονέκτημα εδώ βρίσκεται στο ότι παραμένει κανείς ζωντανός. Όμως ο ένας δρόμος αποκλείει τον άλλον. Βαδίζοντας τον δρόμο που ακολουθούμε ήδη μαζί µε τους υπολοίπους νεκρούς, είναι μάταιο να ελπίζουμε στην αθανασία. Κατά συνέπεια, πρέπει να αρνηθούμε αυτό το δρόμο για να βαδίσουμε εκείνον που οδηγεί στην αυτοσυνειδησία. Γιατί αυτός που έχει υποστεί τον "φιλοσοφικό θάνατο" δεν μετακινείται συνειδησιακά, αλλά μένει σταθερός στο σημείο του Είναι - ένα διαχρονικό σημείο που βρίσκεται έξω από τον κύκλο της γέννησης και του θανάτου.


Γλυκιά η ζωή, αλλά το έργο θάνατος


Ζωή και θάνατος - αξεδιάλυτα ενωμένα σε μυστική συμφωνία. Η απλή αυτή αλήθεια χρωματίζει τον ανθρώπινο βίο, τον οποίο ο Ηράκλειτος -κατεβάζοντας τον τόνο κατά μια θέση- παρέβαλε µε τόξο (βιός). ‘’Βίος: το όνομα του τόξου βιός, αλλά το έργο θάνατος’’. Η ζωή οδηγεί αναπόδραστα στο θάνατο; Γιατί; Διότι η ζωή των λογικών όντων ξεκίνησε µ' ένα θάνατο - αυτόν της ψυχής. Η αρχή της ζωής µας είναι η ψυχή ή µάλλον ο θάνατός της. Για τον Ηράκλειτο, οι άνθρωποι ζουν τον θάνατο των ψυχών τους: ‘’Αθάνατοι θνητοί, θνητοί αθάνατοι, ζώντες των εκείνων θάνατον, τον δε εκείνων βίον τεθνεώτες’’. Για να ζήσουμε εδώ, υποβάλλαμε την ψυχή µας σε αναγκαστικό ύπνο. Όταν όμως η ψυχή - το διπλό µας αφυπνιστεί κι αποφασίσει να εγκαταλείψει τον κόσµο, η πράξη της αυτή σηματοδοτεί τη δική µας απώλεια.

Ας γίνουμε λίγο περισσότερο σαφείς. Θάνατος της ψυχής αποκαλείται η αδυναμία της να σταθεί στον υψηλό εκείνο τόπο που μνημονεύει ο Πλάτωνας στον Φαίδρo. Η ψυχή δεν είναι καθαρή, γυμνή, αδιάφορη, αλλά σκιάζεται από επιθυμίες και τη λαχτάρα να τις ικανοποιήσει. Όπως ένα σφουγγάρι που έχει απορροφήσει νερό, η ψυχή βαραίνει και αρχίζει να πέφτει. Πεθαίνοντας εκεί, γεννιέται εδώ. Οι ψυχές έρχονται και ξανάρχονται εδώ σπρωγμένες από την ανάγκη να υλοποιήσουν τις επιθυμίες ή τα σχέδια τους. Αυτός είναι ο λόγος που ο Ηράκλειτος θεωρούσε την ψυχή -αναθυµίασιν των εν αυτή υγρών- κι ότι όσο περισσότερο αερώδης και λιγότερο υγρή είναι, τόσο περισσότερο βελτιώνεται εξελικτικά: ‘’ξηρή ψυχή σοφωτάτη και αρίστη’’.

Οι ανόητοι, έλεγε ο Ηράκλειτος, ‘’κωφοίσιν εοίκασι’’, μοιάζουν µε κουφούς, και αυτός που μεθάει από την προσμονή της ηδονής ‘’άγεται υπό παιδός ανήβου σφαλλόμενος, ουκ επαϊων όκη βαίνει, υγρήν την ψυχήν έχων’’. Αυτός που έχει υγρή ψυχή, που ελαύνεται από επιθυμίες, δεν ακούει το λόγο της σοφίας και γι' αυτό παίρνει τη ζωή του λάθος, σαν να τον έχει πιάσει από το χέρι και να τον τραβάει μωρό παιδάκι.


Ελεγεία περί των εν Άδου ψυχών


Γι' αυτό από πολύ παλιά ο κόσμος µας παρομοιαζόταν µε την πεδιάδα της Λήθης, όπου οι ψυχές έρχονται για να απολαύσουν τις χαρές της ύπαρξης. Τα πρώτα ίχνη αυτής της αντίληψης εντοπίζονται στην εποχή των Ορφικών Μυστηρίων, σ' εκείνη την ονειρώδη και μαγική εποχή κατά την οποία συγκροτήθηκε η μυθική σκέψη, η οποία επηρέασε τους λόγιους και τους στοχαστές της μεταγενέστερης επικής και κλασικής περιόδου. Η έκφραση Λήθης πεδίον συναντιέται στον Αριστοφάνη (Βάτραχοι, 186), αλλά και στον Θέογνη, ως δηλωτικό του Άδη. Δεν πρέπει ωστόσο να µας διαφεύγει ότι ο όρος Λήθη (δωρ. Λάθα, λησμονιά, ξέχασμα) είναι το αντίθετο της Αλήθειας (ενθύμηση ή Μνημοσύνη, η μητέρα των Μουσών). Οι ψυχές που ζούνε στον Άδη έχουν απωλέσει την αλήθεια. Ζουν χωρίς μνήμη σ' ένα κόσµο σκιών. Κατά συνέπεια είναι εύκολο να παραπλανηθούν από λογής-λογής δοξασίες και απατηλά σχήματα.

Ο όρος μνήμη, όπως χρησιμοποιείται στη μυθολογία, δεν σημαίνει την αντίληψη του ιστορικού χρόνου, όπως παρατηρεί εύστοχα ο J.P. Vernant στο έργο του Μύθος και σκέψη στην αρχαία Ελλάδα. Δεν είναι η ανάμνηση μιας ατομικής ιστορίας µε σκοπό να επιβεβαιωθεί η ταυτότητα ή η μοναδικότητα του Εγώ. Μνήμη σημαίνει έξοδος από το χρόνο και ένωση µε τον αγέννητο ή αχρονικό Εαυτό. Αυτά τα δυο γνωρίσματα της μυθικής μνήμης τα ξανασυναντάμε στην πλατωνική θεωρία της ανάμνησης. Ένα από τα βασικά γνωρίσματα της πλατωνικής διδασκαλίας ήταν ότι η γνώση είναι ανάμνηση. Όμως αυτή η ανάμνηση δεν αναφέρεται στο παρελθόν, ούτε στις περασμένες ζωές. Είναι η ανάμνηση του αληθινού, το ξανασμίξιμο µε το θείο, τον "κόσµο των Ιδεών'', τον κόσµο των ουσιωδών πραγμάτων που κάποτε αντίκρισαν οι ψυχές, αλλά τον λησμόνησαν καθώς εισήλθαν στο γίγνεσθαι, στη χρονική ροή της παρούσας ζωής.

Στην περιγραφή του Κάτω Κόσμου, που κάνει ο Πλάτωνας στο τέλος της Πολιτείας, διακρίνουμε τις επιρροές που άσκησε η συμβολική προ-Ομηρική σκέψη σε όλη τη μεταγενέστερη φιλοσοφία. Σύμφωνα µε τον πλατωνικό μύθο, οι ψυχές φτάνουν στην απέραντη και κατάξερη πεδιάδα της Λήθης, που τη διασχίζει ο ποταμός Αµέλης, πριν ξανασταλούν πάνω στη γη για νέα ενσάρκωση. Koυρασμένες και διψασμένες από το αστρικό ταξίδι, πίνουν από τον ποταμό, τα δροσερά νερά του οποίου έχουν την ιδιότητα να κάνουν τις ψυχές να ξεχνάνε και να γίνονται ανέμελες. Στο εξής, οι ψυχές που ήπιαν χωρίς μέτρο από τα νερά του ποταμού, μόλις ενσαρκωθούν, έχοντας διώξει μακριά κάθε ανησυχία, μένουν ευχαριστημένες από την επίγεια ύπαρξή τους. Βολεμένες στη φυλακή του σώματος όπου έχουν ριχτεί, δεν επιθυμούν τίποτε περισσότερο και ικανοποιούνται µε μιαν άγνοια, που ούτε καν τη συνειδητοποιούν. Η αμέλεια αυτή της ψυχής τίθεται από τον Πλάτωνα ως το αντίθετο του πνευματικού προβληματισμού, αυτής της ψυχικής ταραχής που ο φιλόσοφος έχει σαν αποστολή να προκαλέσει όχι µόνο στον εαυτό του, αλλά και στους άλλους, κατά το παράδειγμα του Σωκράτη. (Ο Σωκράτης αποκαλούσε τον εαυτό του -αλογόμυγα- που είχε σαν στόχο να τσιμπάει το σώμα του δήμου της Αθήνας και να μην το αφήνει να κοιμάται και να ησυχάζει. Ελέγχοντας τις δοξασίες των ανθρώπων, ήθελε να τους αποδείξει ότι µε το να πιστεύουν ότι είναι σοφοί και ότι γνωρίζουν, τοποθετούν µεν τους εαυτούς τους στη θέση των μακάρων και των ευτυχισμένων, στην πραγματικότητα όμως είναι βυθισμένοι στο σκοτάδι και την άγνοια - μια άγνοια που δεν αντιλαμβάνονται και ως εκ τούτου δεν φροντίζουν ποτέ να την αντικαταστήσουν µε την αληθινή γνώση. ‘’Η ανθρώπινη σοφία’’, θα πει στην Απολογία του, ‘’ισοδυναμεί µε μωρία’’).

Με δυο λόγια, οι ψυχές των ανθρώπων είναι νεκρές, μόνο που δεν το συνειδητοποιούν.

ΤΟ ΤΡΟΜΕΡΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ. Αλλά και ο Πλούταρχος, στην πραγματεία Περί των υπό του θείου βραδέως τιμωρουμένων, παρομοίαζε τον κόσµο µε σπηλιά - μια βαθιά σπηλιά, όμοια µε τα άντρα του Διονύσου. Αυτή η σπηλιά συμβολίζει τον υγρό κόσµο της γέννησης, τη γλύκα και την ευχάριστη μαλθακότητα της ηδονής. Όταν οι ψυχές στέκονται στο στόμιο αυτού του άντρου, η θύμηση των ανώτερων πραγμάτων αντικαθίσταται µε τη θύμηση του σώματος και την επιθυμία της γέννησης. Σαν άλλος Διόνυσος, οι ψυχές δέχονται να κατασπαραχθούν από το χρόνο και να κατακερματιστούν σε πλήθος κομμάτια, χάνοντας την αρχική ατομική, ατεμάχιστη φύση τους.

Στο Περί του Ει του εν Δελφοίς, εμπνευσμένο άμεσα από τα κείμενα του Επιχάρμου, όπου η μονιμότητα του αγέννητου ή αχρονικού σημείου αντιτάσσεται στην αδιάκοπη αλλαγή που πραγματοποιείται μέσα στον άνθρωπο (Συνεκρίθη και διεκρίθη καπήλθεν όθεν ήλθεν πάλιν, γαν µεν εις γαν, πνεύμα δ' άνω), ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί τις ίδιες εκφράσεις της Πολιτείας σχετικά µε τη γέννηση, δηλαδή την είσοδο της ψυχής στον χρόνο: ρέον αεί και µη στέγον, ώσπερ αγγείον φθοράς και γενέσεως. Ο χρόνος ταυτίζεται ολότελα µε το τρύπιο πιθάρι των Δαναΐδων, απ' όπου ο άνθρωπος χάνει συνεχώς ενέργεια µε αποτέλεσμα να καταλήγει στον θάνατο. Στο σημείο αυτό ο μυημένος Πλούταρχος µας δίνει δύο κλειδιά, λέγοντας ότι η αναλλοίωτη ύπαρξη ονομάζεται Απόλλωνας, και η ροή του γίγνεσθαι, Πλούτωνας. Τον Απόλλωνα τον συνοδεύουν οι Μούσες και η Μνημοσύνη, τον Πλούτωνα, η Λήθη και η Σιωπή.

Οι ψυχές µας ζουν λοιπόν στο τρομερό βασίλειο της Νύχτας. Έχοντας χάσει την ολότητά τους, αδύναμες και τυφλές, μοιάζουν µε τρύπια λαγήνια που δεν μπορούν να συγκρατήσουν το νερό της ζωής. Εύπιστες και πειθήνιες, άγονται και φέρονται από τις επιθυμίες. Η έλλειψη ενός σταθερού κριτηρίου, τις κάνει να μην μπορούν να ξεχωρίσουν την αλήθεια από το ψέμα και γι' αυτό γίνονται εξαίρετα όργανα στα χέρια των επιτήδειων και των ισχυρών. Αυτή -θα πει ο Σωκράτης στον Γοργία- είναι μια φοβερή και τρομερή ζωή, που θα έπρεπε µάλλον να ονομάζεται θάνατος.

Με άλλα λόγια, ο γήινος κόσμος µας είναι στην πραγματικότητα ο Κάτω Κόσμος, ο κόσμος των νεκρών. Άλλωστε δεν του λείπει κανένα από τα χαρακτηριστικά του τάφου ή µάλλον του υπονόμου - είναι σκοτεινός, ακάθαρτος και υγρός. Για τον Ηράκλειτο ο κόσμος µας, αν και ωραίος, είναι σαν σωρός σκουπίδια χυμένα στην τύχη. Αλλά τότε γιατί τον προτιμούμε; Ψυχήσι τέρψιν ή θάνατον υγρήσι γενέσθαι. Γιατί η ψυχή, µας λέει ο Ηράκλειτος, ευφραίνεται να είναι υγρή. Κατά συνέπεια, είναι τέρψη γι' αυτήν η γέννησή της στον κόσµο. Αυτή όμως η τέρψη καταλήγει στο θάνατο.

Ο Πρόκλος, που ήταν ο προτελευταίος διευθυντής της Πλατωνικής Ακαδημίας, στα σχόλια του πάνω στην Πολιτεία του Πλάτωνα, βεβαιώνει πως η πεδιάδα της Λήθης ισοδυναμεί µε τη γέννηση, και ότι ο ποταμός Αµέλης συμβολίζει ‘’όλη τη ροή των υλικών πραγμάτων και το γεμάτο ρόχθο σώμα μας’’ (πάσαν την ρύσιν των ενύλων και το ρόθιον κύτος ηµών). Στη θέση αυτή επανέρχεται με το υπόμνημα του στον Τίμαιο, όπου γράφει ότι ο Πλάτωνας ονόμασε ποταμό της Λήθης πάσαν την γενεσιουργόν φύσιν. Ο Πρόκλος συσχετίζει εδώ άμεσα την πεδιάδα της Λήθης µε τα όσα έγραφε ο Εμπεδοκλής για τους δαίμονες που γκρεμίζονται στο λιβάδι της Άτης.

Τελικά η ψυχή (ή δαίμων) δεν είναι παρά η Περσεφόνη που μένει φυλακισμένη στα ανήλιαγα ανάκτορα του Πλούτωνα.


Ο δρόμος προς την ελευθερία


Ο Πλάτωνας στον Φαίδρο, μέσα από το μύθο της Ψυχής και του έρωτα, µας λέει ότι οι ψυχές, αν και έχουν δει τα ουράνια μυστήρια, δεν μπορούν να συγκρατήσουν τη θύμηση των αιώνιων αληθειών που αντίκρισαν, πριν ξαναπέσουν στη γη. Έτσι, δίχως μνήμη, έχοντας πιει το νερό της λήθης, περιπλανώνται βυθισμένες στη σύγχυση και την άγνοια, κλεισμένες ‘’στο μνήμα αυτό, το οποίο τώρα αποκαλούμε σώμα και το περιφέρουμε μαζί µας δεσμευμένοι καθώς τα όστρακα’’ (δευτερολογία Σωκράτη).

Ο υπαινιγμός που γίνεται εδώ από τον Πλάτωνα µε το λογοπαίγνιο σήμα-σώμα (σήμα = επιτύμβια πλάκα), καθώς και τα όσα γράφει στην Πολιτεία, ιδιαίτερα στο Βιβλίο Ζ', όπου υπάρχει η περίφημη εικόνα του σπηλαίου και των δεσμωτών, ενισχύουν την άποψη ότι παρ' όλες τις διαφορετικές σχολές, η βασική κατεύθυνση της φιλοσοφίας πριν και μετά το Σωκράτη δεν ήταν παρά μια μελέτη θανάτου, αφού ο θάνατος δεν εμφανίζεται µόνο στο τέλος της

Οι μυημένοι στα Ελευσίνια

μυστήρια γνώριζαν ότι η Περσεφόνη είναι η ανθρώπινη ψυχή που μένει φυλακισμένη στα ανήλιαγα ανάκτορα του Πλούτωνα.


ζωής, αλλά σε όλη της διάρκειά της. Σε κάποιο άλλο σημείο, ο Πλάτωνας αφήνει την καλοδουλεμένη μυθολογική διατύπωση και ορθά-κοφτά παρομοιάζει τον κόσµο µας µε ειρκτή, από την οποία οφείλει κανείς να δραπετεύσει.

Βλέπουμε λοιπόν ότι στη φιλοσοφική έρευνα, ο θάνατος (δραπέτευσις) εμφανίζεται µε διπλή έννοια: αφενός σαν σπουδή και γνώση των φαινοµένων της ζωής, και αφετέρου σαν αναζήτηση ενός συνειδησιακού σημείου έξω από το χρόνο. Έτσι, όταν ο Σωκράτης όριζε τον φιλόσοφο ως εκείνον ‘’που προσπαθεί να πεθάνει και να νεκρώσει το σώμα’’, εννοούσε ότι για να μπορέσει κανείς να ξεφύγει από τον υπόγειο αυτόν κόσµο και να ξανοιχτεί στο κάλεσμα του συμπαντικού, πρέπει πρώτα να πεθάνει σαν αυτό που είναι, δηλαδή σαν άνθρωπος-δεσμώτης της άγνοιας. Αυτός ο νοερός θάνατος, ο λεγόμενος "Φιλοσοφικός", αποσκοπεί στην ανάδυση από τον ποταμό του χρόνου και στην κατάκτηση μιας αναλλοίωτης και μόνιμης ύπαρξης, που πλησιάζει το θεϊκό, στο βαθμό βέβαια που αυτό επιτρέπεται στον άνθρωπο. Αλλά για να το πετύχει αυτό ο φιλόσοφος πρέπει να κλείσει τις πύλες των άλλων αισθήσεων, πλην μιας - του Νου. Στο σημείο αυτά θυμόμαστε τον Επίχαρμο:

Νους ορά και νους ακούει, τ' άλλα κωφά και τυφλά.

Εδώ φυσικά δεν εννοούνται τα όργανα των αισθήσεων. Η τυφλότητα και η κωφότητα αφορούν τον πλανημένο και συγχυσμένο νου, τον ανοργάνωτο και απαίδευτο, που παραμένει κλειστός στους ψιθύρους του πνεύματος. Έτσι, ο λόγος -το σοφόν για το οποίο µας μιλάει ο Ηράκλειτος -αν και είναι παρών στον κόσµο, γίνεται αντιληπτός µόνο από τον ξύπνιο άνθρωπο, αυτόν που δεν ήπιε άπληστα σαν τον κολασμένο από το νερό της λήθης, αυτόν που δεν είναι ‘’τυφλός στο νου, στ' αφτιά και στα µάτια’’. Η σοφία, που είναι λόγος, δεν είναι καθόλου αφηρημένη. Απλά είναι αφαιρετική. Αυτό σημαίνει ότι γίνεται αντιληπτή µόνο από το νου.

Ο ασχολούµενος λοιπόν µε τη φιλοσοφία το κάνει από έρωτα προς τη σοφία και την αληθινή ζωή. Όμως, κατά ένα περίεργο τρόπο, πρέπει πρώτα να πεθάνει. Αυτή τουλάχιστον είναι η κυριαρχική φιλοσοφική άποψη του πλατωνικού Φαίδωνα: ‘’Οι ορθώς φιλοσοφούντες αποθνήσκειν µελετώσι, και το τεθνάναι ήκιστα αυτοίς ανθρώποις φοβερόν τι’’. Αυτοί που φιλοσοφούν σωστά ασκούνται πράγματι στο να πεθαίνουν, κι αυτοί απ' όλους τους ανθρώπους φοβούνται λιγότερο το θάνατο. (Φαίδων 67e).


Aρίστιππoς ο Κυρηναίος


Ας σταθούµε λίγο σε αυτό το σημείο κι ας αναρωτηθούμε τι ακριβώς θέλει να πει ο Πλάτωνας. Γιατί στ' αλήθεια είναι ο πιο παράδοξος ορισμός που δόθηκε ποτέ για τη φιλοσοφία! Τι εννοεί εδώ ο Πλάτωνας; Ότι ο φιλόσοφος


Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι ήταν πρωταθλητές του νου. Σε σχέση µε αυτούς, οι σημερινοί στοχαστές μετά βίας μπορούν να συμπεριληφθούν στην ομάδα των εφήβων.


προσπαθεί να πεθάνει μια ώρα αρχύτερα ή ότι αυτοκτονεί; Κάτι τέτοιο δεν θα είχε νόημα αφού είναι ήδη νεκρός - ζει στο λιβάδι της Άτης. Ο φυσικός θάνατος -εθελούσιος ή µη- δεν βγάζει πουθενά. Μήπως τότε, όπως υποθέτουν οι περισσότεροι σχολιαστές, εννοεί την σταδιακή εξοικείωση του φιλοσόφου µε το αναπόφευκτο; Το γεγονός ότι δεν εννοεί κάτι τέτοιο αποδεικνύεται από όλον τον διάλογο. Όταν αρχίζει κάποιος να φιλοσοφεί έχει ήδη εξοικειωθεί µε τέτοια θέματα. Μήπως εννοεί ότι ο φιλόσοφος απομακρύνεται από τα κοινωνικά πράγματα και τις απολαύσεις και ότι γίνεται ένα είδος κοσμοκαλόγερου ή αναχωρητή; Ότι είναι τόσο πολύ βυθισμένος στις μελέτες του και αδιαφορεί για όλα τα υπόλοιπα; Μια τέτοια ερμηνεία έρχεται σε αντίθεση µε το κοσμοπολίτικο πνεύμα των αρχαίων - ένα πνεύμα που κάνει αισθητή την παρουσία του σε όλη τη διάρκεια της ελληνικής φιλοσοφίας. (Με την ευκαιρία να πούμε εδώ ότι οι αρχαίοι φιλόσοφοι -και συγκεκριμένα οι Στωικοί- ήταν αυτοί που καθιέρωσαν τον όρο του κοσμοπολίτη, θεωρώντας ότι όλος ο κόσμος είναι μια μεγαλούπολη).

Απ' την άλλη μεριά, δεν πρέπει να ξεχνάμε κι αυτό που έλεγε ο Δηµόκριτος, ότι ζωή χωρίς γιορτές είναι σαν ένας μεγάλος δρόμος χωρίς ξενοδοχεία:

Βίος ανεόρταστος μακρή οδός απανδόκευτος

Το ότι ο φιλόσοφος δεν ήταν ούτε σκλάβος των ηδονών, ούτε αναχωρητής ή ηθικολόγος γίνεται φανερό από τις βιογραφίες των αρχαίων φιλοσόφων, οι οποίοι ζούσαν πλήρως τη ζωή και είχαν έντονη συμμετοχή όχι µόνο στον γνωσιολογικό τομέα, αλλά και στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα. Εδώ θα σταθούµε σ' έναν χαρακτηριστικό τύπο, τον Αρίστιππο. Σύμφωνα µε τα όσα γράφει ο Διογένης Λαέρτιος στο περίφημο έργο του Βίοι φιλοσόφων, ο Αρίστιππος καταγόταν από την Κυρήνη, μια ελληνική αποικία στη Λιβύη. Στην Αθήνα ήρθε γιατί τον τράβηξε η φήμη του Σωκράτη. Εκτός από τις θεωρίες του (φρονούσε ότι οι αισθήσεις δεν µας δίνουν την πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου), τις οποίες σχολιάζει στα έργα του ο Αριστοτέλης, έγινε διάσημος για την σπιρτάδα και ετοιμότητα του πνεύματος του. Ήξερε, σημειώνει ο Διογένης Λαέρτιος, να προσαρμόζεται σε κάθε μέρος, σε κάθε χρονική στιγμή, σε κάθε πρόσωπο, και να παίζει σε κάθε περίσταση κατάλληλα το ρόλο του. Γι' αυτό και τον είχε σε πολύ μεγάλη υπόληψη ο Διονύσιος, ο τύραννος των Συρακουσών. Ας δούμε όμως μερικά ανέκδοτα που δείχνουν τη στάση του απέναντι στους διάφορους τομείς της ζωής:

Ηθικά κριτήρια. Κάποτε μπήκε μαζί µε κάποιους νεαρούς στο σπίτι μιας εταίρας. Ένας από αυτούς, βλέποντας τον, κοκκίνισε από ντροπή. Τότε ο Αρίστιππος του είπε: ‘’Ντροπή δεν είναι το να µπει κανείς εδώ, αλλά το να µη μπορεί να βγει’’. .

Ο Σωτίων στο δεύτερο βιβλίο των Διαδοχών του αναφέρει ότι ο Αρίστιππος συζούσε για ένα διάστημα µε την εταίρα Λαϊδα. Σε κείνους που τον κατηγορούσαν ότι αυτό δεν άρμοζε σ' έναν φιλόσοφο, απάντησε ως εξής: ‘’Εξουσιάζω τη Λαϊδα, και δεν εξουσιάζομαι από αυτή. Ηθικό δεν είναι η αποχή από τις απολαύσεις, αλλά το να τις ελέγχει κανείς και να μην υποτάσσεται σ' αυτές’’.

Κάποτε που ο Διονύσιος του είπε να διαλέξει μια από τρεις εταίρες, αυτός τις πήρε και τις τρεις λέγοντας: ‘’Κι ο Πάρις δυσκολεύτηκε να δώσει την προτίμηση του στη μια από τις τρεις’’. (Αναφερόταν στο γνωστό μύθο, κατά τον οποίο ο Πάρις έπρεπε να διαλέξει την ομορφότερη ανάμεσα στην Ήρα, την Αθηνά και την Αφροδίτη). Τελικά, ο Αρίστιππος τις πήγε έως την πόρτα κι εκεί τις άφησε.

Σε κείνον που τον κατέκρινε για τις πανάκριβες λιχουδιές που αγόραζε, είπε: ‘’Εσύ ασφαλώς δεν θα έδινες γι' αυτά ούτε τρεις οβολούς’’, κι όταν ο άλλος συμφώνησε, ‘’αυτό δείχνει’’, του είπε ο Αρίστιππος, ‘’ότι δεν είμαι εγώ φιλήδονος, αλλά εσύ φιλάργυρος’’.

Απέναντι στον τύραννο. Κάποτε περνώντας μπροστά από τον Διογένη τη στιγμή που αυτός έπλενε χόρτα, ο Διογένης τον πείραξε λέγοντας: ‘’Αν είχες μάθει να τρέφεσαι µε χόρτα, δεν θα γύριζες στις αυλές των τυράννων’’. ‘’Κι εσύ’’, του αντιγύρισε ο Αρίστιππος, ‘’αν ήξερες να ζεις µε τον κόσµο, δεν θάπλενες λάχανα’’.

Όταν κάποτε ο διαχειριστής του Διονύσιου, ξεναγώντας τον στο παλάτι, του έδειχνε τα πολυτελή και στρωμένα µε μάρμαρα δωμάτια, ο φιλόσοφος τον έφτυσε στο πρόσωπο. Κι όταν αυτός διαμαρτυρήθηκε, ‘’δεν ήθελα’’, του είπε ο Αρίστιππος, ‘’να λερώσω τέτοιο ωραίο πάτωμα’’.

Κάποτε παρακαλούσε τον Διονύσιο υπέρ κάποιου φίλου του, αλλά αυτός δεν ήθελε ν' ακούσει τίποτε. Τότε ο Αρίστιππος έπεσε στα πόδια του. Στους μαθητές του, που τον έψεξαν για την συμπεριφορά του, είπε: ‘’Δεν φταίω εγώ που ο Διονύσιος έχει τα αφτιά στα πόδια του’’. Μια άλλη φορά, ο τύραννος τον πρόσταξε να πει κάτι φιλοσοφικό . ‘’Είναι γελοίο’’, του είπε ο Αρίστιππος, ‘’από τη μια να ζητάς να μάθεις την τέχνη του λόγου από εμένα, το πότε όμως πρέπει να μιλάει κανείς, να θέλεις να µου το μάθεις εσύ’’. Ο Διονύσιος θύμωσε µε αυτή την απάντηση και τον διέταξε να καθίσει τελευταίος στο τραπέζι. ‘’Ασφαλώς’’, του πέταξε ο Aρίστιππoς, ‘’το κάνεις αυτό για να δώσεις αξία στην τελευταία θέση’’. Συνήθιζε δε να λέει πως στον µεν Σωκράτη πήγε χάριν παιδείας, στον δε Διονύσιο χάριν παιδιάς.

Όταν ρώτησαν τον Αρίστιππο γιατί, όταν έφυγαν από τις Συρακούσες, ο µεν Πλάτωνας πήρε ως δώρο από τον Διονύσιο βιβλία των Πυθαγορείων, αυτός όμως ζήτησε χρήματα, απάντησε: ‘’Κοιτάξτε, ο καθένας πήρε αυτό που χρειαζόταν. Ο Πλάτωνας είχε ανάγκη από βιβλία, εγώ είχα ανάγκη από χρήματα".

Άνθρωπος και χρήματα. Όπως αναφέρει ο Βίων στις Διατριβές του, κάποτε ο Αρίστιππος βάδιζε μαζί µε τον υπηρέτη του που κουβαλούσε λεφτά, τα οποία όμως τον βάραιναν. ‘’Πέταξε’’, του είπε, ‘’τα παραπανίσια και κράτησε µόνο όσα μπορείς να κουβαλήσεις’’. Και μια άλλη φορά που ταξίδευε, όταν αντελήφθη ότι είχε πέσει πάνω σε πειρατικό καράβι, έβγαλε τα λεφτά του και τα πέταξε στη θάλασσα, λέγοντας: ‘’Καλύτερα να χαθούν αυτά για να γλιτώσει ο Αρίστιππος, παρά να πάει ο Αρίστιππος γι' αυτά’’.

Λένε ότι κάποτε παρήγγειλε και του αγόρασαν μια πέρδικα 50 δραχμές. Κι όταν κάποιος τον κατηγόρησε γι' αυτό, τον ρώτησε: ‘’Πόσα θα έδινες εσύ;’’ ‘’Έναν οβολό’’, απάντησε ο άλλος. ‘’Για µένα 50 δραχμές είναι ένας οβολός’’, είπε ο Αρίστιππος. Καθώς δεν είχε μόνιμους πόρους, άλλοτε ζούσε µε στερήσεις κι άλλοτε µε χλιδή. Πάντοτε όμως παρέμενε ο ίδιος. Αυτό είχε κάνει μεγάλη εντύπωση στον Πλάτωνα που μια μέρα παρατήρησε: ‘’Από όσους ξέρω, µόνο εσύ έχεις την ικανότητα να διατηρείς τους τρόπους σου και µε καλό ένδυμα και µε κουρέλια’’.

Η αξία της μόρφωσης. Ο Αρίστιππος έλεγε ότι είναι καλύτερα να είναι κανείς ζητιάνος, παρά αμόρφωτος. Γιατί οι µεν επαίτες έχουν ανάγκη χρημάτων, ενώ οι απαίδευτοι έχουν ανάγκη εξανθρωπισμού. Έτσι, όταν ρωτήθηκε από κάποιον κατά τι θα γίνει καλύτερος ο γιος του, αν μορφωθεί, αποκρίθηκε: ‘’Αν όχι τίποτε άλλο, τουλάχιστον πηγαίνοντας στο θέατρο δεν θα είναι σαν μια πέτρα πάνω σε μια άλλη’’. Από έναν άλλο, που τον παρακάλεσε να γίνει δάσκαλος του γιου του, ο Αρίστιππος ζήτησε αμοιβή πεντακοσίων δραχμών! Κι όταν ο άλλος αγανακτισμένος παρατήρησε ότι µε τόσα λεφτά αγόραζε έναν δούλο, ο Αρίστιππος παρατήρησε: ‘’Αγόρασε, έτσι θάχεις δύο’’.

Θέματα εγωισμού. Σε κάποιον που περηφανευόταν για την πολυμάθεια του, είπε: ‘’Όπως δεν έχουν καλύτερη υγεία εκείνοι που τρώνε πολύ, από εκείνους που τρώνε µόνο όσο χρειάζεται, έτσι όχι αυτοί που διαβάζουν πολλά, αλλά εκείνοι που διαβάζουν τα χρήσιμα έχουν μεγαλύτερη αξία’’. Και σ' έναν άλλον που καυχιόταν ότι πίνει πολύ αλλά δεν μεθάει, ‘’την ικανότητα αυτή’’, του είπε, ‘’την έχουν και τα μουλάρια’’. Τέλος, σε έναν που καμάρωνε ότι είναι σπουδαίος κολυμβητής, του είπε: ‘’Δεν ντρέπεσαι να περηφανεύεσαι για μια ικανότητα που έχουν τα ψάρια;’’

Η φιλοσοφία. Σε έναν που τον ρώτησε τι παραπάνω έχουν οι φιλόσοφοι από τους άλλους ανθρώπους, είπε: ‘’Και όλοι οι νόμοι αν καταργηθούν, εμείς πάλι θα ζούμε µε τον ίδιο τρόπο’’.

Όταν ο Διονύσιος έκανε την παρατήρηση ότι οι µεν φιλόσοφοι πηγαίνουν στις πόρτες των πλουσίων, οι πλούσιοι όμως δεν πηγαίνουν στις πόρτες των φιλοσόφων, απάντησε: ‘’Γιατί οι φιλόσοφοι ξέρουν τι θέλουν, ενώ οι πλούσιοι δεν ξέρουν’’. Και μια άλλη φορά, όταν κάποιος τον ρώτησε γιατί βλέπει πάντοτε τους φιλοσόφους στα σπίτια των πλουσίων, είπε: ‘’Μα και οι γιατροί βρίσκονται πάντοτε στα σπίτια των αρρώστων’’.

Σε κείνον που τον ρώτησε τι κέρδισε από τη φιλοσοφία, απάντησε: ‘’Ότι μπορώ να επικοινωνώ µε τον καθένα χωρίς φόβο’’. Κάποτε, που ταξίδευε στην Κόρινθο µε πλοίο, έπιασε τρικυμία κι ο Αρίστιππος φοβήθηκε. Σε κείνον που του είπε ότι ‘’εμείς οι απλοί άνθρωποι δεν φοβηθήκαμε, ενώ εσείς ολόκληροι φιλόσοφοι δειλιάζετε’’, του απάντησε: ‘’Μα δεν αγωνιούμε κι οι δυο για την ίδια ζωή’’.

Ερωτηθείς σε τι διαφέρει ο σοφός του µη σοφού, είπε: ‘’Στείλε και τους δυο γυμνούς, σε αγνώστους. και θα το μάθεις’’. Και όταν κάποιος τον ρώτησε πώς πέθανε ο Σωκράτης, αποκρίθηκε: ‘’Όπως θα ήθελα να πεθάνω κι εγώ’’. Γενικά ο Αρίστιππος πίστευε πως αυτοί που αποκτούν µόνο τη συνήθη επιστημονική μόρφωση και αγνοούν τη φιλοσοφία, μοιάζουν µε τους μνηστήρες της Πηνελόπης: μπορούν να έχουν όποια υπηρέτρια θέλουν, αλλά ποτέ δεν θα παντρευτούν την κυρία.



Ορίζοντας τον Φιλοσοφικό θάνατο


Ο Γάλλος ελληνιστής Leon Robin, στο σύγγραµµα του La pensee Grecque, εκφράζει την άποψη ότι τα όσα λέγονται για τον Αρίστιππο, ότι δηλαδή κολάκευε τους τυράννους και ανεχόταν προσβολές για να παίρνει χρήματα, δεν είναι παρά μύθος των νεοπλατωνικών για να εξαρθεί η ανωτερότητα του δασκάλου τους, που κι αυτός είχε καταφύγει στην αυλή του Διονύσιου του νεότερου. Πράγμα όχι απίθανο, αν σκεφτούμε ότι ο Διογένης Λαέρτιος, που αναφέρει τα όσα παραθέσαμε, έζησε τον 3ο αιώνα µ.Χ.. Όπως και νάχει, το γεγονός είναι ότι για τους αρχαίους φιλοσόφους ο νους ήταν το κατώτερο σημείο στο οποίο πατούσαν, όπως για µας σήμερα είναι οι συναισθηματικές καταστάσεις και τα υλικά αποκτήματα.

Ας επιτρέψουμε όμως στο απόσπασμα του Φαίδωνα που μας είχε προβληματίσει –κι εδώ θα χρειαστεί να επιστρατεύσετε όλη την προσοχή σας. Ας δούμε πάλι το απόσπασμα: ‘’Οι oρθώς φιλοσοφούντες αποθνήσκειν µελετώσι, και το τεθνάναι ήκιστα αυτοίς ανθρώποις φοβερόν τι’’. Ο Πλάτωνας εδώ μιλάει για τον φιλοσοφικό θάνατο. Έτσι, αν ερμηνεύσουμε τον πλατωνικό ορισμό πιστεύοντας ότι εννοεί τον φυσικό θάνατο, ή το νέκρωμα και όχι τον έλεγχο των επιθυμιών του σώματος, ή την αποτράβηξη από τα κοινωνικά πράγματα, ξαστοχούμε. Η απώθηση ή η νέκρωση της επιθυμίας γίνονται συντελεστές ψυχικής ανισορροπίας και όχι γαλήνης και ευτυχίας. Αυτό το γνώριζαν καλά οι αρχαίοι στοχαστές, όπως γίνεται φανερό απ' όσα λέει ο Δηµόκριτος: ‘’Το να μάχεται κανείς τα πάθη του είναι βέβαια οδυνηρό, όμως γνώρισμα του συνετού είναι να τα δαμάζει’’.

Ο φιλόσοφος λοιπόν ελέγχει τα πάθη του όχι επειδή συμμορφώνεται προς κάποιο ηθικό νόμο ή επειδή υποβάλλει τον εαυτό σε στερήσεις και τιμωρίες, αλλά απλούστατα γιατί δεν ενδιαφέρεται γι' αυτά. Και αυτό γιατί ως υποπόδιό του έχει το νου. Ο νους είναι ο φυσικός του χώρος. Και αυτό ακριβώς θέλει να πει ο Πλάτωνας, που στα αμέσως προηγούμενα χωρία μιλάει για την ανάγκη να απαλλαγεί κανείς από την αφροσύνη του σώματος, ώστε να μπορεί η διάνοιά του να ετοιμαστεί για τον καθαρμό.

Έτσι, λοιπόν, όταν οι μυημένοι φιλόσοφοι μιλούσαν για την ανάγκη αποχωρισμού της ψυχής από το σώμα ή το νέκρωμα των αισθήσεων, εννοούσαν -χρησιμοποιώντας την κωδικοποιημένη γλώσσα των Μυστηρίων- ότι για να συνδεθεί κάποιος με τη θεία σοφία πρέπει να κλείσει όλα τα άλλα αισθητήρια και να αφήσει ανοιχτή µόνο την πύλη του νου. Δεν εννοούσαν ότι η ψυχή αποχωρίζεται από το σώμα και επιζεί μετά το θάνατο εκείνου - μια πελώρια σε μέγεθος παρερμηνεία που οδήγησε τους μεταγενέστερους στη διατύπωση των θρησκευτικών θεωριών που ταλανίζουν την ανθρωπότητα εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Αλλά γι' αυτό το θέμα θα πούμε περισσότερα στο επόμενο σημείωμα µας.


Η επιβίωση του ανθρώπινου νου


Στα αποσπάσματα που παραθέσαμε, βλέπουμε την μεγάλη αξία που απέδιδαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι στο νου. Εμείς σήμερα, ζώντας σε μια εποχή έντονα συγκινησιακή (κάτι που φαίνεται από το πόση σημασία δίνουμε στη γαλήνη του θυμικού), έχουμε υποβιβάσει το νου, τον οποίο ταυτίζουμε συνήθως µε τις διεργασίες της σκέψης. Όμως ο νους, που ακούει το λόγο, είναι σημαντικός, γιατί αποτελεί την Πύλη προς την ελευθερία. Όταν ο νους µας είναι καθαρός, δίχως πλάνες και συσκοτίσεις, συνδέεται µε τον παγκόσμιο Νου, τη σημασία του οποίου κατέδειξε ο Αναξαγόρας. Αυτός ο παγκόσμιος Νους (ο Λόγος του Ηράκλειτου) είναι άπειρος και αιώνιος. Αυτοκυβερνάται, υπακούοντας σε δικούς του νόμους (αυτοκρατές). Δίχως τη μεσολάβησή του, είναι αδύνατο να ξεφύγουμε από τη γήινη φυλακή.

Ψάχνουμε για μαγικές τεχνικές, λέξεις και φράσεις δύναμης, μυστηριακές τελετουργίες, ενώ άλλες πάλι φορές υποβάλλουμε τους εαυτούς µας σε παντοειδείς κινδύνους και ταπεινώσεις πειραματιζόμενοι µε ψυχοδηλωτικές ουσίες και με ασκήσεις, που υποτίθεται ότι αφυπνίζουν την εσωτερική ενέργεια, µόνο και µόνο γιατί θέλουμε να διευρύνουμε τη συνείδησή μας. Αυτό δείχνει από τη μια μεριά το χάος και τη σύγχυση µας και απ΄ την άλλη τη σημασία που δίνουμε στη συνείδηση - μια αµφιλεγόµενη έννοια που µας έχει επιβάλει η δυτική ψυχολογία και την οποία συνδέουμε µε την ψυχή. Αλλά ο άνθρωπος είναι προικισμένος µε ένα φοβερό σε δύναμη και εμβέλεια όργανο - το νου.

Βέβαια χρησιμοποιεί το μοναδικό αυτό σε αξία όργανο άτσαλα και σπασμωδικά, σαν παραβλάσταρο του θυμοειδούς μέρους της ψυχής, µε αποτέλεσμα ο νους του σημερινού ανθρώπου να είναι καχεκτικός και άτονος. Ωστόσο, οι φιλόσοφοι της αρχαιότητας είχαν αναπτύξει στο έπακρο τις δυνατότητες του πολύτιμου αυτού οργάνου, το οποίο τοποθετούσαν πάνω από την ψυχή. Ο Αριστοτέλης, όπως σημειώνει ο Αλέξανδρος Αφροδισιεύς, ο περίφημος υποµνηµατιστής του, που δίδαξε Περιπατική φιλοσοφία στην Αθήνα επί Σεπτιµίου Σεβήρου (196-211 µ.Χ.) θεωρούσε ότι η ψυχή είναι θνητή και ότι, ως μορφή του θνητού σώματος, φθείρεται και αυτή μετά από εκείνο (Εις Αριστ. Περί ψυχής. έκδ. Ι. Bruns, Scripta minora. τοµ. 2. σελ. 21-24).

Αυτό που επιζεί μετά το θάνατο είναι ο νους και όχι η ψυχή. Αυτό υποστηρίζει ο Αριστοτέλης στο Περί ψυχής, λέγοντας ότι ο ανθρώπινος νους είναι άφθαρτος και αϊδιος: "Ο δε νους έοικεν εγγίνεσθαι ουσία τις ούσα, και ου φθείρεσθαι. (Α. 408b 20-21). Και στα Μετά τα φυσικά, στο σημείο που αναζητεί κάτι μόνιμο, κάτι πέρα από τον κύκλο της φθοράς και της παρακμής, διευκρινίζει ότι μετά το θάνατο επιζεί όχι ολόκληρη η ψυχή, αλλά εκείνο το τμήμα της που είναι ο νους. Γιατί δεν μπορεί να έχει ολόκληρη η ψυχή αυτή την ιδιότητα, δηλαδή της αθανασίας: "επ΄ενίων γαρ ουδέν κωλύει, οίον ει η ψυχή τοιούτον, µη πάσα, αλλ' ο νους. Πάσαν γαρ αδύνατον ίσως’’ (Λ 3, 1070a 24-26).


Ο ΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΕΑΥΤΟΣ. Όταν στο τέλος του προηγούμενου σημειώματος µας αναζητούσαμε ‘’ένα διαχρονικό σημείο που βρίσκεται έξω από τον κύκλο της γέννησης και του θανάτου’’, εννοούσαμε ακριβώς το νου. Αυτός είναι ο αχρονικός Εαυτός µας, η Πύλη ανάμεσα σε αυτόν εδώ τον κόσµο, τον ανθρώπινο, κι έναν άλλον υπερανθρώπινο κόσµο, ο οποίος όμως δεν πρέπει να αναζητηθεί κάπου ιδιαίτερα - στο υπερπέραν ή σε κάποια άλλη διάσταση. Απαντάται εδώ στη γη, χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρχει και οπουδήποτε αλλού.

Αυτός που έχει βρει το "αιώνιο σημείο" του, μένει ανεπηρέαστος από τις αλλαγές. Κατά συνέπεια δεν τον αγγίζει ο θάνατος. Γιατί είτε ζει είτε θελήσει να μετάσχει σε μια νέα γέννηση και να πάρει νέο σώμα, παραμένει ο ίδιος, αιώνιος και αμετάβλητος. Αυτός ο αχρονικός Εαυτός είναι ο υποκειμενικός κόσμος του φιλοσόφου, το σημείο από το οποίο εποπτεύει το γίγνεσθαι. Είναι η μυθική Αρκαδία, τα νησιά των Μακάρων -τα νησιά του λευκού φωτός- για τα οποία ο Πίνδαρος λέει:

Εκεί ζούνε (οι θεοί) δίχως ασθένειες και γηρατειά και δίχως να υποβάλλονται σε κόπους,

αφού ξεφύγαν του Αχέροντα τα σκοτεινά νερά.

Σήμερα, έχοντας φτιάξει δόγματα και ιδεολογίες που µας φυλακίζουν δυο φορές σε τούτη τη φυλακή, έχουμε απομακρύνει περισσότερο τους εαυτούς µας από την πιθανότητα της θέωσης. Πιστεύουμε ότι το αθάνατο, το αιώνιο, το άφθαρτο κατοικεί μακριά κι ότι δεν μπορούμε να το προσεγγίσουμε. Αλλά εμείς διατηρούμε αυτό το δικαίωμα. Τρόφιμοι καθώς είμαστε του λιβαδιού της Άτης, παλεύοντας µε τους προσωπικούς μας δαίμονες και περιορισμούς, προσπαθώντας ν' απoτινάξoυµε τον διαρκή λήθαργο που βαραίνει τα βλέφαρα µας, μικροπρεπείς και παραπλανημένοι, αλλά ωστόσο φουσκωμένοι από υπέρτατο εγωισμό, όπως τα παγόνια, χαμένοι μέσα στην ασημαντότητα και τη μηδαμινότητα της ύπαρξής µας, σκλάβοι της καθημερινής επιβίωσης, ονειρευόµενοι λίγες ηδονικές στιγμές πάνω σ' ένα ιδρωμένο στρώμα, µε χιλιάδες όνειρα σαν θρύψαλα γυαλιών στα πόδια µας, εμείς που τα χείλη µας αναμασούν φθόγγους και ψελλίσματα άλλων, εμείς οι κολασμένοι αυτής της γης, ζούμε µε την αμυδρή κι αδιόρατη ελπίδα για κείνο το εκατομμυριοστό του δευτερολέπτου στο χρόνο ...


Εμείς, οι Αργοναύτες του Ιδανικού!


ΜΗΛΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ


Δεν θα διανθίσω με ψέματα το λόγο,

γιατί θα υποστεί τον έλεγχο των θνητών

Πίνδαρος, Ολυμπιόνικοι Δ' 21


Ξεκινήσαμε όπως οι αθλητές. Ένας άθλος όμως για να επιτευχθεί, χρειάζεται προετοιμασία, τόλμη και φαντασία. Θα μπορούσαμε ν' ακολουθήσουμε κι εμείς το δρόμο των πολλών, υποβιβάζοντας τα πράγματα αντί να αρθούμε στο ύψος τους και αποκαλώντας ξεπερασμένες εκείνες τις ιδέες που αδυνατούμε να αντιληφθούμε. Αν φερόμασταν έτσι, δεν θα διαπράτταμε τίποτε περισσότερο απ' ό,τι η σύγχρονη επιστήμη, η οποία, για να καταδείξει την ανωτερότητά της, αντιπαραθέτει εαυτήν με μια κατασκευασμένη από ανακρίβειες, γενναίες δόσεις φαντασίας και σωζόμενα εκ του παρελθόντος στοιχεία, εποχή κατά την οποία η ανθρωπότητα, έχοντας υποτίθεται μόλις βγει από τις σπηλιές, κοιτούσε εκστατική τον αιγύπτιο, τον μεσοποτάμιο και τον ελληνικό ουρανό, φιλοσοφούσε, αστρονομούσε κι έπλαθε μύθους ...

Θα πρέπει να εξετάσουμε αν αληθεύει ή αν, αντίθετα, αποτελεί ανθιστορική παρεκτροπή η εικόνα που έχουμε σχηματίσει για το παρελθόν, ότι δηλαδή η ανθρωπότητα βρισκόταν κάποτε σε ζωώδη κατάσταση, ότι κατοικούσε σε σπηλιές και ότι τρεφόταν από το κυνήγι και τους καρπούς των δένδρων.

Και ενώ η πρωτόγονη αυτή κατάσταση διαρκούσε για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, ξαφνικά πριν από 4.000 χρόνια η ανθρωπότητα βγήκε από τις σπηλιές κι άρχισε να δημιουργεί τους μεγάλους πολιτισμούς της ιστορίας. Με την ίδια κοντόθωρη λογική πιστεύουμε πως ό,τι οικοδόμησαν εκείνοι οι πολιτισμοί είναι μεν άξιο μελέτης και σεβασμού, απέχει όμως παρασάγγες από τον δικό μας πολιτισμό, που είναι ο ανώτερος απ' όσους έχουν εμφανιστεί ποτέ κάτω από τον ήλιο.

Ξεχνάμε βέβαια πως για εμάς πολιτισμός είναι δυο πράγματα: καταναλωτισμός και τεχνολογία. Οι λαοί του παρελθόντος που δεν ανέπτυξαν τις δυο αυτές όψεις φαντάζουν στα μάτια μας άγριοι και απολίτιστοι. Με ποια λογική όμως τα δυο αυτά στοιχεία αποτελούν ασφαλή πολιτισμικά κριτήρια;

Από την άλλη πλευρά, οι τελευταίες ανθρωπολογικές έρευνες, όπως αυτές που διεξάγει ο Άρης Πουλιανός, εκτινάσσουν την ύπαρξη του ανθρώπινου είδους από τα 600.000 στα έντεκα με δώδεκα εκατομμύρια χρόνια. Και δεν μιλάμε για ανθρωποειδή, όπως ο χόμο χάμπιλις, αλλά για τον ίδιο τον χόμο σάπιενς, τον έμφρονα άνθρωπο. Ο χόμο χάμπιλις, το πρώτο είδος του γένους χόμο, είναι αυτός που αν και διαφοροποιήθηκε από τα ζώα της επιδεξιότητας που εμφάνισε, εντούτοις διατήρησε πολλά κοινά με αυτά χαρακτηριστικά. Ο χόμο ερέκτους, που ακολούθησε, είναι ο πρώτος όρθιος άνθρωπος πάνω στη γη. Δημιούργησε εξελιγμένα εργαλεία και έγινε κύριος της φωτιάς. Το επόμενο είδος, ο έμφρων άνθρωπος, ξεχωρίζει από τις προηγούμενες ομάδες στο ότι άρχισε να ασχολείται με την επιστήμη και τις τέχνες. Όπως όμως μας λένε τα νέα στοιχεία, η εμφάνισή του είναι πολύ αρχαιότερη απ' ότι πιστεύαμε. Η εικόνα όμως που προσκυνάμε όλοι μας, σχετικά με το παρελθόν, είναι αυτή που αναπαριστά τον άνθρωπο του Νεόντερταλ έξω από μια σπηλιά, ημίγυμνο και ανυπόδυτο και με εμφανή τα πιθηκοειδή χαρακτηριστικά, να ασχολείται με την κατασκευή λίθινων εργαλείων για το κυνήγι και τον τεμαχισμό ζώων. Ο Nεάντερταλ είναι ο γνωστός τύπος που δεν αναλωνόταν σε πολλές συζητήσεις, αλλά έλυνε τις διαφορές του με το ρόπαλο, ενώ η πιο κοινή παράσταση που έχουμε γι' αυτόν τον θέλει να σέρνει το έτερον ήμισυ του από τα μαλλιά. Ο Νεάντερταλ υποτίθεται ότι εμφανίστηκε πριν από 35.000 χρόνια και ότι ο σύγχρονος άνθρωπος είναι η συνέχειά του. Είναι όμως φανερό ότι έχουμε εδώ μια μεταφορά του σύγχρονου τρόπου ζωής και αντίληψης, καθώς δεν είναι λίγες οι φορές που κάτω από τη μάσκα του "πολιτισμένου" ανθρώπου κρύβεται μια ζωώδης συμπεριφορά.


Οι ιστορικές πλευρές του μύθου


Αυτοί που υποστηρίζουν τέτοιες απόψεις, δεν μας λένε πως έγινε δυνατό και πέρασε ξαφνικά ο άνθρωπος από τον πρωτογονισμό στην ανάπτυξη των τεχνών και των επιστημών, στη διακυβέρνηση λαών και κρατών, στη θέσπιση νόμων και στην κατασκευή έργων που προκαλούν τον θαυμασμό μας - και που ορισμένα από αυτά αντέχουν μέχρι σήμερα, ενώ πολλά μεταγενέστερα έχουν εξαφανιστεί. Ένας πολιτισμός υψηλού μάλιστα επιπέδου δεν οικοδομείται ούτε μέσα σε λίγες δεκαετίες, ούτε μέσα σε λίγους αιώνες. Γι' αυτό είναι πολύ λογικό να δεχτούμε ότι στα τόσα εκατομμύρια χρόνια που μεσολάβησαν από την εμφάνιση του ανθρώπινου γένους μέχρι την αρχαιότητα εμφανίστηκαν πολλές ανθρωπότητες και αναπτύχθηκαν περισσότεροι του ενός πολιτισμοί, που ύστερα από ένα μακρύ διάστημα κι έχοντας φτάσει στην κορύφωση του εξελικτικού τους κύκλου τους παράκμασαν ή καταστράφηκαν. Και ότι κάθε φορά η ανθρωπότητα του επόμενου κύκλου ήταν αναγκασμένη να ξεκινήσει πάλι από την αρχή.

Οι φιλόσοφοι είναι κυνηγοί της αλήθειας.

Πυθαγόρας (από Διογένη Λαέρτιο, A 12)

Ο Πλάτωνας στα έργα του έχει τονίσει πολλές φορές αυτό το σημείο. Στον Τίμαιο (22c) αναφέρεται στις πλανητικές αναστατώσεις που επέδρασαν καταστροφικά στη Γη και στους κατοίκους της, λέγοντας ότι αυτές επέζησαν στη μνήμη των μεταγενέστερων στο κουκούλι του μύθου. Για παράδειγμα, στο μύθο του Φαέθοντα, του γιου του Ήλιου, ο οποίος αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση του πατρικού άρματος και μη μπορώντας να το διευθύνει, το εξέτρεψε από την αρχική πορεία του, με αποτέλεσμα να κατακαύσει όλα όσα βρίσκονταν πάνω στη γη, κρύβεται κάποια παρέκκλιση στις τροχιές των γύρω από τη Γη περιφερομένων ουρανίων σωμάτων που είχε σαν συνέπεια την εκπύρωση μεγάλων τμημάτων του πλανήτη μας. Στον Κριτία (109b-111d) μιλάει για τις συνεχείς βροχές που ξέπλυναν το χώμα από την Αττική, καταντώντας την Αθήνα βραχώδη σκελετό, καθώς και για τους καταστροφικούς σεισμούς που βύθισαν την Αιγηίδα - τις σημερινές Κυκλάδες που τότε ήταν ενωμένες με την Αττική, όπως και η Πελοπόννησος ήταν ενωμένη με την Κρήτη. Αναφέρει επίσης τρεις κατακλυσμούς πριν από αυτόν του Δευκαλίωνα, λέγοντας πως η γενιά που κάθε φορά έμενε, ζούσε στα βουνά κι ήταν αγράμματη και το μόνο που γνώριζαν ήταν τα ονόματα εκείνων που εξουσίαζαν πριν από αυτούς τον τόπο και κάποια λίγα πράγματα για τα έργα των παλιών ανθρώπων. Τα ονόματα αυτά ευχαριστιούνταν να τα δίνουν στα παιδιά τους, δίχως όμως να έχουν ιδέα για τις αρετές και τους νόμους που είχαν οι πριν από αυτούς άνθρωποι, εκτός από μερικές παραδόσεις πολύ μπερδεμένες που γνώριζαν εξ ακοής. Άλλωστε, πρωταρχικό μέλημα τους ήταν η επιβίωση και δεν τους ενδιέφερε η έρευνα και η εξιστόρηση των περασμένων. Αργότερα, όταν οργανώθηκαν ξανά σε πόλεις, οι εξιστορήσεις των περασμένων έγιναν μύθοι, ενώ οι παλιοί εκείνοι άρχοντες για τα μεγάλα επιτεύγματά τους πήραν τον τίτλο του θεού.


Περί των μυθολογουμένων θεών


Πράγματι, υπάρχει μια άγνωστη όψη της ελληνικής παράδοσης, η οποία αναφέρεται τόσο στους Ουρανίωνες όσο και στους Ολύμπιους θεούς, θεωρώντας τους όχι σαν πλανήτες ή μυθολογικά σύμβολα αλλά σαν κυβερνήτες ισχυρών και μεγάλων βασιλείων. Ο Ουρανός, με τον οποίο ξεκινάει η σχετική παράδοση, εθεωρείτο παγκόσμιος δυνάστης, εναντίον του οποίου η γυναίκα του έστρεψε τον γιο του Κρόνο και τους Τιτάνες. Πατέρας του Ουρανού ήταν ο Άκμων, ηγεμόνας των Σκυθών, ο οποίος είχε κυριεύσει τη Συρία και τη Φοινίκη. Αυτόν τον αποθέωσαν μετά θάνατον και τον ονόμασαν Ύψιστον.

Ο γιος του Ουρανός, κυρίευσε την Ελλάδα και τη Μεσόγειο θάλασσα και έστησε το θρόνο του στην Κρήτη. Από εκεί επέκτεινε την κυριαρχία του φτάνοντας μέχρι την Ισπανία και το Γιβραλτάρ. Επειδή όμως κυβερνούσε τυραννικά, οι Τιτάνες επαναστάτησαν εναντίον του. Η μητέρα τους η Τιταία, υποστήριξε τον Κρόνο, τον μικρότερο σε ηλικία από αυτούς αλλά και τον πιο τολμηρό, με αποτέλεσμα οι Τιτάνες να νικήσουν και ο Κρόνος να γίνει ο νέος βασιλιάς. Στην αποστασία δεν πήρε μέρος ο αδελφός του ο Ωκεανός, που τότε ήταν διοικητής της Λιβύης.

Ο Κρόνος όμως επρόκειτο να πάθει κι αυτός τα ίδια. Γιατί φοβούμενος μήπως ανατραπεί από τα παιδιά του, τα κρατούσε έγκλειστα στη φυλακή. Τα αδέλφια του όμως, οι Τιτάνες, εξεστράτευσαν εναντίον του, τον έπιασαν και τον έκλεισαν μαζί με τη γυναίκα του Ρέα στη φυλακή. Ο Κρόνος αναγκάστηκε τότε να ζητήσει τη βοήθεια των παιδιών του. Ο Δίας νίκησε τους Τιτάνες κι αποκατέστησε τον πατέρα του στο θρόνο. Αυτός όμως φοβόταν τώρα τη δύναμη που είχε αποκτήσει ο Δίας, γι' αυτό και μηχανευόταν σχέδια εναντίον του. Ο Δίας το έμαθε και κινήθηκε πρώτος. Στον πόλεμο που ακολούθησε, νίκησε τον πατέρα του, αναγκάζοντας τον να καταφύγει στην Ιταλία, όπου ζήτησε άσυλο στην αυλή του βασιλιά Ιανού. Εκεί ο Κρόνος δεν έμεινε άπρακτος. Συμμάχησε με τους αδελφούς του, τους Τιτάνες, παρ' όλο που τον είχαν ανατρέψει από το θρόνο και κατόπιν πήγε στην Ισπανία όπου συγκέντρωσε νέο στρατό. Στη σύγκρουση που ακολούθησε, ο Δίας, με αρχιναύαρχο τον Ποσειδώνα, κατατρόπωσε τα πατρικά στρατεύματα. Ο Κρόνος κατέφυγε στη Σικελία, όπου και πέθανε. Στη σύγκρουση δεν πήραν μέρος οι Τιτανίδες Θεία, Ρέα, Θέμιδα, Μνημοσύνη, Φοίβη και Τηθύς που, αν και αποτελούσαν ζευγάρια με τους αδελφούς τους Τιτάνες, παρέμειναν ουδέτερες.

Όσο για τη Ρέα, τη γυναίκα του, αυτή παίρνοντας μαζί της -με τη συγκατάθεση του Δία- τους Κορύβαντες (ή Κούρητες, ή Ιδαίους Δακτύλους) πήγε στη Φρυγία και εκεί, κοντά στο όρος Κύβαλλα, θέσπισε τις οργιαστικές τελετές τις οποίες τελούσαν μέχρι τα ιστορικά χρόνια οι Βάκχες και οι Μαινάδες. Από το όνομα του βουνού Κύβαλλα ονομάστηκε Κυβέλη. Είναι επίσης γνωστή και ως Μεγάλη Θεά, επειδή υπήρξε μητέρα του Δία.

Παρόμοια γεγονότα ιστορούνται και για τους άλλους θεούς. Για παράδειγμα, η Αθηνά και ο Ήφαιστος ήταν διοικητές της Αττικής, ενώ ο Ήλιος είχε αναλάβει την Αρκαδία (Πελοπόννησο) και την Τρινάκρια (Σικελία). Για γυναίκα του πήρε τη Ρόδο, θυγατέρα του Ποσειδώνα, προφανώς από πολιτική σκοπιμότητα, αφού με τον πεθερό του είχαν διαφορές για τον Ισθμό της Κορίνθου. Ο Ήλιος έκανε μια κόρη, την Ηλεκτρυώνη και επτά γιους (Τριόπα, Ακτίνα, Μάκαρα, Τενάγη κ.ά.) που όλοι τους υπήρξαν έμπειροι αστρονόμοι. Αναθεώρησαν το ημερολόγιο κι έφτιαξαν ουράνιους χάρτες για τη διευκόλυνση των ναυτικών. Ο Ακτίς μάλιστα πήγε στην Αίγυπτο, όπου προς τιμήν του πατρός του έχτισε μια φημισμένη πόλη, την Ηλιούπολη. Δίδαξε επίσης στους Αιγύπτιους την αστρονομία.

Ο Δίας, μετά την ήττα των Τιτάνων, άλλους κράτησε ως διοικητές της αχανούς αυτοκρατορίας του και άλλους

Πραγματικά, η φιλοσοφία δίνει

θαυμάσιες ηδονές όσον αφορά την αγνότητα και τη μονιμότητά τους.

Εννοείται πως η ηδονή είναι ακόμη πιο δυνατή σ' αυτούς

που κατέχουν πια τη γνώση παρά σ΄ αυτούς που την επιζητούν.

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1177α

εξόρισε. Για παράδειγμα, ο Ωκεανός, ο οποίος δεν είχε πάρει μέρος στην Τιτανομαχία, παρέμεινε διοικητής των δυτικών τμημάτων της Λιβύης. Κόρες του ήταν η Ευρώπη και η Θράκη. Ο Ιαπετός κατέφυγε στη Θεσσαλία, όπου έζησε βίο ήσυχο. Ο Προμηθέας αντίθετα εξορίστηκε από τον Δία στη Σκυθία. Εκεί εξημέρωσε τους κατοίκους που βρίσκονταν σε άγρια κατάσταση, διδάσκοντας τους τις αναγκαίες για τον καλό βίο τέχνες. Ήταν κι αυτός αστρονόμος και ανέβαινε συχνά στον Καύκασο για να παρατηρεί τα άστρα.

Τον Άτλαvτα, που ήταν ο αρχηγός των Τιτάνων κατά την Τιτανομαχία, ο Δίας τον εξόρισε στη Μαυριτανία. Εκεί αυτός παντρεύτηκε την Αίθρα, κόρη του Ωκεανού.


Για τις αρρώστιες και τα πάθη της ψυχής το μοναδικό φάρμακο είναι η Φιλοσοφία.

Πλούταρχος, Ηθικά 7 D

Μαζί της έκανε δυο γιους, τον Έσπερο και τον Ύαντα, και δώδεκα κορίτσια. Εξ αιτίας του πλήθους των παιδιών, η Αίθρα ονομάστηκε Πλειόνη. Οι επτά πρώτες κόρες της ονομάστηκαν από τη μητέρα τους Πλειάδες, ενώ οι υπόλοιπες πέντε Υάδες, από τον αδελφό τους Ύαντα. Τον Άτλαντα διαδέχτηκε ο γιος του Έσπερος, που ήταν κι αυτός ονομαστός αστρονόμος. Ανέβαινε συχνά, στην οροσειρά του Άτλαντα, που βρίσκεται στα παράλια της σημερινής Αλγερίας, για να κάνει αστρονομικές παρατηρήσεις. Κάποτε όμως ανεβαίνοντας στο βουνό έγινε άφαντος. Οι υπήκοοί του, για να τον τιμήσουν, ονόμασαν Έσπερο το λαμπρότερο ουράνιο σώμα μετά τον Ήλιο και τη Σελήνη, το οποίο εμφανίζεται αμέσως μετά τη δύση του Ήλιου στο δυτικό μέρος του κόσμου. Γι' αυτό η Αφροδίτη λέγεται και Έσπερος ή αποσπερίτης. Πρέπει να σημειωθεί πως τα μέρη αυτά της Αφρικής, που αποτελούν σήμερα την έρημο της Σαχάρας, δεν καλύπτονταν στο μακρινό εκείνο παρελθόν από άμμο και χαλίκια, αλλά είχαν ήπιο κλίμα και ήταν εξαιρετικά εύφορο, ήταν δε ονομαστά για τα κίτρα, τα νεράντζια και τα λεμόνια που παρήγαγαν. Αυτά ήταν τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων, που πρώτος ο Ηρακλής έφερε στην Ελλάδα.