θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, May 10, 2008

ΜΑΓΑΡΙΖΩ: Πως διέστρεψαν το νόημα μίας Ελληνικής λέξης

Γνωρίζουμε την Ομηρική λέξη "Ιχώρ" που είχε το νόημα του αίματος των Θεών, και ο Χριστιανισμός την μετέσρεψε σέ "πύον".

Σήμερα μπορούμε να μάθουμε πως η λέξη "Μαγαρίζω" που σημαίνει ακόμη και "αποπατώ" προέρχεται όπως γραφει η εγκυκλοπαίδεια του ΔΡΑΝΔΑΚΗ (ΠΥΡΣΟΣ):

"Ή λέξις πιθανώς ετυμολογείται εκ του μεγαρίζω= θύω εν τοίς μεγάροις, με­τέχω της λατρείας της Δήμητρος, μεταπεσόντος κατά τους χριστιανικούς χρόνους εις τήν σημασίαν του μολύνομαι, μιαίνομαι (βλ. Λεξ. Άρχ. Α', 101 κ.Ι.)."

Βέβαια το "μεταπεσόντος κατά τους χριστιανικούς χρόνους εις τήν σημασίαν του μολύνομαι, μιαίνομαι" αποκαλύπτει μία οργανωμένη προσπάθεια της "Ελληνικής " εκκλησίας να μολύνει ότι Ιερό είχε η Ελλάς.

Άς μην μας μιλούν λοιπόν για "Ελληνο - Χριστιανικό" πολιτισμό.

Εγκυκλοπαίδεια ΔΡΑΝΔΑΚΗ (ΠΥΡΣΟΣ):


μαγαρίζω, άόρ. ε) μαγάρισα—ε) μαγαρίστηκα, παθ. μετχ. Μαγαρισμένος - μολύνω, μιαίνω θρησκευτικώς. κάμνω τινά νά παραβεί την νηστείαν: «μ' εμαγάρισε τή Μεγάλη Παρασκευή» μου έδωσε κι' έφαγα απηγορευμένην τροφήν δίδω τροφήν ακάθαρτον, κάμνω τινά νά γευθή τι μή έσθιόμενον, οίον σάρκα ερπετού, βατράχου, ονείου η ίππείου κρέα­τος κττ.: «έφτιασε λουκάνικα άπο αλογίσιο κρέας και μαγάρισε τον κόσμο» «μαγαρίζω τήν νηστεία, —τήν Τετάρτη,-τήν Μεγάλην Εβδομάδα κλ.» τρώγω τροφήν μή καταλυομένην κατά τάς ημέρας ταύτας" άποπατώ, άφίνω νά εξέλθουν τά άποχωρήματα : «μαγάρισε το παιδί», «μαγαρίστηκε το παιδί απάνω του» μολύνω, ρυπαίνω δι' άποχωρήματος : «άφησα το παιδί μοναχό και μου μαγάρισε τό σπίτι» μολύνω, καθιστώ τι άβρωτον ένεκα ακαθαρσίας : «ό ποντικός μαγάρισε τό τυρί, —τό ψωμί, — τό γλυκό», «μην πάη ή γάτα και μαγαρίση τό φαί» παθ. μετχ μαγαρισμένος (βλ. λ.).

Ή λέξις πιθανώς ετυμολογείται εκ του μεγαρίζω=θύω εν τοίς μεγάροις, με­τέχω της λατρείας της Δήμητρος, μεταπεσόντος κατά τους χριστιανικούς χρόνους εις τήν σημασίαν του μολύνομαι, μιαίνομαι (βλ. Λεξ. Άρχ. Α', 101 κ.Ι.).