NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Sunday, December 30, 2007

ΜΠΑΜΠΑΔΕΣ ΣΤΑ ΤΕΜΠΗ



Οί Τούρκοι εγκαταστάθηκαν έδώ στά Τέμπη από τους πρώτους χρόνους της κατακτήσεως της Θεσσαλίας. Κάποιος τούρκος πού λέγονταν Χασάν Μπαμπά ανήγειρε έδώ έναν τεκέ,
ερείπιον του όποιου σώζεται και σήμερα. Ό Μωαμεθανικός τεκές αντιστοιχεί με τό χριστιανικό Μοναστήρι. Τό «Μπαμπάς» πού θα πή «πατέρας» είναι βαθμός της ανωτέρας τάξεως του Μουσουλμανικού μοναστικού τάγματος των Μπεκτασσήδων. Οι Μπαμπάδες (= πατέρες) συνεδρίαζαν μέ πρόεδρο τόν Ντεντέ Μπαμπά καί έξέλεγαν τόν Χαλίφην (= Άρχιεπίσκοπον)96.
Οί «μπαμπάδες» ήταν οί πνευματικοί προϊστάμενοι καί οί ανατικώτεροι θρησκευτικοί μουσουλμάνοι. ΄Εφεραν αυτόν τόν τίτλον κατά τό παράδειγμα ή κατ' άντιγραφήν τής Χριστιανικής εκκλησίας όπου οί θρησκευτικοί αρχηγοί στή βυζαντινή εποχή ονομάζονταν πατέρες τής εκκλησίας. Ό ισχυρός βραχίων των «μπαμπάδων» (Μπεκτασσήδων) ήταν τό Γενητσαρικόν ωμα του οποίου ήταν οί πνευματικοί ήγέται. Τήν ονομασία Γενήτσαροι» [= νέοι στρατιώτες] τήν έδωσε ό ιδρυτής του μοναχικού τάγματος Χατζή Μπεκτάς, ό όποιος «ηύλόγισε» τό πρώτο παιδομάζωμα τών Χριστιανοπαίδων τό 1366, έκ χιλίων παιδιών, έξισλαμισθέντων βιαίως.
Γι' αυτό έκτοτε τό γενητσαρικό σώμα έτρεφε απόλυτο σε­βασμό καί θρησκευτική ευλάβεια προς τους «μπαμπάδες». Οί μπαμπάδες (πατέρες) καί οί Δερβίσσηδες (= Τουρκοκαλόγηροι) με τόν ερχομό τους κατέλαβαν όλες τίς βυζαντινές εκκλησίες καί τίς μετέτρεψαν σέ Όθωμανικούς τεκέδες. Αυτό συνέβη καί ; τόν τεκέ στή δυτική είσοδο τών Τεμπών. Τήν υπάρχουσα εκεί, σύμφωνα μέ τήν παράδοση, βυζαντινή εκκλησία τή μετέτρεψαν σέ τουρκικό τεκέ, ένώ στή θέση του επισκόπου Λυκοομίου εγκαταστάθηκε ό Χασάν Μπαμπάς. "Οταν αυτό τό κτήνος ψόφησε οί ομογάλακτοι του δερβίσσαι άνήρτισαν στον οικογενειακό του τάφο, σ' αυτό τό κτίσμα πού σώζεται έρείπιον σήμερα, τά έξης κειμήλια:
δύο πράσινες σημαίες στίς οποίες μέ κεντημένα γράμματα έλεγε «θάνατος στους άπίστους» δηλ. στους "Ελληνες.
Ενα αραβικό σπαθί γιά τό όποιο έκαυχατο ότι μ' αυτό έσφαξε πολλούς χριστιανούς.
Ενα τοπούζι δηλ. ρόπαλο πού τό άκρο του ήταν σφαιροειδές σκληρό, γιά τό όποιο έκαυχατο ότι με αυτό έσπασε σε μιά μέρα εκατό κεφάλια Ελλήνων. Τά πτώματα τά έριχνε στον Πηνειό.
Αυτόν λοιπόν τόν Μπαμπά = τέρας τόν λάτρευαν οί Οθωμα­νοί Τούρκοι σάν άγιο. Πίστευαν ότι αυτός θαυματούργησε καί «άνοιξε» τήν κοιλάδα των Τεμπών. Ακόμα εόρταζαν κάθε χρόνο τόν «θαυματουργό» Μπαμπά-άγιο καί παρέθεταν γεύμα στους προσερχόμενους, πάνω σέ πέτρινα τραπέζια 97. Τό έθιμο αυτό είναι ασφαλώς αντιγραφή της έκ παραδόσεως πληροφο­ρίας πού είχαν οί Τούρκοι ότι έκεί εορτάζονταν κάποιος θεός -άγιος πού διάνοιξε τά Τέμπη καί ότι οί Ελληνες έδώ παρέθε­ταν σέ όλους τους περαστικούς δωρεάν γεύμα.
Πρόκειται γιά τόν Ολύμπιον θεόν Ποσειδώνα καί τήν έορτήν τών Πελωρίων γιά τήν οποία γράφομε περισσότερα στό επόμενο κεφάλαιο. Αυτός, λοιπόν, ό Μπαμπάς είχε φανατίσει τους Τούρκους της περιοχής. Ολοι οί περιηγηταί έπί τουρκοκρατίας περιγράφουν τους Τούρκους της Λαρίσης καί τών Τεμπών ότι είναι οί πλέον «θηριώδεις, εις άκρον βάρβαροι» «υβρίζουν, δέρνουν καί σκοτώ­νουν τόν μή Τούρκον», «μισόχριστοι»9, «φιλόνεικοι καί στρεψό­δικοι».
Οί διερχόμενοι Ελληνες άπό τό Μπαμπά ύφίσταντο άγριον πετροβολισμόν άπό τά τουρκόπαιδα. Ό απόηχος της κακής διαγωγής τών Τούρκων αυτών έφθασε μέχρι τά παιδικά μας χρόνια, διότι όταν θορυβούσαμε, τά παιδιά τής γειτονιάς, κάποιες γερόντισες πού ενοχλούνταν μάς επιτιμούσαν «τουρκούλια του Μπαμπά».

Γι' αυτό όταν έγινε ή προσάρτηση τής Θεσσαλίας (τό 1881) οί Τούρκοι τής περιοχής φοβούμενοι τίς βέβαιες αντεκ­δικήσεις διέφυγαν έσπεσμένως προς τήν Τουρκίαν διαβαίνοντες τά νέα σύνορα 100.
(ΒΛΑΔ. ΜΙΡΜΙΡΟΓΛΟΥ, «Οί Δερβίσσαι», έκδ. 1940 (Εκάτη), σελ. [Σημείωση: Ή λέξη «μπαμπάς» (= βαβάς = πατήρ, νεοελλ. παπάς) είναι έγονος Ελληνική Πελασγική. Ευρίσκεται σέ Έλληνοφρυγικές έπιγρα;. Ώς γλωσσικό δάνειον τήν χρησιμοποιούν καί οί νεωστί έπίλυδες Τοΰρ, Σλαύοι, Βούλγαροι. Σχετ. Ι. Θωμόπουλος, «Πελασγικά» 1912, σελ.)

Friday, December 28, 2007

Η ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑΣ

Gale - Encyclopedia of Espionage, Intelligence & Security Vol. 1x3.pdf

Gale - Encyclopedia of Espionage, Intelligence & Security Vol. 2x3.pdf

Gale - Encyclopedia of Espionage, Intelligence & Security Vol. 3x3.pdf

1η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΠΕΡΙΤΟΜΗΣ



Άς ρίξουμε όμως μία ματιά τί είναι αυτή η "ΙΕΡΑ ΠΕΡΙΤΟΜΗ":


"Η ΤΕΡΑΣΤΊΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΉ ΣΗΜΑΣΊΑ ΤΩΝ ΒΛΑΚΏΝ ΕΝ ΤΩ ΣΥΓΡΌΝΩ ΒΊΩ"

ΤΟ ΈΤΟΣ 1941.
ΜΕΛΕΤΗ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ Ε. Λεμπέση
Μπορείτε να το βρείτε στα βιβλιοπωλεία . Ε. ΛΕΜΠΕΣΗ -"Η Επαναστατική Μάζα" -"Εκδόσεις των φίλων"-ΑΘΗΝΑ 1999 -σελίδες 160.
Mit Narren sich beladen
das kommt zuletzt dem Teufel
selbst zu Schaden.

MEPHTSTOPHELES

Εις την πολυπληθή κατηγορίαν των βλακών προσάπτεται ασφαλώς άδικος και επιστημονικώς εσφαλμένη μομφή, όταν ούτοι χαρακτηρίζονται είτε ως άχρηστοι και περιττόν βάρος της κοινωνίας, είτε ως παρασιτικοί, εκφράζεται δε συχνά η ανόητος — ως θα ίδωμεν — ευχή όπως ούτοι εκλείψουν. Το πρόβλημα των βλακών δεν είναι εν τούτοις απλούν όταν ληφθή πρώτον ύπ’ όψιν η στερεά και απολύτως αναγκαία θέσις, ήν ούτοι επαξίως κατέχουν εν τω κοινωνικώ διαφορισμώ. Οι βλάκες διαιρούνται ούτως εις δύο όλως αντιθέτους μεταξύ των «ομάδας», διεπομένας όμως αμφοτέρας υπό του αυτού νόμου:

του διαφορισμού Η πρώτη εκ τούτων ομάς καταλαμβάνει ως γνωστόν τας υποδεεστέρας εν τη κοινωνία θέσεις, ήτοι ευρίσκεται εις τας κατωτάτας βαθμίδας τού κοινωνικού διαφορισμού. Πόσον ευεργετική διά την κοινωνίαν είναι η ομάς αύτη είναι περιττόν να τονισθή, διότι άνευ αυτής δεν θα υπήρχεν εκμετάλλευσις και άνευ εκμεταλλεύσεως δεν θά υπήρχε πολιτισμός. Εις δε την γλώσσαν του κοινωνικού διαφορισμού: Άνευ αυτής δεν θα υπήρχε διαφορισμός, διότι αντί της ανισότητος , θα υπήρχεν ισότης, — έστω και εκ των άνω, δηλαδή θα ήσαν όλοι ευφυείς, όπερ από της απόψεως του διαφορισμού το αυτό: ως να ήσαν όλοι βλάκες· διότι ο διαφορισμός απαιτεί ρητώς και ευφυείς και βλάκας, περικοπτωμένων δε οιονδήποτε εκ των δύο τούτων σκελών του, αίρεται ολόκληρος. «Άνευ δε — κατ’ ακολουθίαν — τού διαφορισμού (καθισταμένου δυνατού μόνον διά της σοβαράς συμβολής των βλακών), δεν υπάρχει κοινωνία. Τοιαύτη λοιπόν ή τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών,ήτις άλλως τε, υπό πάντων αναγνωρίζεται, μολονότι μόνον εις τον κοινωνιολόγον είναι επιστημονικώς γνωστή.

ΙΙ.

Η κατά των βλακών καταφορά προκαλείται άλλως τε υπό της δευτέρας ομάδος αυτών, πλέον ενοχλητικής της πρώτης - αλλά και ενταύθα η καταφορά αύτη, έφ’ όσον εμφανίζεται ως λογική κρίσις, είναι ακοινωνιολόγητος, ήτοι αντεπιστημονική. Κατηγορούνται δηλαδή οι βλάκες της δευτέρας ταύτης κατηγορίας ότι παναξίως κατέχουν σπουδαίας εν τη κοινωνία θέσεις». ‘Αλλ’ η κρίσις αύτη προδίδει πλήρη μιας ωρισμένης μορφής του διαφορισμού άγνοιαν. Η μορφή αύτη – δεδομένη με φυσικήν αναγκαιότητι ως ο νόμος τού διαφορισμού είναι ο στοιχειώδης κανών: "δέκα βλάκες καθ’ ενός ευφυούς· δέκα ανίκανοι καθ’ ενός ικανού· δέκα αδύνατοι καθ’ ενός ισχυρού κ.ο.κ.". Το φαινόμενον τούτο, κλασσικόν, τυπικόν καί αιώνέιον αφ’ ής υπάρχει ανθρωπίνη κοινωνία, δι’ όλης της Ιστορίας της ανθρωπότητος, δύνανται να είναι «τυχαίον»; Αλλά τυχαίον είναι ό,τι αδυνατεί να συλλάβη ο ανθρώπινος νούς. Ουδέποτε όμως ό,τι προ πολλού έχει συλληφθή εις τον θεμελειώδη νόμον του διαφορισμού. Και το μεν ψυχολογικόν ελατήριον του συνασπισμού των οπωσδήποτε «κάτω» κατά των οπωσδήποτε «άνω» είναι δεδομένη δια του ressentimaent.

Ο συνασπισμός των βλακών ενταύθα είναι μηχανική οργάνωσις βάσει της αρχής της «ελαχίστης προσπαθείας» προς αντιμετώπισιν ισχυροτέρας δυνάμεως εις το πρόσωπον των ολίγων ή του ενός. Η οργάνωσις αύτη περιωρισμένης εκτάσεως καλείται κοινωνιολογικώς κλίκα (clique).

2. Η έμφυτος τάσις του βλακός, εξικνουμένη συχνότατα εις αληθή μανίαν όπως ανήκη εις ισχυράς και όσον το δυνατόν περισσοτέρας πάσης φύσεως οργανώσεις, εξηγείται πρώτον μεν εκ της ευκολίας της αγελοποιήσεως, εις ήν μονίμως υπόκειται, λόγω ελλείψεως ατομικότητος (εξ ού και το μίσος του κατά του ατόμου και του ατομικισμού), δεύτερον δε εκ του ατομικού ζωώδους πανικού, υπό του οποίου μονίμως κατατρύχεται, εκ του δεδικαιολογημένου φόβου μήπως περιέλθη εις το παντός είδους προλεταριάτον. Αποτελεί δε η τάσις αύτη αμάχητον σχεδόν τεκμήριον περί του βαθμού της πνευματικής του αναπηρίας. Τοιουτοτρόπως δημιουργείται αυτόματος συρροή βλακών εις τας πάσης φύσεως οργανώσεις, αίτινες, εάν μεν είναι συμφεροντολογικαί, διατηρούν τουλάχιστον την σοβαρότητα των συμφερόντων των, εάν όμως είναι «πνευματικαί» περιέρχονται συν τω χρόνω εις πλήρη βλακοκρατίαν. (Εις το φαινόμενον τούτο οφείλει τον εκφυλισμόν του λ.χ. ο μασσωνισμός, oι απανταχού Ροταριανοί 0μιλοι, όλοι oι «πνευματικοί» σύλλογοι, καί αυτή αύτη η... Κοινωνία των Εθνών!). Επόμενον είναι, κατόπιν τούτων, ότι όπως η λεγεών των βλακών ωθείται ακατανικήτως προς την αγέλην και προς τας πάσης φύσεως οργανώσεις, ούτω υφίσταται ακατανίκητον έλξιν από τας παντός είδους αγελαίας αντιατομικάς και ομαδιστικάς θεωρίας, από του πάσης φύσεως παρεμβατισμού η «διευθυνομένης οικονομίας» ή 4ης Αυγούστου μέχρι του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού («Άλλοι είναι οι εκμεταλλευταί των θεωριών αυτών). Τούτων δεδομένων εξηγείται καί η ατελεύτητος και αυστηροτάτη επιλογή βλακών εις τά ομαδικά συστήματα, η οποία, τη βοηθεία μιας πολιτικής βίας, κατοχυρούται και ως πολιτικόν και κοινωνικόν καθεστώς (4η Αύγούστου), τόσω μάλλον, όσο η ελευθερία της σκέψεως (χρήσιμος μόνον εις εκείνους, οίτινες διαθέτουν σκέψιν), είναι μονίμως και εξόχως αντιπαθητική εις τους βλάκας, διότι ασκουμένη υπό των άλλων, στρέφεται εναντίον των, ιδία οσάκις ούτοι κατέχουν εξουσιαστικάς θέσεις, ή έχουν συνδέση συμφέροντα με τους κατέχοντας αυτάς. Η έλλειψις ιδίας γνώμης, η κολακεία και η ραδιουργία (ίδε κατωτέρω) τούς προορίζουν άλλως τε ειδικώς δια τας καταστάσεις ταύτας. Η ακατανίκητος επίσης τάσις των βλακών προς τας πάσης φύσεως αγελαίας εμφανίσεις (κοσμικαί συγκεντρώσεις και causerie τρεφομένη εκ των περιεχομένων των εφημερίδων και των ραδιοφώνων, μόδα, κλπ.) και διακρίσεις (τίτλοι, διπλώματα παράσημα) είναι κατόπιν των ανωτέρω αυτονόητος.

ΙΙ

3. Αλλά πόθεν είναι δεδομένη η πραγματική δυνατότης της αποτελεσματικής δράσεως της βλακικής αγέλης; Η δυνατότης αύτη είναι δεδομένη απολύτως αντικειμενικώς και ανεξαρτήτως τού ψυχολογικού ελατηρίου (τού ressentiment), το οποίον άλλως ουδεμίαν θα είχε κοινωνικήν δράσιν και ακολούθως κοινωνιολογικήν σημασίαν. Είναι δεδομένη εκ της μοιραίας θέσεως την οποίαν κατέχουν εις την κλίμακα του κοινωνικού διαφορισμού οι βλάκες, θέσεως εις την οποίαν είναι αναντικατάστατοι - διότι είναι θέσις υποδεεστέρα - αλλά και απολύτως απαραίτητος δια τον όλον κοινωνικόν μηχανισμόν, ο οποίος βασίζεται απολύτως εις τας κατωτέρας αυτού βαθμίδας. Ευκρινέστατα διαφαίνεται η εξάρτησις αύτη των ανωτέρω βαθμίδων (και προσώπων) από των κατωτέρων τοιούτων όπου αύτη λαμβάνει μορφάς καθαρώς εκβιαστικάς, τας όποίας γνωρίζουν πάντες οι κοινωνικοί άνθρωποι. Ως παράδειγμα δύναται να χρησιμεύση η παρέλκυσις ή ο ενταφιασμός μιας ύποθέσεως εις οιανδήποτε υπηρεσίαν υπό κατωτέρων υπαλλήλων, η έκδοσις εντάλματος συλλήψεως κατά καταζητουμένου εκληματίου, εις περίπτωσιν κατά την οποίαν τα κατώτερα αστυνομικά όργανα είναι αλληλέγγυα προς αυτόν κλπ. κλπ.

4. Λαμβανομένης ήδη ύπ’ όψιν της επικαίρου ταύτης θέσεως των κατωτέρων βαθμίδων (και προσώπων) εν τω κοινωνικώ διαφορισμώ καθίσταται απολύτως νοητή και η άνοδος αυτών εις ανωτέρας βαθμίδας δια κοινού μεταξύ των συνασπισμού αναδεικνύοντος εαυτούς και αλλήλους άφ’ ενός μεν δι’ οργανωμένης αντιστάσεως (boycotage) προς τα άνω και παραλύσεως των τυχόν αντιθέτων ενεργειών των υπερκειμένων παραγόντων προς ανάδειξιν άλλου, πράγματι ικανού, προσώπου, αφ’ ετέρου δε δι’ οργανωμένης προωθήσεως προσώπου εκ των κόλπων αυτών, προς την ανωτέραν βαθμίδα. Το φαινόμενον τούτο καλείται κλίκα. Ότι την εξέλιξιν ταύτην ουδείς δύναται να σταματήση είναι φανερόν, όσον είναι φανερά η νομοτελειακή συνάρτησις των ως άνω δεδομένων. Κατά την αυτήν συνάρτησιν το φαινόμενον συνεχίζεται: «ενός βλακός προκειμένου
μύριοι έπονται» - ο δε ούτω ανελθών βλαξ θα προωθήση ο ίδιος πρόσωπα μόνον κατώτερα εαυτού, μέχρις ότου η μία βιαία έξωθεν επέμβασις, υπαγορευομένη υπό της ανάγκης άλλου τινός κοινωνικού όργανισμού, ή ο φυσικός εκφυλισμός ενός τοιούτου οργανισμού εκ των έσω, επιφέρει θεμελιώδη τινά ανατροπήν, ή και αυτόν τούτον τον τερματισμόν του βίου του εκφυλισθέντος οργανισμού. Ούτω λ.χ., εις παρομοίαν περίπτωσιν η το 1910 ανελθούσα κοινωνική ομάς ανέτρεψε την ιεραρχίαν των αξιών και των προσώπων και εντός του παλαιοκομματισμού, καταστήσασα δυνατήν την υπεφαλάγγισιν των παλαιών αυτού αρχηγών υπό νέων (Γούναρη, Στράτου κλπ.). Ως παράδειγμα δια την δευτέραν περίπτωσιν δύναται να θεωρηθή η άνευ ουδεμιάς αντιστάσεως παράδοσις της εξουσίας υπό της παλαιάς κρατούσης κοινωνικής ομάδος εις την αναίμακτον «επανάστασιν» τού 1909. Πλείστα άλλα παραδείγματα αποσυνθέσεως ορισμένων άλλοτε ισχυρών οργανισμών: του Βενιζελισμού και του Αντιβενιζελισμού παρατηρούνται σήμερον, μερικών εκ των οποίων αλλαχού δίδεται η ανάλυσις.

5. Αλλά και οι άνευ συνασπισμού και οργανώσεως - άνευ«κλίκας» - ανερχόμενοι βλάκες ή ανίκανοι γενικώς, ατομικώς και μόνον επικρατούντες, ευρίσκονται εν τούτοις δεσμευμένοι υπό του κοινωνικού διαφορισμού εις ίσον βαθμόν ως και οι οργανωμένοι τοιούτοι. Διότι αντικειμενικώς αι θέσεις τας οποίας λαμβάνουν είναι τοιαύται, ώστε η ανεπάρκειά των ή να είναι πλεονεκτική ή να είναι ανεκτή, ούδέποτε όμως θέσεις απαιτούσαι πραγματικά προσόντα, εκ των οποίων - και αν ακόμη φθάνουν εις αυτάς - ανατρέπονται και κρημνίζονται εις την πρώτην αντίξοον περίστασιν και υπό μεγάλου τινός ή μικρού πνέοντος ανέμου. Ούτω λ.χ. πολλοί εξ αυτών κατέλαβον διαδοχικώς πλείστα αξιώματα της κοινωνίας και της πολιτείας, από του Προέδρου της Δημοκρατίας, μέχρι του «Προέδρου του Συλλόγου Προστασίας Εγγύων Μυιών», του «Γενικού Γραμματέως της Γενικής Συνομοσπονδίας Πωλητών Ποντικοπαγίδων» κ.ο.κ., αξιώματα βεβαίως, τα οποία ουδέποτε θα επιδιώξη σοβαρώς απασχολούμενος άνθρωπος. Εις τα αξιώματα ταύτα προστίθενται φυσικά και διακρίσεις οίον παράσημα, διπλώματα, δεξιώσεις κλπ. τα οποία ανέκαθεν απετέλεσαν ευπρόσδεκτα και ζωηρώς καταζητούμενα θέματα μεγάλων σατυρικών έργων της λογοτεχνίας, ένθα απηθανατίσθη ο ανώνυμος ούτος κοινωνικός τύπος. Την άνοδον αυτού διευκολύνουν πλείστα προς τούτο ειδικά προσόντα: η παντελής έλλειψις προσωπικότητος, ήτις εκδηλούται εις την χρονίαν απουσίαν γνώμης επί παντός ζητήματος, εις τον φόβον προ της ενδεχομένης διαφωνίας προς πάντα άνθρωπον, η ολιγόλογος ανιαρότης αυτού, εκλαμβανομένη υπό των αφελών ως βαθύνοια και σοβαρότης, οφειλομένη δε πράγματι εις ανεπανόρθωτον έλλειψιν πνεύματος και πολιτισμού, κλπ. (Τοιούτοι λ.χ. δύο κλασσικοί και αντίθετοι τύποι σοβαροφανών βλακών: ο «ψωνίζων» και ο «cαυseυr». Ο «ψωνίζων» έχει έκδηλον στίγμα την βλακώδη πονηρίαν εις το μέρος εκείνο του ανθρωπίνου σώματος, ένθα -παρά τοις ανθρώποις - κείται συνήθως το πρόσωπον. Η ευφυΐα του, την οποίαν πιστεύει ότι έχει και ότι την κρύπτει επιμελώς, συνίσταται εις το ν’ ακούη μόνον τα λεγόμενα των άλλων, συνοδεύων αυτά με εξυπνώδες τι ηλίθιον μειδίαμα. Δεν απαντά, διότι βεβαίως δεν είναι «κουτός» διά να «εκτεθή». Πάντα άνθρωπον κατ’ αρχήν θεωρεί ως εχθρόν ενεδρεύοντα να του αρπάση καμμίαν εκδήλωσιν δια να τον «εκθέση κακοήθως εις τους εχθρούς του. Πάντα δε άνθρωπον κατ’ αρχήν εκφράζοντα γνώμας θεωρεί άνευ δισταγμού βλάκα, κρύπτων ο ίδιος επιμελώς την ευφυΐαν του όπισθεν συγκαταβατικού μειδιάματος. ‘Εχει την ευφυεστάτην άποψιν, ότι ηλίθιοι ήσαν πάντες οι έχοντες γνώμην, οι γράψαντες βιβλία, ότι ο Κάντ αδίκως εφιλοσόφησε και ο Μπετόβεν διέπραξε μεγίστην ηλιθιότητα συνθέσας τας μουσικάς του συμφωνίας. Η περιφρόνησίς του προς τους διανοουμένους και ιδίως τους αγωνιζομένους εξ αυτών και προς τους καλλιτέχνας είναι απέραντος, περί δε των ευφυολόγων φρονεί ότι πρόκειται περί γελωτοποιών τεταγμένων να τον διασκεδάζουν, γελά δε ουχί λόγω των ευφυολογημάτων των, αλλά λόγω της βλακείας των να λέγουν ευφυολογήματα άνευ πρακτικού τινος λόγου. Πάσας τας ανοησίας ταύτας των καλουμένων ευφυών καλύπτει ο «ψωνίζων» με μειδίαμα αυτοπεποιθήσεως, συγκαταβάσεως και μετριόφρονος υπεροχής...
Ο causeur συνάδελφος του ανωτέρω αποτελεί αληθή κοινωνικήν μάστιγα, διότι ως causerie εκλαμβάνει το να λέγη εις τους χειμαζομένους συνανθρώπους τί ανέγνωσεν εις τας εφημερίδας, τί ήκουσεν εις το ραδιόφωνον και τί του είπον διάφοροι καθ’ οδόν, εξικνούμενος έστιν ότε εις τα σχόλιά του, όταν αποφασίση να σχολιάση, εις δυσθεώρητα ύψη οξυδερκείας και πνευματικής χάριτος: ότι λ.χ. κατά την νύκτα «αναμφιβόλως» επικρατεί σκότος, την δε βροχήν ακολουθεί οπωσδήποτε η υγρασία...). Εις ταύτα προστίθεται ενίοτε και η «προστατευτική» στάσις αυτού έναντι των πνευματικώς ανωτέρων του, σκοπούσα την υποτίμησιν αυτών εις τα όμματα του κόσμου κλπ. Με γενικόν και ανεπανόρθωτον αποτέλεσμα την κατάκτησιν της γενικής «συμπαθείας» του κόσμου και την απονομήν του περιφήμου διπλώματος του «συμπαθούς», κατά του οποίου, δι’ αιματηράς σατύρας εξηγέρθησαν εv σώματι όλοι οι πνευματώδεις άνθρωποι των αιώνων, οι αφήσαντες τα επισκεπτήριά των εις τας σελίδας της Ιστορίας, θεωρήσαντες αυτό – άγνωστον διατί - ως την δεινοτέραν ύβριν.

ΙΙ Ι

6. Ένδιαφέρον είναι τέλος ενταύθα το φαινόμενον μερικών ευφυών ανθρώπων, οίτινες, ενστικτωδώς διαισθανόμενοι τον κοινωνικώς ανυπέρβλητον ρόλον των βλακών και την λαμπράν κοινωνικήν αυτών σταδιοδρομίαν - εv τη «χρυση» μέση οδώ της μετριότητος εννοείται - αποφασίζουν να υποδυθούν τον ρόλον αυτόν, όπως ανέλθουν δια της μεθόδου της «νύσσης», ως αύτη ευφυέστατα αποκαλείται παρά τω λαώ. Αλλ’ ο ρόλος ούτος είναι εξαιρέτως δύσκολος εκ δύο λόγων: Πρώτον υποκειμενικώς η ύπαρξις πνευματικής και ψυχικής ζωής έχει ως γνωστόν αναποτρέπτους αντανακλάσεις επί της εξωτερικής φυσιογνωμίας, αίτινες με την τελειοτέραν υπόκρισιν, δύσκολον είναι ν’ αποκρυβούν, πλην της περιπτώσεως καθ’ ήν είναι δεδομένον τάλαντον μεγάλου ήθοποιού. Η απλή Παρουσία του ευφυούς ανθρώπου είναι κατά κανόνα, διά τον βλάκα, εις το έπακρον προκλητική. Το ψυχολογικόν σύμπλεγμα των συναισθημάτων, το οποίον αύτη εξαπολύει παρ’ αυτώ είναι το αυτό ακριβώς με εκείνο του καταδιωκομένου και πανικοβλήτου ζώου ή άνθρώπου, εν καταστάσει φυγής ή άμύνης. Τό μίσος, ο φόβος, ο φθόνος μετά του θράσους συμπλέκονται κατά τρόπον, δηλούντα δια τον εξησκημένον οφθαλμόν σαφώς εις πάσαν φράσιν - ίδία «υποτιμητικήν» ή μειωτικήν» - την κατάστασιν αμύνης. Δεύτερον από της απόψεως του βλακός, η ένστικτος καχυποψία αυτού είναι τοιαύτη, ώστε η υπόκρισις του ευφυούς ν’ αποβαίνη ματαια, η δε πραγματική ειλικρίνεια αυτού να εκλαμβάνεται ως υπόκρισις. Ο βλάξ, ως πλησιέστερος προς το ζωϊκόν βασίλειον, έχει την ένστικτον καχυποψίαν ούτω ανεπτυγμένην, ώστε ν’ αδυνατή να διαγνώση ή να εννοήση συλλογισμούς και λογικούς υπολογισμούς του ευφυούς, βασιζομένους όχι εις το ένστικτον αλλά εις την διάνοιαν. ‘Αοπλος και ανυπεράσπιστος έναντι των ψυχρών υπολογισμών της ξένης διανοίας, ής ο μηχανισμός τυγχάνει εις αυτόν νοητικώς απροσπέλαστος, μίαν μόνην άμυναν διαθέτει, ακριβώς όπως το ζώον και ο πρωτόγονος άνθρωπος: την ένστικτον καχυποψίαν. (0ύτω εξηγείται και η φυσική και πνευματική κατωτερότης των λαών, οίτινες εμπνέονται βασικώς υπό της καχυποψίας, -ήν αυταρέσκως εκλαμβάνουν ως «ευφυίαν», - Έναντι τών ευρωπαίων, οίτινες ουδεμίαν ανάγκην έχουν αυ τής, ως αντιλαμβανόμενοι νοητικώς τον κόσμον. ‘Εκ τούτων επίσης φαίνεται σαφώς, ότι η καχυποψία και η απότοκος αυτής πονηρεία είναι ακριβώς το αντίθετον της ευφυίας ως προς τον όλον αυτής εκτοπιζομένης πάντοτε υπό της δευτέρας. Λέγομεν αντίθετος μόνον ως προς τον ρόλον, διότι η διάνοια δεν είναι τι το ανεξάρτητον ή αντίθετον του ενστίκτου, αλλά τουναντίον η ανάπτυξις και ο δια λογικών μέσων πλουτισμός αυτού εις την αρχικήν αυτού πάντοτε κατεύθυνσιν.

7. Πονηρία είναι η ενεργητική όψις της καχυποψίας και το δεύτερον στάδιον αυτής, ήτοι η δράσις αυτής, δράσις όμως ζωϊκώς αμυντικής φύσεως, διότι προϋποθέτει την «πνευματικήν» κατωτερότητα και την «πνευματικήν» αμηχανίαν του βλακός, ως ζώου ενστικτώδους και «πνευματικώς» πανικοβλήτου. Η απλή καχυποψία είναι άμυνα παθητικής φύσεως,καθ΄ ο μη ενεργούσα επί άλλων ατόμων. Η πονηρία είναι άμυνα ενεργητικής φύσεως, διότι αποτελεί εγκεφαλικήν ενέργειαν, σχηματισμόν συλλογισμών και συμπερασμάτων, αγόντων εις πράξεις («τον εγέλασε» κ.λπ.) και συνεπώς ενεργεί επί άλλων ατόμων. (Άσχετον το ζήτημα της βλακώδους ποιότητος των συλλογισμών και συμπερασμάτων). Η χρησιμοποίησις ήδη των βλακωδών τούτων συλλογισμών και συμπερασμάτων, με μιαν λέξιν της πονηρίας, χρησιμοποίησις όμως γενικώτερον ψυχολογικώς επιδρώσα επί του άλλου ατόμου, ήτοι χρησιμοποίησις αυτής εν συνδυασμώ με στοιχεία κατωτάτης πνευματικής υποστάθμης (κολακεία, ψεύδος, ραδιουργία, συκοφαντία, σωματεμπορία, «συμπαθής» μορφή τού βλακός ακόμη, επίκλησις της πολυτεκνίας του, προσφορά ανηθίκων καί ευκόλων υπηρεσιών εις το κολακευόμενον πρόσωπον, «χαφιεδισμός», «ξεσκονίσματα», το «ποιείν τον καραγκιόζην», ή τον gigolot, χειροφιλήματα προς τον «Εθνικόν Κυβερνήτην», εκφωνήσεις λόγων, συρραφή κολακευτικών στίχων, μεταφορά λαχανικών, κλπ. κλπ.) τοιαύτη, λέγομεν, χρησιμοποίησις της πονηρίας, κατάστασις θετική, ενεργός και προσοδοφόρος, καλείται επιτηδειότης. Και εδώ συμβαίνει κοσμοϊστορικόν γεγονός: ότι η δύναμις των μέσων τούτων επικρατήσεως των βλακών είναι τοιαύτη - λόγω της ευτελείας και της διανοητικής κατωτερότητος των κολακευομένων προσώπων - ώστε ο βλάξ, κατά παράβασιν - φαινομενικώς - της βλακείας του, νά φθάνη εις τον σκοπόν του και να προωθείται ή να επικρατή! Δεν γνωρίζομεν όμως τη αληθεία ποία κατηγορία βλακών είναι ενταύθα η πλέον επικίνδυνος και ψυχολογικώς η πλέον αποσυνθετική δια την κοινωνίαν: εκείνη, ήτις διαπράττει τ’ ανωτέρω, ή έκείνη -διότι δημιουργείται και δευτέρα - ήτις θεωρεί ως ευφυείς τους ως άνω βλάκας! (Εις την κατηγορίαν αυτήν ανήκουν και οι «ευφυέστατοι» εκείνοι αρριβισταί πάσης φύσεως του δημοσίου βίου, οι οποίοι φρονούν ότι δεν έχει καμμίαν σημασίαν τί λέγει και τί πράττει τις σήμερον και αύριον, διότι «εν τη συγχίσει του λαού τα πάντα λησμονούνται», παραγνωρίζοντες οι ατυχείς το γεγονός, ότι αν τυχόν λησμονεί ο «λαός», δεν λησμονούν όμως τα στελέχη καί οι ηγέται του και ότι και αν ακόμη ολόκληρος ο λαός αποτελείται από λωποδύτας και παληανθρώπους, ο αυτός όμως ακριβώς λαός έχει την μοχθηράν αξίωσιν να μη είναι τοιούτοι oι παρ’ αυτού αναδεικνυόμενοι, ή εκείνοι oι οποίοι οπωσδήποτε επηρεάζουν τας τύχας του, τους οποίους, εξ ενστίκτου αυτοσυντηρήσεως και δικαιοσύνης — διότι εφωδιασμένοι αυτοί με περισσότερα μέσα του κάμνουν αθέμιτον ανταγωνισμόν — επιθυμεί άσπίλους, ή άλλως τιμωρεί. Διότι μόνον από της απόψεως της δευτέρας ταύτης κατηγορίας βλακών δύναται νά τεθή το ερώτημα: «ποίος είναι βλάξ, ο κολακεύων, ή αντιθέτως ο κολακευόμενος;» ‘Αλλ’ ότι πάντα ταύτα τα μέσα της «επιτηδειότητος» είναι άσχετα εντελώς με την ευφυίαν, και ότι ουδείς ευφυής έχει ανάγκην να τα χρησιμοποιήση, διότι ούτος επικρατεί διά της άξίας του, δεν αμφισβητείται. Ότι είναι τα ευκολώτερα «πνευματικώς» μέσα δεν αμφισβητείται. Ότι ο κολακευόμενος, εάν πιστεύση εις την ειλικρίνειαν του επιτηδείου είναι βλάξ δεν αμφισβητείται. Πώς όμως δύναται ν’αμφισβητηθή ότι εάν ο κολακευόμενος είναι βλάξ, βλάξ αναγκαίως θα είναι και ο πείθων ένα βλάκα; Διότι — αλλοίμονον! —ουδείς ευφυής μέχρι τούδε κατώρθωσε νά πείση βλάκα και ουδεμία συνεννόησις επιτεύχθη ποτέ μεταξύ ετερογενών εγκεφάλων. «Δύο κεφαλαί δια να συνεννοηθούν πρέπει να είναι ή εξ ίσου κεναί, ή εξ ίσου πλήρεις» είπε κάποτε επιγραμματικώτατα ο πρύτανις της Ελληνικής δημοσιογραφίας, διευθυντής της «Νέας Ημέρας». Η κλασσική εκάστοτε αποτυχία των ευφυών εκείνων ανθρώπων, οίτινες ποτέ επειράθησαν προς στιγμήν να εισέλθουν εις τον ψυχοδιανοητικόν κόσμον των βλακών, διά να τους πλησιάσουν όπως επιτύχουν τι παρά των πανισχύρων τούτων εξουσιαστών των υψηλοτέρων αξιωμάτων, υπήρξε πράγματι τραγική μέχρι σημείου, ώστε να οδηγηθούν oι ατυχείς ούτοι εις την απελπισίαν, ενίοτε δε και εις τον τερματισμόν της σταδιοδρομίας των και εις τον θάνατον, ενώ ουδέν ποτέ νέφος διετάραξε την αγαστήν σύμπνοιαν μεταξύ των βλακών... Κατ’ αδήριτον συνέπειαν η ως άνω δευτέρα κατηγορία αυτών θεωρεί τους ευφυείς αυτούς ως βλάκας! Υπάρχει και τρίτη κατηγορία βλακών, κυνικωτέρα και κομψοπρεπώς παροξύνουσα τα πράγματα: «Η μεγαλυτέρα βλακεία είναι η ευφυΐα!», λέγει αϋτη ώφελιμιστικώς κρίνουσα καί μή καθορίζουσα έπακριβώςτήν... Ιδίαν αύτής θέσιν.

8. Αν ο βλάξ καταφεύγει εις την επιτηδειότητα λόγω των πενιχρών πνευματικών του μέσων εκ της αυτής ελλείψεως ανωτέρων πνευματικών μέσων ωθείται και προς την απάτην. Απάτη είναι ως γνωστόν η αποσιώπησις της αληθείας ή η παράστασις ψευδών πραγμάτων ως αληθών. ‘Εξ αυτού τούτου του ορισμού αυτής συνάγεται ότι η απάτη δεν ανάγεται εις την εύφυίαν του απατεώνος, — διότι πάς άνθρωπος δύναται να παραστήση ψευδώς πράγματα ως αληθή και αυτός ούτος ο βλάξ, — αλλ’ εις την ευπιστίαν του θύματος. Ότι λοιπόν καταφεύγει εις αυτήν, ως διανοητικώς ευκολώτερον μέσον ο βλάξ, επειδή, στερούμενος ευφυΐας, είναι ανίκανος να μεταχειρισθή έντιμα μέσα, είναι αυτονόητον, διότι έντιμα μέσα — ως δυσκολώτερα — χρησιμοποιεί μόνον ο κεκτημένος πραγματικήν ατομικήν αξίαν. Πόθεν λοιπόν προέρχεται η ευρέως διαδεδομένη αντίληψις, ότι ο απατεών όχι μόνον αποκλείεται να είναι βλάξ, αλλ’ αναγκαίως είναι ευφυής, αντί της ως άνω αναλύσεως, εξ ής αντιθέτως προκύπτει, ότι ο απατεών όχι μόνον αποκλείεται να είναι ευφυής, αλλ’ είναι αναγκαίως βλάξ; Η αντίληψις αύτη προέρχεται εκ της «θεωρίας» τού βλακός περί της ευπιστίας. Ειθισμένος ο βλάξ να «σκέπτεται» ουχί διά του νοητικού μηχανισμού, αλλά δια χονδροειδών έξωθεν εντνπώσεων, δεν ερευνά τας αιτιοκρατικάς σχέσεις, αλλά περιορίζεται εις το γεγονός μιας επιτυχούσης απάτης, γεγονός εξ ού και μόνου συνάγει την βλακείαν του θύματος και την ευφυΐαν του απατεώνος. Ότι η απάτη δεν οφείλεται εις ευφυίαν ανελύθη, νομίζομεν επαρκώς. Ότι όμως η ευπιστία του θύματος αποτελεί βλακείαν , τούτο είναι αληθές μνημείον βλακικής «διανοίας» καί πολιτιστικής υποστάθμης. Διότι η ευπιστία ενός ατόμον, ως προϋποθέτουσα τα άλλα άτομα ως έντιμα (καί συνεπώς ως ευφυά), είναι ασφαλώς το μέγιστον των τεκμηρίων της πνευματικής του αναπτύξεως και του πολιτισμού του. ‘Οσον υψηλότερον επί των βαθμίδων της εύφυίας καί του πολιτισμού ίσταται εν άτομον ή είς λαός (οι Ευρωπαίοι εν σχέσει προς τους Ανατολίτας) τόσον περισσότερον εύπιστος είναι. Ο τελευταίος των βλακών θα ηδύνατο να εξαπατήση ένα Κάντ ή ένα Μπετόβεv και ο τελευταίος των Ελλήνων ένα Ευρωπαίον... Το μειδίαμα του οίκτου,το οποίον ρίπτουν οι «αφελείς» «κουτόφραγκοι», δημιουργοί των Πνευματικών αξιών και εξουσιασταί του κόσμου, επί των δυστυχών «έξυπνων» της Μεσογείου και της
Ανατολής, ας είναι και η τιμωρία των βλακών και δια την «θεωρίαν» των ταύτην!

V
9. «Οτι ο βλάξ, ακολουθών την ένστικτον αυτού καχυποψίαν, ευρίσκεται εντός της πραγματικότητος, τούτο είναι αναμφισβήτητον, θέτει δε αυτόν εν τω Κοινωνικώ βίω εις «ανωτέραν» μοίραν λ.χ. του μεταφυσικού, του όποΙου ο ενστικτώδης κόσμος έχει υποστή - νοσηράν - ατροφίαν, έναντι του διανοητικού αυτού κόσμου, όστις έχασε πάσαν επαφήν μετά της πραγματικότητος. Εάν δεχθώμεν - ως υποχρεούμεθα -πρώτον ότι το ένστικτον είναι αλάθητον, καθ’ ό ανεξήγητον και άφθαρτον. Δεύτερον ότι ο κόσμος των ενστίκτων είναι ο κατ’ εξοχήν φυσικώς υγιής κόσμος. Τρίτον ότι η κοινωνία ως συνέχεια της φύσεως είναι υγειής οργανισμός, απαρτιζόμενος υπό υγειών ατόμων - τότε το συμπέρασμα Περί της υπεροχής του βλακός επί του μεταφυσικού εν τη κοινωνία, είναι συμπέρασμα αναγκαστικόν και ανέκκλητον, επαληθευόμενον άλλως τε, κατά φυσικήν αναγκαιότητα, υπ’ αυτής ταύτης της κοινωνικής πραγματικότητος όλων των εποχών και των λαών. Το ότι οι μεταφυσικοί επεκράτησαν (όχι ήνθισαν) εις εποχάς παρακμής των κοινωνιών δεν είναι «τυχαίον». Ο βλάξ, ως ελέχθη και ανωτέρω, διαισθανόμενος εν τη καχυποψία του την επίθεσιν εκ μέρους του ευφυούς, είναι θεμελιωδώς εντός της πραγματικότητος, διότι διαισθάνεται ορθώς τον κίνδυνον να περιέλθη κοινωνικώς εις την κάτω τάξιν. Εάν δια της καχυποψίας αυτής και μόνης προστατεύεται έναντι του φυσικού αυτού
προορισμού του, τούτο είναι άλλο ζήτημα. Φανερόν είναι, ότι το ένστικτον αποτελεί μέσον προσανατολισμού και στοιχειώδους αμύνης εις τον πρωτόγονον άνθρωπον, όχι όμως μέσον κατισχύσεως και υπεροχής εν προηγμένη κοινωνία μετά προηγουμένου κοινωνικού διαφορισμού και αναπτύξεως των νοητικών του ανθρώπου μέσων (των όποιων η κατ’ άτομα ανισότης είναι εξ ίσου φυσικώς δεδομένη). Ο βλάξ ομοιάζει ενταύθα το ζώον, το όποίον εξ ενστίκτου γνωρίζει να διαφεύγη πάντα κίνδυνον - πλήν ανωτέρας ωμής βίας - εις την Ζούγκλαν, εισερχόμενον όμως εις κεντρικήν οδόν μεγαλουπόλεως, ευρίσκεται αιφνιδίως υπό τους τροχούς αυτοκινήτου. Τούτο είναι άγνωστος και ακατανόητος εις αυτό μηχανή, βασιζομένη βεβαίως κατά τελευταίον λόγον εις το ένστικτον του ανθρώπου, κατασκευασθείσα όμως δια της διανοίας του. Πώς ήδη οι πνευματικώς κατώτεροι άνθρωποι ευρίσκονται υπό τους τροχούς διαφόρων κοινωνικών «αυτοκινήτων», - τούτο δεικνύει η θέσις αυτών εις την κάτω τάξιν. Την «μηχανήν» αυτήν είναι βεβαίως αδύνατον να διαφύγη και ο βλάξ, του οποίου και η άνοδος είναι αυστηρώς εντός ωρισμένων πλαισίων περιωρισμένη. «Οτι δε τέλος ο μεταφυσικός ουδέ το ζώον, ουδέ τον βλάκα δύναται να περιπλέξη εις τροχούς, τούτο είναι ευνόητον εκ του γεγονότος, ότι ούτος φέρεται επί του Πηγάσου...

νι
10. Ως προς την κοινωνικήν προέλευσιν των βλακών διαπιστούται ότι η παραγωγή βλακών δεν είναι «ταξική».Η πονηρά φύσις δεν έδωκεν εις ωρισμένην τινά κοινωνικήν τάξιν το επίζηλον τούτο προνόμιον. Έπεδαψίλευσεν ίσως, ως φαίνεται, εις την εκάστοτε άνω τάξιν τους διασκεδαστικωτέρους απλώς τύπους βλακών, αλλά δεν εστέρησεν ουδεμίαν άλλην κοινωνικήν τάξιν της σοβαράς συμβολής των. Ο βλάξ υπουργός, ο αγόμενος και φερόμενος υπό των υπαλλήλων του και τα μέλη ενός εργατικού σωματείου, τα οποία εκμεταλλεύεται ο πονηρός εργατοκάπηλος, αποτελούν δύο αντίθετα παραδείγματα του γεγονότος, ότι η βλακεία δεν έχει ταξικήν την πατρίδα.
Ψυχολογικά δε είναι κυρίως τα περιεχόμενα, τα οποία δημιουργούν τας ποικιλίας και παραλλαγάς μεταξύ) των βλακών. o fils a papa της άνω τάξεως, ο οποίος, λόγω φυσικής ατροφίας του βουλητικού του κόσμου, λαμβάνει σοβαρώς υπ’ όψιν την ατελεύτητον σειράν των απαγορεύσεων της οικογενείας του, στερούμενος δε και ιδίας πνευματικότητος, καταντά εις το τέλος τύπος χωρίς την ελαχίστην προσωπικότητα, ονομάζεται υπό της τάξεώς του επιεικέστατα «καλό παιδί», εις δε την αντικειμενικήν διάλεκτον θα ηδύνατο να αποκληθή «ευπρεπής βλάξ», ενώ το «τέκνον του λαού» εις την αυτήν περίπτωσιν ονομάζεται υπό του ευφυεστέρου και κυριελεκτούντος λαού δραστικώτατα «κόπανος» Σημαντικώς αυστηροτέρα είναι επομένως η φυσική επιλογή εντός της κάτω τάξεως: ενώ λ.χ. ο fils a papa εις την μαθητικήν ηλικίαν τυγχάνει της αγωγής, των μορφωτικών μέσων και των περιποιήσεων της τάξεώς του και παραμένει ψυχικώς αμείωτος - όπερ επαυξάνει την γελοίαν αυτοπεποίθησίν του εις πρεσβυτέραν ηλικίαν - δυνάμενος να φθάση ανενοχλήτως και εις υψηλά αξιώματα, η δε ατομική του ύπαρξις - ως μη ώφειλε - είναι γνωστή εν τη κοινωvία· αντιθέτως το τέκνον του λαού και σκληρώτερον χειραγωγείται υπό των γονέων του και των συμμαθητών του εν τω σχολείω μέχρι πλήρους ψυχικής εξουθενώσεως δια σκληράς υποτιμήσεως, προπηλακισμών, φαρσών, ύβρεων και βιαιοπραγιών και δυσκολώτερον είναι - κατόπιν τούτων - ν’ ανέλ
την κοινωνικήν κλίμακα, ο δε βλάξ των λαϊκών τάξεων ούτως και συμπαθέστερος είναι και άγνωστος και ακινδυνώτερος και ολιγώτερον γελοίος, καθ’ ο σεμνότερος και εστερημένος της αυτοπεποιθήσεως ή επάρσεως του βλακός των άνω τάξεων (εις τον οποίον, λόγω ατροφίας τού βουλητικού του και τής μαλθακότητος του οικογενειακού του περιβάλλοντος προστίθεται έστιν ότε και αηδής γυναικωτός χαρακτήρ). Ενιαίον όμως είναι το πνευματικόν προλεταριάτον πάσης ταξικής καταγωγής.

vii
11.Η ηθική τέλος σχέσις μεταξύ βλακός και επιτηδείου ή απατεώνος είναι απροσδοκήτως διάφορος της ήν εκλαμβάνει συνήθως η «κοινή γνώμη». Ο συνήθης κοινωνικός άνθρωπος θεωρεί τον επιτήδειον και τον απατεώνα ως ανηθίκους μεν, άλλ’ ως υποδιαιρέσεις του ευφυούς. «Όλως το αντίθετον όμως συμβαίνει: ο επιτήδειος και ο απατεών είναι ακριβώς υποδιαιρέσεις τού βλακός. Καί ιδού πώς: Είπομεν ανωτέρω ότι η πονηρία - εκτός εάν είναι μέσον αμύνης των ευφυών, ουχί κατά των βλακών, αλλά κατά της πονηρίας των - αποτελεί φυσικήν ιδιότητα των βλακών και δη φυσικήν συνέπειαν του γεγονότος, ότι, λόγω ατροφίας του νοητικού των μηχανισμού, αποτελεί αύτη την μόνην άμυναν αυτών κατά πάσης έξωθεν επιθέσεως. Από της διαπιστώσεως της αληθείας ταύτης μέχρι της ακολούθου αληθείας υπάρχει έv και μόνον βήμα: ότι μόνον ο πνευματικώς ανάπηρος έχει ανάγκην της επιτηδειότητος και της απάτης δια να προωθηθή ή να επικρατήση. Ουδείς άνθρωπος άξίας έχει ανάγκην να γίνη επιτήδειος ή απατεών.Η καθημερινή κοινωνική πείρα διδάσκει ότι τα επίθετα ταύτα ουδέποτε κατώρθωσαν να «κολλήσουν» εις ανθρώπους πραγματικής αξίας, οι οποίοι, εάν υπήρξαν μισητοί, εχαρακτηρίσθησαν ίσως ως «κακοί», ως «καταχθόνιοι», ως «γόητες», ως «τορπιλληταί» ή ως «λιβελλογράφοι», ουδέποτε όμως ως επιτήδειοι ή απατεώνες, και όταν ακόμη υπήρξαν συντηρητικοί εις τας σχέσεις των μετά των λοιπών ανθρώπων και κατώρθωσαν πάντοτε να προωθηθούν ή να επικρατήσουν. Απόλυτος εσωτερική συνέπεια της πνευματικής αναπηρίας του βλακός είναι άλλως τε όχι μόνον η αγελαία του τάσις, όχι μόνον η προώθησίς του «πλάτην μέ πλάτην» με την λεγεώνα των ομοίων του, όχι μόνον η προσφυγή εις τα ευτελέστερα μέσα της επιτηδειότητος, την έλλειψιν αντιθέτου γνώμης, την προσφοράν ευκόλων και ανηθίκων εκδουλεύσεων και την κολακείαν, αλλά και η συστηματική αποφυγή πάσης συγκρούσεως και πάσης μάχης. Και όταν ακόμη ο βλάξ, υπό την μορφήν του επιτηδείου ή του απατεώνος, εξαναγκασθή να δώση μάχην, θα δώση αυτήν δια των πνευματικώς ευκολοτέρων καί συνεπώς των ανηθικωτέρων «όπλων»: του ψεύδους, της διαστροφής, της ραδιουργίας και της συκοφαντίας. Εξ ού έπεται το ακλόνητον δόγμα: και η ανηθικότης είναι αποκλειστικόν προνόμιον των βλακών!




Thursday, December 27, 2007

ΖΑΝ ΠΩΛ ΣΑΡΤΡ: ΕΝΑΣ "ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ" ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ

Jean-Paul Sartre in 1964


Αυτοί είναι οι σύγχρονοι "φιλόσοφοι"

Που θα οδηγήσουν τον κόσμο μας άν τον αφήσουμε στα χέρια τους;


Μισέλ Ονφρέ: "Η κοιλιά των φιλοσόφων" Εκδόσεις "ΕΞΑΝΤΑΣ"

Αφηρημένος διανοούμενος, ο υπαρξιστής φιλόσοφος κυκλοφορεί αδιαφορώντας παντε­λώς για την υγιεινή. Αυτή η εγκατάλειψη του εαυτού στα α­πρόοπτα της διεφθαρμε'νης ύλης φανερώνει πολλά. Τα α­νέκδοτα σχετικά με τη βρομιά του Σαρτρ δείχνουν την ικα­νότητα του να ξεχνά τη σάρκα, να την περιφρονεί, να την περιορίζει στη σφαίρα του περιττού. Στη Γερμανία είχε τό­ση λίγδα και δυσοσμία πάνω του που η βιογράφος του (Ανί Κοέν-Σολάλ) μιλά για το «δωμάτιο του που μύριζε φρικτά» και για ολό­κληρε; εβδομάδες που περνούσε «χωρίς να πλυθεί, ενώ θα ήταν αρκετό να διασχίσει το δρόμο και να πληρώσει δεκα πεντάρες για να εχει στη διάθεση του * {Λατινικά στο κείμενο: κατά βούληση. (Σ.τ.Μ.)}μια αί­θουσα στα δημόσια λουτρά».1 Το παρατσούκλι του την ε­ποχή εκείνη ήταν «ο άνθρωπος με τα μαύρα γάντια», εξαι­τίας «των άκρων του [που] ήταν, μέχρι τον αγκώνα, μαύρα από τη βρομιά».13
Οι σωματικές ανάγκες τού ενέπνεαν πάντοτε αηδία και περιφρόνηση. Η Μποβουάρ εκμυστηρεύεται ότι απελευ­θερωνόταν από αυτές με διακριτικότητα όσο ήταν καλά στην υγεία του. Στη συνέχεια, όταν η κατάπτωση του στο­χαστή έφτασε σε προχωρημένο βαθμό, εκδήλωσε μια μοι­ρολατρία που εξεπληττε τη σύντροφο του. 'Οταν ξάπλωνε σε πολυθρόνες και καναπέδες, δεν έδειχνε κανένα σημάδι ντροπής, αλλά μάλλον μια παραίτηση.
Εκτός από την υγιεινή, ξεχνά και τους σωματικούς ρυθ­μούς καθώς και την ανάγκη υπέρβασης της φυσικής αναγκαιότητας μέσω των πολιτισμικών τελετουργιών, όπως τα γεύματα. Η ποσότητα και η ποιότητα είναι αξιοθρήνητες, όπως και η συχνότητα των υποχωρήσεων προς τους τύ­πους: «Μου είναι τελείως αδιάφορο», έλεγε, «αν παραλεί­ψω το μεσημεριανό ή το βραδινό, ή και τα δύο καμία φο­ρά, ή αν τρέφομαι με ψωμί ή το αντίθετο, με σαλάτα χωρίς ψωμί, ή αν μείνω νηστικός μία ή δύο μέρες».
14 Η Μπο­βουάρ επιβεβαιώνει ότι έτρωγε οτιδήποτε, οποτεδήποτε και με οποιονδήποτε τρόπο.
15Η περιφρόνηση προς το ίδιο του το σώμα συνοδεύεται, όπως είναι φυσικό, από μια περιφρόνηση προς το σώμα γενικά. 'Οταν αναλύει αυτή τη θεμελιώδη πραγματικότητα στο Είναι και το Μηδέν, επικαλείται συνεχώς εύγλωττα πα­ραδείγματα: ένα πονεμένο πόδι, μάτια που τα ανατέμνουν γιατροί, ένα κομματιασμένο από βόμβα σώμα. ένα σπα­σμένο χέρι, ένα πτώμα, μια γαστραλγία, πονοκεφάλους, στομαχόπονους, ρευματαλγίες ή πονόματους.16 Το σώμα για τον Σαρτρ είναι κυρίως ένα άρρωστο, ακρωτηριασμέ­νο, κατακρεουργημένο, αγνιύριστο σώμα. Όχι το σώμα που απολαμβάνει ή χαίρεται, ούτε η χαρούμενη σάρκα ή τα ρίγη ηδονής, αλλά ένα άρρωστο κρέας, αλλοιωμένο ή παρηκμασμένο. Δείχνοντας ενδιαφέρον για τις λεπτομέ­ρειες, ο Σαρτρ αναπτύσσει τις αντιλήψεις του για τη ναυτί­α, τον εμετό, και γι' αυτό το λόγο επικαλείται το «σάπιο κρέας, το νωπό αίμα, τα κόπρανα». Ομοίως, αναφέρεται στο στομαχικό έλκος που το αντιλαμβάνεται ως «κάτι που μας κατατρώει, μια ελαφριά εσωτερική σαπίλα- μπορώ», συνεχίζει, «να το φανταστώ κατ' αναλογία προς τα απο­στήματα, τα εξανθήματα του πυρετού, το πύον, τις ελκώσεις κ.λπ.».17 Οι ιδιότητες αυτού που είναι-για-τον-άλλο, με το σώμα ως μεσολαβητή, δεν είναι ούτε το χαμόγελο ού­τε η σαγηνευτική ματιά, αλλά η εφίδρωση και οι μυρωδιές του ιδρώτα. Οι μεταφορές σχετικά με το σώμα αναπτύσσο­νται χάρη στα αραχνοειδή, το πρόσωπο του άλλου προκα­λεί ναυτία, η ίδια του η όψη του επιτρέπει μια αναφορά στην «απέχθεια του για το υπερβολικά λευκό δέρμα [του]».
18 Εργαλείο για το χειρισμό των εργαλείων, το σώ­μα δεν είναι παρά μια μηχανή χωρίς επιθυμίες και χωρίς θέληση για απόλαυση.
Η περιφρόνηση του εαυτού, η χρήση του εαυτού ως α­ντικειμένου αποκτούν στον Σαρτρ τη διπλή όψη του αλ­κοόλ και του καπνίσματος - παραλλαγές στο θέμα της α­ποστροφής του εαυτού. Η Ανί Κοέν-Σολάλ κάνει τον απο­λογισμό της κατανάλωσης από τον Σαρτρ σε μια ημέρα: «Κάπνιζε δυο πακέτα τσιγάρα -Μπουαγιάρ με χαρτί από καλαμπόκι- και πολλές πίπες γεμάτες με σκούρο καπνό· πάνω από ενα λίτρο αλκόλ- κρασι, μπίρα, λευκά ποτά, ουίσκι κ.λπ.- διακόσια μιλιγκράμ αμφεταμίνες, δεκαπέντε γραμμάρια ασπιρίνης, πολλά γραμμάρια βαρβιτουρικών, χωρίς να υπολογίζουμε τους καφέδες, το τσάι και τα άλλα λιπαρά της καθημερινής διατροφής του».19 Η Κριτική τον διαλεκτικού Λόγου, μετά το Είναι και το Μηδέν, γράφτηκε με αυτό το τίμημα: μερικές φορές πάνω από ένα σωληνά­ριο -αναβολικά- την ημέρα...
Ο αλκοολισμός του Σαρτρ είναι αναμφισβήτητος. Τα μεθύσια του σημαδεύουν τα Απομνημονεύματα της Σιμόν ντε Μποβουάρ. Το πιο διάσημο είναι μοσχοβίτικο. Θα του κοστίσει δέκα μέρες στο νοσοκομείο την άνοιξη του 1954. Οι επιεικείς βιογράφοι καταλογίζουν την ευθύνη στους ε­πίμονους Σοβιετικούς οικοδεσπότες... Όταν ο Σαρτρ συ­νειδητοποίησε, μετά από μια επίσκεψη στο γιατρό, ότι θα έπρεπε να κόψει το αλκοόλ, αναφώνησε: «Αποχαιρετώ εξηντα χρονιά απο τη ζωη μου».
Μεταξύ δύο σωληναρίων αναβολικών ο Σαρτρ ανέλυε τον αλκοολισμό από φαινομενολογική σκοπιά. Έγραφε: «Έτσι, είναι το ίδιο να μεθάς στη μοναξιά σου ή να καθο­δηγείς λαούς. Αν μία από αυτές τις δραστηριότητες υπερι­σχύει της άλλης, αυτό δεν γίνεται εξαιτίας του πραγματικού σκοπού της, αλλά εξαιτίας του βαθμού στον οποίο συνειδη­τοποιεί τον ιδανικό σκοπό της και, σε αυτή την περίπτωση, το αποτέλεσμα θα είναι ο εφησυχασμός του μοναχικού πό­τη να υπερισχύσει της μάταιης νευρικότητας του καθοδηγη­τή των λαών». 21 Επιθυμούσε άραγε να το αποδείξει; Το σί­γουρο είναι ότι το 1973 -τη χρονιά που του είπαν να κόψει το ποτό- θα εκμυστηρευτεί σε ένα δημοσιογράφο του Λ' ακτυέλ όλο το πολιτικό πρόγραμμα του, που συνίσταται σε λίγες λέξεις: τρομοκρατία, παρανομία και ένοπλη βία. «Έ­να επαναστατικό καθεστώς», λέει, «πρέπει να απαλλάσσε­ται από ορισμένα άτομα που το απειλούν, και δεν βλέπω άλλο τρόπο για να το καταφέρει εκτός από τη θανάτωση. Από τη φυλακή μπορεί να βγει κανείς οποιαδήποτε στιγμή. Οι επαναστάτες του 1793 μάλλον δεν σκότωσαν αρκε­τούς».22 Ο ελάχιστος κίνδυνος του αλκοολισμού...
Η ιατρική επίσκεψη του 1973 έδειξε επίσης μια ανοξαι-μία, μια ασφυξία του εγκεφάλου. Η κατάσταση των αρτη­ριών και των αρτηριδίων ήταν αξιοθρήνητη. Ήταν γεμά­τες αλκοόλ και καπνό. Στο Είναι και το Μηδέν ο Σαρτρ προτείνει μια μικρή θεωρία του καπνού: κάπνισμα σημαί­νει εφαρμογή ενός τελετουργικού, θεατρικοποίηση των κι­νήσεων, τελετουργικές συνήθειες. Είναι, επίσης, «μια κα­ταστροφική, οικειοποιητική αντίδραση. Ο καπνός είναι το σύμβολο της "οικειοποιημένης" ύπαρξης, καθοός κατα­στρέφεται στο ρυθμό της ανάσας μου με ένα είδος "συνε­χιζόμενης καταστροφής", περνά μέσα μου και η αλλαγή του σ' εμένα τον ίδιο εκδηλώνεται συμβολικά μέσω της με­τατροπής του καταναλωνό μενού στερεού σε καπνό». Αυτή η «αποτεφρωτική θυσία», όπως την ονομάζει ο Σαρτρ, α­ποτελεί, αναλογικά, το παιχνίδι μιας ολοκληρωτικής θυ­σίας της ανθρωπότητας, «μια οικειοποιητική καταστροφή ολόκληρου του κόσμου. Μέσω του καπνού που κάπνιζα, που απορροφιόταν ως καπνός για να επιστρέψει σ' εμέ­να».23 Το κάπνισμα και το φαγητό είναι δυο πλευρές της ί­διας λογικής. Ο καπνός όμως μοιάζει με πρακτικό υποκα­τάστατο της τροφής, ένα μαγικό, ανούσιο, φευγαλέο υπο­κατάστατο, σχεδόν ουδέτερο ως προς τη γεύση, τόσο στυ­πτική είναι η δύναμη του επί των γευστικών καλύκων.
Τα διεγερτικά, το αλκοόλ, ο καπνός δεν αρκούσαν στον Σαρτρ ως όπλα για τον αργό ακρωτηριασμό του εαυτού του. Για να εξηγήσουμε την αποστασιοποιημένη χρήση που επι­φύλασσε ο Σαρτρ στο σώμα του, είναι ενδιαφέρον το πείραμα με την μεσκαλίνη. Ο λόγος που προβάλλει ο Σαρτρ εί­ναι "φιλοσοφικό": ήθελε να υπολογίσει πάνω στον εαυτό του στον εαυτό του τις επιδράσεις ενός παραισθησιογόνου στη δημιουργία οραμάτων σε ένα άτομο. Τη ζήτησε από τον δρ. Λαγκάς του νοσοκομείου Σεντ-Αν. Υπό ιατρικό έλεγχο, του έκανα* μια ένεση με καθορισμένη δόση ώστε να παραγάγει απο­τελέσματα μεταξύ τεσσάρων και δώδεκα ωρών. Εξήγησε τις συνέπειες στο Φανταστικό. 24 Η Μποβουάρ περιγράφει τις παραισθήσεις όπως της τις μετέφερε ο Σαρτρ: «Στο πλάι, πίσω [του] περπατούσαν καβούρια, χταπόδια, πράγματα απειλητικά». 25 Η εκδίκηση των οστρακόδερμων: ο Σαρτρ νομίζει ότι τον καταδιώκουν αστακοί. Οταν η Μπο­βουάρ του τηλεφώνησε ανησυχώντας για την εξέλιξη του πειράματος, ο Σαρτρ τής απάντησε με μια ταραγμένη φω­νή ότι το «τηλεφώνημα της τον αποσπούσε από μια μάχη εναντίων των χταποδιών, όπου σίγουρα δεν θα είχε την υπε­ροχή». Τα θαλασσινά θριαμβεύουν... Αργότερα, στο δρό­μο, παρόλο που οι παρενέργειες της μεσκαλίνης δεν συνε­χίζουν μετά το τέλος της δράσης της, ο Σαρτρ ήταν «πραγ­ματικά πεπεισμένος ότι τον ακολουθούσε ένας αστακός». 26 Η Μποβουάρ πιστεύει ότι δεν μπορεί να πρόκειται για την επίδραση του παραισθησιογόνου, και ότι ο φιλόσοφος υπέ­φερε από νευρικες διαταραγες που οεν είχαν σχεσή με το πείραμα του νοσοκομείου Σεντ-Αν. Ο Σαρτρ θα θυμηθεί αυτά τα οράματα -εξαιρετικά συμβολι­κά στο έργο του- όταν στη Ναυτία θα κάνει τον Ροκεντέν θαμώνα αυτού του υδάτινου ζωολογικού κήπου που αποτε­λείται, για μερικούς, από ζώα «το σώμα [των οποίων] απο­τελούνταν από μια φέτα φρυγανισμένου ψωμιού όπως αυ­τή που βάζουμε στα καναπεδάκια περιστεριών λοξοπερπατούσαν με ποδαράκια καβουριού».27
Η επανειλημμένη εμφάνιση των οστρακόδερμων στα έργα του φιλοσόφου είναι αξιοσημείωτη. Ο Σαρτρ διηγεί­ται οτις λέξεις ότι, όταν ήταν παιδί, το βλέμμα του έπεσε σε μια γκραβούρα που είχε δημοσιευτεί στο αλμανάκ του Ασέτ και παρίστανε μια αποβάθρα κάτω από το σεληνόφως, μια τραχιά μακριά δαγκάνα η οποία, βγαίνοντας από το νερό, γράπωνε έναν μεθυσμένο για να τον καταποντίσει στα γαλαζοπράσινα νερά του λιμανιού. Το κείμενο που συ­νόδευε αυτή την εικόνα τελείωνε ως εξής: «Ήταν άραγε μια παραίσθηση ενός αλκοολικού; Είχε ανοίξει η κόλαση;» Και ο Σαρτρ συνεχίζει: «Φοβήθηκα το νερό, τα καβούρια και τα δέντρα» - ας θυμηθούμε το ρόλο της ρίζας στη Ναυ­τία. Αυξάνοντας τον αντίλαλο αυτής της μακάβριας γκρα­βούρας, ο Σαρτρ εξομολογήθηκε ότι είχε ξαναπαίξει συ­χνά την τρομακτική σκηνή στο δωμάτιο του μέσα στο μισο­σκόταδο. Η αναπαράσταση απαιτούσε, μας διευκρινίζει, έναν υπόγειο ή υποθαλάσσιο χώρο στον οποίο αναδυόταν το Ον με τη μορφή ενός υδρόβιου ή χθόνιου πλάσματος: «Χταπόδι με πύρινα μάτια, οστρακοειδές είκοσι τόννων, γιγάντια αράχνη που μιλούσε - ήμουν εγώ ο ίδιος, ένα παι­δικό τέρας, ήταν η απέχθεια μου για τη ζωή, ο φόβος του θανάτου, η ασχήμια μου και η διαστροφή μου».28 Το ίδιο και στους Έγκλειστους της Αλτόνα, εμφανίζονται καβού­ρια και δίνουν το πρόσχημα για μια στιχομυθία μεταξύ δύο προσώπων, το ένα από τα οποία προβλέπει την άνοδο των δεκάποδων στην πρώτη θέση της ανθρωπότητας: «Θα έ­χουν άλλα σώματα», λέει, «και άρα άλλες ιδέες».29
Ο θρίαμβος όμως των οστρακόδερμων είναι σεμνός, δεν θα ριζώσουν στα θεωρητικά έργα, τουλάχιστον ως α­ντικείμενα υπαρξιστικής ψυχανάλυσης. Είναι μόνο δευτεραγωνιστές, χρήσιμοι απλά για να εικονογραφούν, να συ­νοδεύουν τη μουσική. Ο απαιτητικός υποστηρικτής της φαινομενολογίας της διατροφής γνωρίζει πως η στάση α­πέναντι στην τροφή ισοδυναμεί με τη στάση απέναντι στον κόσμο. Οι αναλύσεις του είναι σωστές για όλο τον κόσμο, αλλά ξέρει ότι υπάρχει ένα σκοτεινό σημείο σε ό,τι τον α­φορά. Η λαϊκή σοφία, για να πει αυτά τα πράγματα, μιλά για το άχυρο και το δοκάρι...* Στο Είναι και το Μηδέν γράφει: «Δεν είναι [...] άνευ σημασίας αν σε κάποιον αρέσουν τα στρείδια ή οι αχιβάδες, τα σαλιγκάρια ή οι γαρίδες, αρ­κεί να μπορούμε να διακρίνουμε την υπαρξιακή σημασία αυτών των τροφών. Σε γενικές γραμμές, δεν υπάρχει ακατανίκητη γεύση ή προτίμηση· Όλες αντιπροσωπεύουν μια κατά προσέγγιση επιλογή του όντος. Αρμόζει στην υπαρξι­στική ψυχανάλυση να τις συγκρίνει και να τις ταξινομεί».30 Πες μου τι τρως... Ο Σαρτρ παραδεχόταν ότι δεν του άρεσαν πολλά πράγ­ματα. Πέρα από μια έκδηλη αποστροφή για τα θαλασσινά, έδειχνε μια έντονη απέχθεια για τις ντομάτες, λόγω της ό­ξινης σάρκας τους. Γενικά, δεν του αρέσουν αυτά που ονο­μάζει «φυτικά», αν και θεωρεί ότι διαθέτουν μικρότερο ε­πίπεδο συνείδησης από τα μαλάκια. Ποτέ δεν έτρωγε φρούτα στη φυσική τους μορφή: τα ενοχοποιούσε ως προ­ϊόντα της τύχης και αντικείμενα υπερβολικά ξένα προς τον άνθρωπο. Ο φιλόσοφος παραδεχόταν την προτίμηση του για τα φρούτα που περιέχονται σε ένα ανθρώπινο παρα­σκεύασμα - όπως τα γλυκά. Μόνο μια ανθρώπινη μεσολά­βηση, τεχνική ή πολιτιστική, τον έκανε να αποδεχτεί τα τρόφιμα. Κατεξοχήν αντίθετος προς τον Διογένη, απεχθά­νεται το φυσικό και του αρέσουν μόνο τα κατασκευασμέ­να προϊόντα, το τεχνητό: «Η τροφή πρέπει να δίνεται μέ­σω της εργασίας των ανθρώπων. Έτσι γίνεται με το ψωμί. Πάντοτε πίστευα», διευκρινίζει ο Σαρτρ, «ότι το ψωμί είχε μια σχέση με τους ανθρώπους».31 Το κρέας ήταν ένα φα­γητό που το προτιμούσε, αλλά έπαψε να είναι, για λόγους που θα εκτιμούσαν οι χορτοφάγοι: το να τρως κρέας είναι το ίδιο με το να καταβροχθίζεις ένα πτώμα. Στην ερώτηση της Μποβουάρ: «Τι σας αρέσει λοιπόν;», ο Σαρτρ απαντά: «Μερικά είδη κρεάτων και λαχανικών, τα αυγά. Μου άρε­σαν πολύ τα αλλαντικά, αλλά τώρα μου αρέσουν λιγότερο. Πίστευα ότι ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε το κρέας για να κάνει τελείως καινούργια πράγματα, για παράδειγμα, διά­φορα είδη λουκάνικων, σαλάμι. Όλα αυτά υπάρχουν μόνο χάρη στους ανθρώπους. Πήραν το αίμα με ένα συγκεκριμένο τρόπο, στη συνέχεια το χρησιμοποίησαν με μια συ­γκεκριμένη μέθοδο, το δε μαγείρεμα έγινε με έναν καθο­ρισμένο τρόπο που εφηΰραν οι άνθρωποι. Έδωσαν σ' αυ­τό το σαλάμι μια μορφή που που εμένα προσωπικά με δε­λεάζει, έτσι όπως είναι δεμένο στις άκρες του με σπάγκο».32 Τα αλλαντικά προϋποθέτουν τη μεταμόρφωση, την αλλαγή των ακατέργαστων δεδομένων: του αίματος, του κρέατος, του λίπους. Είναι η αλχημεία που υπερβαίνει τη χοντροκομμένη όψη των συστατικών. Είναι η ενότητα η ο­ποία επιτυγχάνεται μετά από μια σειρά κωδικοποιημένων, πολιτισμικών και βιοτεχνικών διαδικασιών. Το λουκάνικο ως έμβλημα του Σαρτρ, αντί του ωμού χταποδιού του Διο­γένη... Το κόκκινο κρέας, ακόμα και μαγειρεμένο, εξακο­λουθεί να είναι γεμάτο αίμα: «Το σαλάμι», συνεχίζει ο Σαρτρ, «το λουκάνικο, είναι αλλιώτικα. Το σαλάμι, με τα άσπρα του στίγματα και το ροζ, στρογγυλό του κρέας, εί­ναι διαφορετικό πράγμα».33
Προς το τέλος της ζωής του ο Σαρτρ είχε εγκαταλείψει το διατροφικό τελετουργικό που τον οδηγούσε τα μεσημέ­ρια στο Λα Κουπόλ και τα βράδια οπουδήποτε μαζί με την Μποβουάρ. Παραδεχόταν ότι του αρκούσε για βραδινό έ­να «κομμάτι πατέ ή οτιδήποτε άλλο».34 Λόγω της τύφλω­σης, της απευαισθητοποίησης των χειλιών, της απουσίας δοντιών και των γηρατειών, ο Σαρτρ κατέληξε να πασαλεί­βει το πρόσωπο του με σάλτσες και φαγητά σε κάθε γεύμα του, αρνούμενος με επιμονή τη βοήθεια που του πρότει­ναν. Το τυπικό γεύμα του Σαρτρ είναι βαρύ, «πλούσιο σε αλλαντικά, σουκρούτ, σοκολατένια γλυκά, με ένα λίτρο κρασί».
35 Τα καρύδια και τα αμύγδαλα του τραυμάτιζαν τη γλώσσα, και ομολογούσε ότι του άρεσε ο ανανάς -αν και φρούτο- γιατί έμοιαζε με κάτι ψημένο...
«Κάθε τροφή είναι ένα σύμβολο»,36 έλεγε. Το μέλι ή η μελάσα, τα γλυκά, ήταν στα μάτια του συνδεδεμένα με κά­τι το γλοιώδες. Ενθυμούμενος συμβολικές αντιστοιχίες, ο Σαρτρ μάς καλεί σε παράξενες συναισθησίες: «Όταν τρώω ένα ροζ γλυκό», γράφει στο Είναι και το Μηδέν, «η γεύση του είναι ροζ· το ελαφρύ ζαχαρωμένο άρωμα και το παχύρ­ρευστο της κρέμας βουτύρου είναι το ροζ. Έτσι, τρώω το ροζ όπως βλέπω το γλυκό». 37 Κατά τη διάρκεια των ταξι­διών τους στην Ιταλία ο Σαρτρ έπαιζε με αυτές τις απρό­σμενες αναλογίες. Συνδέει, για παράδειγμα, «τα παλάτια της Γένοβας και τη γεύση των ιταλικών γλυκών, το χρώμα τους».38 Οι συνειρμοί του Σαρτρ θα άξιζαν μια υπαρξιστι­κή ψυχανάλυση - είναι το λιγότερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε για το δημιουργό τους. Η αγάπη για το γλοιώδες, το παχύρρευστο, το λιπαρό, το δύσπεπτο, το συμπαγές, το υγρό, όλα αυτά είναι άκρως ενδεικτικά.
Η ναυτία δημιουργείται από το ασπριδερό, το μαλακό, το χλιαρό και το γλοιώδες, εκεί όπου η υπέρβαση του α­πρόοπτου και του περιστασιακού καλεί το μαύρο, το σκλη­ρό, το κρύο. Η επιθυμία του Σαρτρ είναι η ορυκτοποίηση, θέλει να γίνει απολίθωμα και να ξεφύγει από τις κατηγο­ρίες τοον φθαρτών. Ο Σαρτρ, ανακαλώντας πλατωνικά στοιχεία, κατανοεί το πραγματικό ως μια διαίρεση μεταξύ του άμεσου και της ουσίας, μεταξύ αυτού που αναδύεται και αυτού που είναι βυθισμένο. Έξω από το νερό υπάρ­χουν τα φαινόμενα, η ψευδαίσθηση που δημιουργείται α­πό εικόνες, ρίζες, αντικείμενα, πράγματα. Κάτω από το νε­ρό υπάρχει η αλήθεια του όντος, η αυθεντική φύση του κό­σμου: «Και κάτω από το νερό; Δεν έχεις ποτέ σκεφτεί τι μπορεί να υπάρχει κάτω από το νερό; Ένα ζώο; Ένα με­γάλο καβούκι, μισοχωμένο στη λάσπη; Δώδεκα ζευγάρια πόδια οργώνουν αργά το βούρκο. Το ζώο ανασηκώνεται λίγο, πού και πού. Στα βάθη του νερού».39

Wednesday, December 26, 2007

ΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΣ;

"Οι κριτικοί που χρησιμοποιούν φράσεις όπως "τα τράβελιν έχουν έλλειψη ηθικής πίστης", ή "τα μεσαία πλάνα στερούνται ταπεινότητας", με τρελαίνουν! Αληθινά, δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάνε. Κι έπειτα, ποιος θέλει ταπεινότητα;"
Μάρτιν Σκορτσέζε


Αυτός που θέλει την ταπεινότητα, την επιθυμεί για τον εαυτό του, ή για τους άλλους; Έτυχε μια εφημερίδα να παραθέσει σε δυο σελίδες τα μηνύματα της χριστιανικής ιεραρχίας για τη γιορτή των Χριστουγέννων.
Μεγάλη έκπληξη μου προκάλεσε το μήνυμα του Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, το οποίο χρησιμοποιεί τη λέξη "ταπεινότης" δώδεκα φορές. Ως αντίθετη χρησιμοποιεί τις λέξεις: εγωισμός, ολέθρια αλαζονεία, τυραννική οίηση, ψυχρότης και τη φράση "εγωκεντρικής τάσεως του εαυτού μας".
Γιατί ένας μόνο χρησιμοποιεί με τέτοια εμμονή αυτή την έννοια και την απευθύνει προς τον Ελληνικό λαό της Αλβανίας, που ούτως ή άλλως είναι καταδικασμένος να ζει ταπεινή ζωή;
Ας δούμε λοιπόν τι σημαίνει "ταπεινότης", ποιος τη θέλει και γιατί.

Ταπεινός είναι ο χαμηλός:
1) Για τόπους σημαίνει την χαμηλή χώρα (Ηρόδοτος 4.191), "ταπεινά νέμεσθαι" σημαίνει πως ζεις σε χαμηλούς τόπους (Πίνδαρος Ν.3.144), στο ανάστημα είναι ο κοντός (Ξενοφών Ιππ. 1,4,10, 6).
2) Σε ανθρώπινες καταστάσεις, ταπεινωμένος είναι ο υποταγμένος (Ηρόδοτος 7.14). "Συ δ' ουδέπω ταπεινωμένος" (Αισχύλου Προμηθέας 320). Αυτός μάλιστα που κατάγεται από ταπεινούς γονείς είναι ο ποταπός στην καταγωγή, ο "πρόστυχος". "Ταπεινές" πόλεις είναι οι μικρές και αδύνατες πόλεις (Ισοκράτης 60β).

3) Όταν το επίθετο αυτό χρησιμοποιείται για να περιγράψει την διάθεση του ανθρώπου, όπως τα Λατινικά (Θουκιδίδης 1.64: "Ταπεινοί και έρημοι ξυνεκάθηντο") σημαίνει την απόγνωση και την αθυμία.
4) Στην ηθική έννοια είναι ο άθλιος και ο "πρόστυχος", "ταπεινός και ανελεύθερος" (Πλάτων, Νόμοι 791 Δ).
5) Στα πράγματα είναι ο "πρόστυχος" ο ανάξιος λόγου "ταπεινόν σχήμα", σημαίνει ευτελές (Ξενοφών, Κύρου Αν.5.1), "ταπεινή και άπορος δίαιτα" (Πλάτων, Νόμοι 762)
6) Το ουσιαστικό ταπεινότης-τος σημαίνει την ευτέλεια (Θουκιδίδης 7.75), την κατάπτωση της διαθέσεως, την αθυμία "σιωπήν τε και ταπεινότης" (Ξενοφών Ελλ. 3.5.21) και στην ηθική έννοια την χαμέρπεια, την αθλιότητα (Αριστοτέλους Ρητορική 2,6,10).
Η ένννοια αυτή αποκτά για πρώτη φορά θετική σημασία στην Καινή Διαθήκη: "αλλ' ο παρακαλών τους ταπεινούς, παρεκάλεσεν ημάς ο Θεός εν τη παρουσία Τίτου"

Ποιος θέλει να είναι ταπεινός;
(Β'προς Κορινθίους Ζ'6), "μάθετε απ' εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία" (Ματθ. ΙΑ 29).


Ολοκληρώνοντας το σημείωμα αυτό παρατηρούμε με λίγα λόγια πως ταπεινός είναι ο υποταγμένος, ο πρόστυχος, αυτός που βρίσκεται σε απόγνωση. Είναι σωστό λοιπόν το μήνυμα του Αλβανίας, αφού απευθύνεται σε ανθρώπους που βρίσκονται σε απόγνωση και έμμεσα τους λέει να μην στεναχωριούνται, γιατί ο χριστιανισμός από τη γέννηση του απευθύνθηκε σε "ταπεινούς και καταφρονεμένους", όπως γράφει ο χριστιανός Ντοστογιέφσκι.
Το μήνυμα όμως δεν απευθύνεται στους Έλληνες που ήταν σοφοί και υπερήφανοι, όπως αναφέρει ο Παύλος σε κείνο το περίεργο απόσπασμα:
"Αλλά και τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο θεός, ίνα στους σοφούς (Έλληνες) καταισχύνει... και τα αγενή (=ο χωρίς γένος, ο φαύλος, ο ποταπός) και τα εξουθενωμένα (εξευτελισμένα) εξελέξατο ο θεός και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήσει". (Α Κορινθ. α'27,28).
Δυστυχώς και τελικώς τα "μη όντα" κατήργησαν τα "όντα".

Ο Έλληνας όμως συνεχίζει να λέει:
"Όταν είσαι καλός είναι δύσκολο να είσαι ταπεινός"

Monday, December 24, 2007

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ


Ο διεθνής εκδοτικός οίκος συμπεριλαμβάνει τελετή της Ελληνικής Θρησκείας που πραγματοποιήθηκε στις στήλες του Ολυμπίου Διός απο τον θρησκευτικό σύλλογο "Ελληναΐς"

Saturday, December 22, 2007

Τι δεν θα σας πουν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά στην πόρτα σας

ΑΛΛΑ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΣΑΣ ΠΟΥΝ:
http://www.youtube.com/watch?v=vNpDotIBVmU&feature=related

H "Μακεδονική" γλώσσα και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά (Greek)
http://www.youtube.com/watch?v=0JsmUlStHtw&feature=related

ΥΒΡΙΣΤΙΚΑ ΒΙΝΤΕΟ ΣΚΟΠΙΑΝΩΝ ΣΤΟ www.youtube.com:
ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - ΕΛΑΤΕ ΣΤΑ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΚΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
http://www.youtube.com/watch?v=zvJN9SCoayE&feature=related
ΓΙΑΤΙ ΠΑΝΤΑ ΜΑΚΕΔΟΝΊΑ ΦΑΤΕ ΤΟ ΠΕΟΣ ΜΟΥ ΕΛΛΑΔΑ http://www.youtube.com/watch?v=KQTChHdhro0&feature=related
ΤΙ ΚΑΝΕΙ ΓΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΠΟΝΣΑΪ

Αυτή είναι η τύχη ενός ελεύθερου ανθρώπου όταν εισέρχεται σε μία Χριστιανική οργάνωση. Τον πετσοκόβουν για να τον φέρουν στα μέτρα τους.

Thursday, December 20, 2007

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

"Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι" Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ

Σύνθεση των Δ. Ζωγράφου-Ι.Μακρυγιάννη, με τας διαφόρους πολιορκίας του Μεσολογγίου
Χριστιανοί κατά του Μεσολογγίου

Του κ. ΤΑΚΗ ΛΑΠΠΑ

ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ μπλοκαρι­σμένο στεριά και θάλασσα παλεύει απεγνωσμένα να βαστηχτεί, νά μην πέσει στου εχθρού τά χέρια. Μα οί δυνά­μεις του όσο πάνε και καταπέφτουν και του εχθρού όλο κι αυγαταίνουν. Γιατί δεν είναι μόνοι οι Αρβανίτες τού Ιμπραήμ και του Κιουταχή οι Αρβανίτες - είναι ακόμα και τόσοι άλλοι... Ό Ιμπραήμ καλοπληρώνει. Γι αυτό προστρέχει εκεί κάθε τυχοδιώκτης Εύρωπαίος κάθε ξωφλημένος άπ' τή ζωή που έτυχε τότε να είναι άνεργος. Πόσους και πόσους Γάλλους δεν είχε κοντά του ο Ιμπραήμ που καμόνονταν τους αξιωματικούς και γύμναζαν …… τους Αραπάδες. Και δεν ήταν μόνον αυτοί. Ακόμα και οι ορθόδοξοι Χριστιανοί βρέθηκαν έξω από το μπλοκαρισμένο Μεσολλόγγι, και πλάϊ στους αλλόθρησκους πολεμούσαν τους ομοθρήσκους τους Ελληνες.
Δεν ήταν πρώτη φορά πού το Μεσολόγγι θά δεχόταν χριστιανική επίθεση. Στην εκστρατεία που έκανε στή Δυτική Ρούμελη τό 1823 ό Μουσταή πασάς της Σκόντρας μαζί με τις είκοσι χιλιάδες στρατό πού έσερνε κοντά του, είχε και τρεις χιλιάδες Μιρδίτες. Ήταν Αρβανίτες άπ' τή Μιρδιτιά, τά βορεινά μέρη της Αλβα­νίας. Αυτοί δεν ήταν μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα μά χριστιανοί καθολικοί και γι αυτό τους φώναζαν Λατίνους. Ξεδιάντροπα λέγανε πως είναι Χριστιανοί σαν τους Έλληνες. «Παπά Ρώμ λόγγου μας, Παπά Σταμπόλ λόγγου σας. Δηλαδή όπως αυτοί είχαν τον πάπα στην Ρώμη, οι Έλληνες είχαν τον πατριάρχη στην πόλη……
( Γιά τους Μιρδίτες γράφει ενδιαφέροντα ό Κ. Σάθας στην εφ. Αιών 13 Απριλίου 1867)

Και από αυτούς τους Μιρδίτες βρήκε τον θάνατο ο Σουλιώτης αρχηγός, ο ηρωικός Μάρκος Μπότσαρης, όπως λέει και το τραγούδι του
«Ένας Λατίνος το σκυλί, το χέρι πού νά του πέσει πικρό ντουφέκι έριξε στού Μάρκου το κεφάλι».
Οί Μιρδίτες όμως δεν μπόρεσαν νά κρατηθούν για πολύ σ' αυτά τά μέρη καί φύγαν σύντομα...
Ας ξαναγυρίσουμε όμως σε κείνη τή δύσκολη περίσταση. Ανάμεσα στους αλλόθρησκους καί στους Φράγκους πού πολιορκούσαν τό 1826 το Μεσολόγγι.
βρισκόταν και ένα σώμα απο Χριστιανούς ορθοδόξους. Ένα σώμα από Ρώσους Κοζάκους! Που να φανταστούν οι Έλληνες, όταν κάποτε πρόσμεναν και τραγουδούσαν.
«... Όσο ναρθεί ό Μόσκοβος να φέρει τό σεφέρι... ».
Και σε τούτη την κρίσιμη ώρα έφτασε τό μοσκοβίτικο «σεφέρι». Όχι γιά νά λευτερώσει τους Έλληνες, μά για νά τους ξανασκλαβώσει τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» και νά τους βάλει στή δούλεψη των Τούρκων
Γιά νά δούμε πώς φτάσανε οι Κοζάκοι έξω άπ' τό Μεσολόγγι, θά πρέπει νά κάνουμε μιά μικρή άνοδρομή.
Ώς τις αρχές του 1700 οι Κοζάκοι που κατοικούσαν στον ποταμό Ντον, εί­χαν κάνει ένα είδος δικής τους δημοκρατία, Σέτζ όπως την λέγαν. Ο Πέτρος ο μεγάλος τό 1707, πάτησε τήν υπόσχεση που τούς είχε δωσει κι οι Κοζάκοι τότε επαναστάτησαν. Πολλοί μεταναστεύσανε στή Δοβρουτσά, με αρχηγό τό Νεκράσοβ, και για αυτό τους λέγανε Νεκρασόβιτσοι, και μπήκανε πιά στή δούλεψη του Σουλτάνου. Η Ρωσία φοβήθηκε άπ' τό κίνημα τους αυτό και δε σταμάτησε μόνο τό διωγμό των Κοζάκων μά τους έδωσε πίσω τά παλιά τους προνόμια.
Η Αικατερίνη Β΄ ακολουθώντας πιστά τήν άπ' τό Μεγάλο Πέτρο χαραγμέ­νη πολιτική, ξαναπεριώρισε τους Κοζάκους. Γιά νά προκάνει τον ξεσηκωμό τους, στο τέλος του 1774 κατά διαταγή του Ποτέμκιν, ό υποστράτηγος Τέκελλη πάτησε όλη τήν περιοχή πού είχαν στην κατοχή τους οι Κοζάκοι, τού κατάργησαν τή δημοκρατία τους και τους υποχρέωσε νά καταταχθούν στό Ρούσικο ιππικό. Μά πέντε χιλιάδες Κοζάκοι κατάφεραν νά ξεφύγουν και νά πάνε νά βρούνε τους άλλους στή Δοβρουτσά πού ζούσανε στις διαταγές του Σουλτάνου. Αργότερα φύγανε κι' άλλοι άπ' τό Ρωσικό Ιππικό και γίνανε δέκα χιλιάδες.. Αυτοί οί Κοζάκοι πήρανε μέρος και στή μάχη του Σκουλενίου. Αρχηγός τους ήταν ο Οσίπ Γλατκιή πού γιά τή θηριωδία του πού έδειξε στή μάχη αυτή, οι Τούρκοι τον κάνανε πασά.
( Κ. Παλαιολόγου: Ρώσοι άγωνισθέντες καθ' ημών. Περ. «Εστία» 13 Ιανουαρίου 1885, σελ. 64,)

Αυτόν λοιπόν τόν Οσίπ Γλατκιή έστειλε ό Σουλτάνος νά βοηθή­σει στην πολιορκία του Μεσολογγίου, αρχηγό σ' ένα αρκετά μεγάλο σώμα από Κοζάκους του Ντον, περίπου 700. Για τη δράση τους στο Μεσολόγγι, δεν αναφέ­ρεται τίποτ' άλλο, εξόν άπ’ τά όσα γράφει ό Ζαχαριάδης, ότι ό Ιμπραήμ ήθελε νά τους χρησιμοποιήσει στην επίθεση του που θάκανε στα νησιά της λιμνοθά­λασσας 1.
Ηρθε ή ώρα πού τό Μεσολόγγι πια γονάτισε. Έπεσε στά χερια του εχθρού. Οι Κοζάκοι του Ντον, δεν χρειάζονταν άλλο. Αφού τους καλοπλήρωσαν, τους μι­σθούς τους γιά τις υπηρεσίες τους, τους μπαρκάρανε σε καράβια γιά νά τους στεί­λουν πάλι από κει που είχαν έρθει. Έφτασε όμως γι' αυτούς ή ώρα της τιμωρίας τους.

Τη στιγμή πού αρμένιζαν τα καράβια με τους Κοζάκους έξω άπ' το Ναυαρίνο, δυο ελληνικά μπουρλότα πέσανε καταπάνω σ' ένα άπ' αυτά και σε λίγο και­γότανε άπ' όλες τις μεριές. Όσοι Κοζάκοι ήταν μέσα σχεδόν όλοι πνίγηκαν. Γλύ­τωσαν μερικοί, ό ταγματάρχης τους Μοράζ, ό Ούστίν ό Γριγκό Ριασνιή δυο τελευταίους τους πιάσανε οι Ελληνες αιχμαλώτους καί τους κρατούσανε σε , κάποιο μοναστήρι. Τους λευτέρωσαν αργότερα από μεσολάβηση τού Πατριάρχη.
Μα ο αρχηγός των Κοζάκων του Ντον ό Οσίπ Γλατκιή γύρισε πίσω ζωντανός, γιατί φαίνεται τώς ήταν σ’ άλλο καράβι. Όπως όμως πρόδωσε τους Ρώσους, έτσι ήρθε ή μέρα πού με την αράδα τους πρόδωσε και τους Τούρκους μ’ όλο το βαθμό του πασά που είχε τιμηθεί. Μόλις ξέσπασε ό Ρωσο-τουρκικός πόλεμος (1828) ό Γλατκιή, μετανοιωμενος, πήρε τούς Κοζάκους του και πήγε και δήλωσε υποταγή στον Τσάρο Νικόλαο. Βοήθησε μάλιστα τους Ρώσους νά διαβούν τό Δούναβι. Ύστερα άπ' τον πόλεμό όλοι οί Κοζάκοι τού Ντον γι' ανταμοιβή ξαναγύρισαν στή Ρωσία και πήρανε και πάλι τη θέση τους στο ιππικό. Κι ό Γλατκιή γιά τις καινούργιες του υπηρεσίες από πασας έγινε στρατηγός του Ρωσικού στρατού. Έμενε μόνιμα στη Ζαλοτοπονός της επαρχίας Αίκατερινοσλάβ, και κει πέθανε άπό χολέρα το 1866.
Όπως είδατε λοιπόν, στους πολιορκητές τού Μεσολογγίου έχουν την ανα­λογία τους κι' οί Ρώσοι μέ τους Κοζάκους του Ντον.

1. Ημερολόγιο Χ. Ζαχαριαδου, «Στερεοελλαδική Εστία», τ. 1 σ. 21.
2. Κ. Παλαιολόγου: Όλίγαι έτι λέξεις περί των αγωνισθέντων καθ' ημών Ρώσων, Περ. «Εστίας 3 Μαρτίου 1884, σελ. 177.

Wednesday, December 19, 2007

Η λέξη λιμήν είναι Τουρκική!


Μάλιστα. Αυτό ισχυρίζονται «Ελληνικά» λεξικά. Στο «Ελληνικό λεξικό » του Τεγόπουλος – Φυτράκης στο λήμμα λιμήν βλέπουμε: Καταγωγή δίνει «αρχ.» δηλαδή αρχαία υπονοώντας την Ελληνική.

Στο λήμμα όμως «λιμάνι» βλέπουμε:
Καταγωγή: Τουρκική (liman)

To ετυμολογικό του Π. Χ. ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗ εκδ. ΕΣΤΙΑΣ ξεκάθαρα θεωρεί Ελληνική την καταγωγή της λέξης:

Η Εγκυκλοπαίδεια του ΠΥΡΣΟΥ είναι ξεκάθαρη όμως:


Δεν έχω επιβεβαιώσει όμως πως και το λεξικό του Μπαμπινιώτη θεωρεί την λέξη Τουρκική. Είναι δυνατόν να διαδίδονται τέτοια ψεύδη και μάλιστα από άτομα που κατέχουν υψηλές θέσεις στο υπουργείο παιδείας;

Tuesday, December 18, 2007

ΕΡΑΣΜΟΣ: ΜΩΡΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ Καλόγεροι, Τόσο πολύ τους σιχαίνεται ό κόσμος


Δείτε το ΒΙΝΤΕΟ:



http://www.youtube.com/watch?v=cRiyda-yM1A

(Το κόκκινο χρώμα είναι συμβολικό του αίματος που χύθηκε από τους προγόνους μας)


Μια σύγχρονη εικόνα μπορεί να μας δώσει μια ιδέα για τα βασανιστήρια που υπεβλήθησαν:





Και αναρωτηθείτε γιατι ο δημοσιογράφος προσπαθεί διαρκώς να αλλάξει θέμα. Στο τέλος όταν δεν τα καταφέρνει ρίχνει το απόλυτο σωσύβιο: ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ




.................................................................




(Χρώμα επελεγη το ρόζ δι' ευνοήτους λόγους)




ΕΡΑΣΜΟΣ "ΜΩΡΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ"




Την ευτυχία των θεολόγων ζουν κι εκείνοι πού ό χοντρός λαός ονομάζει Καλόγερους ή Μοναχούς (1) . Επίθετα πολύ ακατάλληλα και τα δυο, γιατί οί πιο πολλοί από αυτούς δεν έχουν καμιά σχέση με τη θρησκεία, και τί σόι μοναχοί, αφού οπού πάς κι οπού βρεθείς αυτούς βλέπεις; Θαρρώ πώς θα ήταν οί πιό δυστυχισμέ­νοι άνθρωποι, αν δεν αναλάβαινα εγώ να τους βοηθήσω με χί­λιους τρόπους. Τόσο πολύ τους σιχαίνεται ό κόσμος, πού τό 'χει μεγάλη γρουσουζιά νά βρεθεί κανένας άπ' αυτή τη φάρα στο δρό­μο του. Αυτοί όμως, σκοτίστηκαν! Εχουν πολύ μεγάλη ιδέα γιά τό άτομο τους.












Ετυχής "Καλόγερος" μας δείχνει χαμογελαστός το θησαυρό του.






Πρώτο, θαρρούν πώς το πιο ψηλό σκαλοπάτι της ευσέβειας τό φτάνουν μένοντας ντιπ αγράμματοι. Έπειτα, όταν μέσα στις εκκλησιές γκαρίζουν τους ψαλμούς τους, — τον καθένα με αριθμό δίχως όμως νά τους καταλαβαίνουν, — θαρρούν πώς μ' αυ­τά τά ξεφωνητά γεμίζουν γλύκα και δροσιά τ' αυτιά τών αγίων. Είναι πολλοί πού καμαρώνουν γιά τη λίγδα και τη ζητιανιά τους στέκονται μπρος στις πόρτες και μουκανούν γιά νά τους δώσουν κανένα ξεροκόμματο. Δεν αφήνουν χάνι γιά χάνι, καρότσα, καρά­βι, κόβοντας έτσι τό ψωμί τών άλλων ζητιάνων. Άνθρωποι χάρ­μα! Ή βρωμιά τους, ή άγραμματοσύνη, ή χοντροκοπιά κι ή ξαδιαντροπιά τους, όλα αυτά είναι, λένε, γιά νά μας θυμίζουν τους Απόστολους!




Τό πιό αστείο είναι νά τους βλέπεις πώς τά κάνουν όλα με τους τύπους, με μαθηματική ρέγουλα, γιατί νομίζουν πώς αλλιώς κολάζονται τόσα λουράκια στο σάνταλο, τέτοιο χρώμα ή ζώνη, τέ­τοιο κόψιμο τό ράσο κι από τέτοιο υλικό, τόσο φάρδος κι από τέ­τοιο υλικό τό σελάχι, τέτοιο σχήμα ή κουκούλα και νά χωράει τόσα κιλά, τόσα δάχτυλα φάρδος τό κούρεμα, και τόσες ώρες γιά ύ­πνο! Αλλά ποιος δε βλέπει πόσο άδικη είναι αυτή ή ισότητα, πού τή ζητούν από ανθρώπους με τόσο διαφορετικά κορμιά και μυα­λά; Κι όμως γι' αυτές και γι' αυτές τις βλακείες όχι μόνο καταφρονούν τους λαϊκούς, αλλά και τά Τάγματα τους τρώγονται τό ένα μέ τό άλλο. Κι άνθρωποι, πού κηρύχνουν τήν αποστολική αγά­πη, βάζουν τις φωνές και χαλούν τον κόσμο γιά ένα ράσο φορεμέ­νο άπ' τήν ανάποδη ή γιά ένα χρώμα λίγο πιό σκούρο. Ετσι, βλέ­πετε μερικούς τόσο αλύγιστους πάνω στους τύπους, πού δε φοράνε ράσο αν δεν είναι από χοντρό μαλλί της Κιλικίας και πουκάμισο από λινό της Μιλήτου. Άλλοι πάλι φορούν τό λινό απέξω και τό μάλλινο από μέσα. Είναι κι άλλοι πού φοβούνται ν' αγγίξουν τά λεφτά σά νά 'ναι φαρμακωμένα μ' ακόνιτο, δεν αποφεύγουν όμως μήτε τις γυναίκες μήτε τό κρασί.




Τέλος, με θαυμαστή φροντίδα προσέχουν νά ξεχωρίζουν άπ' τους άλλους ανθρώπους, ζώντας διαφορετικά. Όχι πώς έχουν καμιά φιλοδοξία νά μοιάσουν τό Χριστό, αλλά πασχίζουν πώς νά μή μοιάζουν μεταξύ τους. Έτσι λοιπόν κι οί ονομασίες τους παί­ζουν ρόλο στην ευτυχία τους: ανάμεσα σ' αυτούς πού χαίρονται νά λέγονται Κορδελιέροι έχουμε τους Κολετάνους, τους Μινορίτες, τους Μινιμίτες, τους Σιγιλλίτες. Και νά οί Βενεδικτίνοι, οί Βερναρδίνοι, οί Βριγιδίνοι, οί Αύγουστίνοι, οί Γκυλχελμίτες, οί Ίακωβίτες, σά νά τους πέφτει λίγο πού λέγονται χριστιανοί!




Πολλοί τους στηρίζονται μέ τόση σιγουριά πάνω στις τελετές και στις ανθρώπινες τό κάτω - κάτω μικροπαραδόσεις τους, ώστε νομίζουν πώς δε φτάνει ένας παράδεισος γιά τή δίκαιη αμοιβή τους. Ξεχνούν ολότελα πώς ό Χριστός, μή λογαριάζοντας τίποτα άπ' αυτά, θά τους κρίνει μόνο από τά έργα τους, αν τήρησαν δη­λαδή τήν εντολή του ν' αγαπούν τον πλησίον τους. Ό ένας θά δεί­ξει τήν παραδαρμένη του, πού τήν τύλωσε μέ λογής - λογής ψά­ρια. Ό άλλος θ' αδειάσει εκατό μόδια ψαλμούς. Ό άλλος θά λογαριάσει πόσες χιλιάδες φορές νήστεψε, αν και στο μόνο γεύμα της μέρας έτρωγε τον περίδρομο. Ό άλλος θα σωριάσει μπρος του βουνό τις άσκησες και προσευχές του, πού εφτά καλά στοιβαγμέ­να καράβια πάλι δε θα φτάναν νά τις κουβαλήσουν. Ό άλλος θά παινευτεί πώς εξήντα χρόνια τώρα δεν έπιασε στά χέρια του λε­φτά πριν νά φορέσει πρώτα διπλό ζευγάρι γάντια. Ό άλλος θά παρουσιάσει την κουκούλα του, τόσο λιγδιασμένη και άθλια, πού κανένας ναύτης δε θά καταδεχόταν νά τη φορέσει. Ό άλλας θα θυμήσει πώς πάνω από έντεκα φορές πέντε χρόνια έζησε κολλημέ­νος στον ίδιο βράχο σά σφουγγάρι. Ό άλλος θα τονίσει πως η φωνή του βράχνιασε άπ' το ασταμάτητο ψάλσιμο. Ό άλλος πώς κουρκούτιασε το μυαλό του άπό τη μοναξιά. Ό άλλος πώς άπ' την αδιάκοπη βουβαμάρα παράλυσε ή γλώσσα του.




Μά ό Ιησούς, γιά νά κόψει το ποτάμι μέ τις καυχησιές αυτές, πού τελειωμό δέν έχουν, θά τους πει: «Άπό που ξετρύπωσε τούτο το καινούργιο σόι των Ιουδαίων; Έγώ δέν ξέρω γιά νόμο δικό μου παρά έναν, κι είναι ό μόνος πού δέν τον άκουσα εδώ. Κι όμως τότε, τά είπα καθαρά, δέν τά σκέπασα μέ παραβολές: έταξα πώς θά κληρονομήσουν το βασίλειο του Πατέρα μου, όχι οί κουκούλες, τά πατερμά κι οί νηστείες, άλλα τά έργα της αγάπης. Δέν τους γνωρίζω αυτούς, πού τόσο παραξέρουν τά κατορθώματα τους. Κι αν θέλουν νά περνούνε γιά πιο άγιοι κι άπό μένα, ας πάνε νά καθήσουν σάν τους αρέσει στον παράδεισο του Αβράξας ή ας παραγγείλουν έναν καινούργιο, στά μέτρα τους, σ' εκείνους πού τις μικροπαραδόσεις τους προτίμησαν άπ' τις δικές μου εντολές». Όταν θά τ' ακούσουν αυτά και θά δούνε πώς αντί γι' αυτούς προ­τιμούνε ναύτες κι άραμπατζήδες, φαντάζεστε μέ τί μούτρα θά κοιτάζονται;




Ως τότε όμως ελπίζουν και το χαίρονται. Φυσικά, βάζω κι έγώ το δαχτυλάκι μου. Και μ' όλο που καρφί δέν τους καίγεται γιά το καλό της κοινωνίας, κανένας δέν τολμά νά τους δείξει περιφρόνη­ση, προπαντός στους λεγόμενους Διακονιαραίους, γιατί γνωρίζουν τά κρυφά όλου του κόσμου μέ το κόλπο της εξομολόγησης. Ξέρουν, βέβαια, πώς εγκληματούν αν προδώσουν τά μυστικά της, άλλα ό­ταν παραπιούν και θέλουν νά ευχαριστηθούν τίποτα σκανδαλιστι­κές ιστορίες, φανερώνουν μέ το νι και μέ το σίγμα τά καθέκαστα κι αφήνουν τον άλλο ελεύθερο νά βγάλει το συμπέρασμα: δέ λένε ονόματα. Μην τις αγριεύετε λοιπόν αυτές τις σφήκες, γιατί θά σας εκδικηθούνε δημόσια στά κηρύγματα τους, μέ πετριές τόσο φανερές, πού μόνο αν είσαι άπό γεννησιμιού σου ντουβάρι δέ θά μαντέ­ψεις ποιόν καρφώνουν. Και δέ θά σταματήσουν νά γαυγίζουν παρά μόνο αν τους πετάξετε την πίττα μέσα στο στόμα
Ελάτε τώρα! Ποιο θεατρίνο, ποιόν τσαρλατάνο θά προτιμούσατε νά χαζέψετε κι όχι τούτους εδώ τους ρήτορες νά ρητορεύουν συνέχεια στά κηρύγματα τους, ολότελα γελοίοι, βέβαια, μά και γουστόζικοι, όπως μαϊμουδίζουν τις παραδόσεις της αληθινής Ρη­τορικής; Θεούλη μου, πώς κουνούν τά χέρια, πώς αλλάζουν τη φωνή τους, πώς σιγοτραγουδούν, πώς ταράζονται, πώς αλλά­ζουν ξαφνικά μούτρα, και πώς ξεφωνίζουν σέ κάθε ψύλλου πή­δημα! Τη συνταγή αυτή, πώς γίνεται δηλαδή το κήρυγμα οι μι­κροί Αδελφοί την περνούν από χέρι σέ χέρι, σά νά 'ναι μυστήριο. Άν και δέν είχα την τύχη νά μέ μυήσουν, θά σας πώ τά λίγα πού κατάλαβα.

1. Δεν είναι τυχαίο βέβαια που "καλόγερος" ονομάζεται από τον λαό η μόλυνση, το πύον, το πρήξιμο


{ ΚΑΛΟΓΕΡΟΙ: Ο καλόγερος είναι ένα επώδυνο, γεμάτο πύον πρήξιμο στο δέρμα. Εμφανίζεται όταν το θυλάκιο μίας τρίχας μολυνθεί από βακτήρια. Η πηγή της μόλυνσης συνήθως δεν είναι γνωστή. Ο καλόγερος συνήθως εμφανίζεται ως μικρό, κόκκινο εξόγκωμα που μεγαλώνει καθώς συγκεντρώνεται πύο στο εσωτερικό του. Οι καλόγεροι συνήθως εμφανίζονται σε υγρές περιοχές, όπως, για παράδειγμα, στις μασχάλες ή στη βουβωνική χώρα, και στο πίσω μέρος του λαιμού.




Τα κύρια συμπτώματα είναι: · Πόνοι και ευαισθησία γύρω από τον καλόγερο · Ένα άσπρο ή κίτρινο “κεφαλάκι” από πύο στο κέντρο του καλόγερου Οι περισσότεροι καλόγεροι σπάζουν απελευθερώνοντας το πύο, αν και μερικές φορές το πύον διαχέεται στους περιβάλλοντες ιστούς.




Θα πρέπει να αποφύγετε να τρυπήσετε ή να πιέσετε τον καλόγερο για να σπάσει, γιατί μπορεί να προκαλέσετε εξάπλωση της μόλυνσης. · Θα πρέπει να δει γιατρός το παιδί αν ο καλόγερος παραμένει για πάνω από 2 εβδομάδες ή αν είναι πολύ μεγάλος ή επώδυνος ή αν το παιδί εμφανίζει υποτροπιάζοντες καλόγερους. ) }




Δεν πλένονται οι καλόγεροι?













Ειλικρινά δεν το ήξερα. Μου το είπε ένας φίλος που γύρισε προχθές από το Άγιο Όρος. Δεν κάνουν μπάνιο,μου είπε,γιατί δεν κάνουν τίποτα που τους δίνει ευχαρίστηση. Και το μπάνιο είναι μια ευχαρίστηση.



Monday, December 17, 2007

Ιησούς ο "Ναζωραίος": Ιστορικό Πρόσωπο ή Μύθος;

Απεικόνιση του Ιησού από οικογενειακή σαρκοφάγο του 5ου αιώνα Κ.Χ.. Τότε έπρεπε να είναι Ρωμαίος. Μετά μεταμορφώθηκε σε "Έλληνα" (Αρχαιολογικό Μουσείο Κωνσταντινούπολης)

Περί της ανυπάρκτου αυτής και όμως εχθρικής προς τον Ελληνισμόν και τον ανθρωπισμόν οντότητας που την φανταστική της γέννηση εορτάζουμε συντόμως, την ολέθριαν όμως επίδρασήν αισθανόμεθα 1.500 και πλέον έτη, θα βρούμε περισσότερα στο:
Ιησούς ο "Ναζωραίος": Ιστορικό Πρόσωπο ή Μύθος;
Αν αντέχετε όμως στο:
http://www.jesusneverexisted.com/
στα Ελληνικά:
Μη ύπαρξη του Ιησού;

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Προς κατανόησιν των υπό του Πλάτωνος λεγομένων είς τον -διάλογον περί αθανασίας της ψυχής, ανάγκη συντόμου άνασκοπήσεως των αντιλήψεων των άρχαίων Ελλήνων περί ψυχής, από -του Όμηρου μέχρι του Πλάτωνος.

Κατά τον Ό μ η ρ ο ν

Φανταστική προτομή του Ομήρου, ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας) του αυθεντικού ελληνικού (2ος αιώνας π.Χ.). Μουσείο του Λούβρου (Ma 440)

ή ψυχή είναι κάτι τό άεροειδές, όμοιον προς τήν άναπνοήν και έν τή αναπνοή έκδηλούμενον κατοικεί έν­ατος του σώματος, είς τάς φρένας, και εκ τούτων αντλεί πάσας τάς δυνάμεις της ζωής καί ενεργείας. Κατά τον -θάνατον έκφεύγει έκ του στόματος ή τραύματος καί χωριζόμενη του σώματος είναι καί καλείται ε ί δ ω λ ο ν, έχουσα ευδιάγνωστον το περίγραμμα του σώματος, είδος καπνού ή σκιάς, έκφεύγον τήν έπαφήν των ζώντων, άνευ συνειδήσεως καί πνευματικής δυνάμεως, άνακτά δε προσωρινώς τήν συνείδησιν δια τής πόσεως αίματος. Μετά τον θάνατον αί ψυχαί ευρίσκονται είς τον Άδην, όπου δικάζονται ύπό δικαστών και αί μεν ψυχαί των αγαθών αμείβονται, αί δε των κακών τιμωρούνται (Ήλύσιον πεδίον, νήσος Μακάρων κλπ.).

Οί Ι ω ν ε ς φιλόσοφοι, οί ζητούντες νά εύρουν τήν αρχήν του σύμπαντος, θεωρούν τήν ψυχήν ως τήν δύναμιν η οποία παράγει τήν ζωήν καί αυτή είναι ή ζωή. Ψυχή του αν­θρώπου είναι ή δύναμις ή κινούσα καί έμψυχούσα το όρατόν σώμα. Δεν είναι όμως κάτι αυτοτελές, άλλα λεπτότατη καί καθαρωτάτη μορφή τής ύλης, επομένως άλογος δύναμις. Αν το σώμα άποθάνη, δεν δύναται νά ζήση μόνη. Τί γίνεται μετά θά­νατον, δεν εξήτασαν.

Κατά τον
Ηράκλειτον, παρά τήν ύλην υπάρχει ή αρ­χική αίτια πάσης ποικιλίας τών σχηματισμών, ή δύναμις του γί­γνεσθαι, ή απόλυτος ζωή, ή άναρχος, ή ατελεύτητος, τής οποίας φορέας είναι το θερμόν, το ξηρόν, το ονομασθέν πυρ έκ τής στοιχειώδους αυτού καταστάσεως. Το άείζωον τούτο πυρ είναι όλον κίνησις καί ζωή, ήτοι άπαυστος γένεσις καί άλλοίωσις εις άντίθετον κατάστασιν (βαρύ—ελαφρόν, θερμόν—ψυχρόν, ζωή— θάνατος κλπ.). Οθεν ή ψυχή του ανθρώπου είναι πυρ, — μέρος του άειζώου πυρός, τό όποιον πληρεί σύμπαντα τον κόσμον,—συντηρούσα τήν ζωήν της διά τών εισπνοών του παγκοσμίου πυρός, ως μετέχουσα δε του παγκοσμίου λόγου είναι λογική. Όσον ξη­ρότερα είναι καί έγγύτερον προς το άείζωον πυρ, τόσον σοφωτέρα γίνεται. Εμπλακείσα ή ψυχή είς τό σώμα, δεν διατελεί εν αντιθέσει προς αυτό, διότι τά στοιχεία του σώματος, ή γη καί τό ύδωρ, προέρχονται εκ του πυρός κατά τήν σωματικήν ζωήν ή ψυχή αποβάλλουσα διαρκώς τά στοιχεία του πυρός προσλαμ­βάνει εκάστοτε νέον πυρ έκ του άειζώου πυρός* όταν όμως έλθη ή στιγμή κατά τήν οποίαν ή ψυχή δεν δύναται νά άντικαταστήση ό,τι έξέφυγεν εξ αυτής, αποθνήσκει, ήτοι μεταβάλλεται είς τά κατώτερα στοιχεία, γήν καί ύδωρ' άλλα καί έκ τής γής γίνεται ύδωρ καί έκ του ύδατος γή όθεν δεν υπάρχει αντίθεσις μεταξύ ψυχής καί σώματος, ζωής καί θανάτου, άλλα διαρκής ρέουσα κατάστασις έκ του ετέρου είς τό έτερον.

Οί
Έ λ ε ά τ α ι δεν πιστεύουν ότι υπάρχει ψυχή καί ιδία υπόστασις, άλλα μόνον κατάστασις ενεργείας, προϊόν μείξεως υλικών στοιχείων. Όπως πάν σώμα, ούτω καί τό σώμα του άνθρώπου συνίσταται έκ δύο στοιχείων, έκ του φωτός καί τής νυ­κτός (του θερμού καί του ψυχρού, του πυρός και τής γης) καί ό νους του ανθρώπου εξαρτάται έκ τής μείξεως τών δύο τούτων στοιχείων, ή δε διανοητική δύναμις καθορίζεται έκ του επικρατούντος είς έκαστον άνθρωπον στοιχείου. Αυτός ο νεκρός έχει ακόμη αίσθησιν, καί αντίληψιν, άλλα καταληφθείς υπό του θερ­μού καί πυρώδους, μετέχει ήδη μόνον του ψυχρού, σκοτεινού καί τής γής.

Οι ατομικοί Λεύκιππος και
Δημόκριτος

διδάσκουν, ότι άρχαί του κόσμου είναι τά ά τ ο μ α καί τό κε­νόν. Αί άτομοι ουσίαι είναι άπειροι κατά τό πλήθος, καί ένούμεναι μεν ποιούσι γένεσιν, διαλυόμεναι δε φθοράν. Ή ψυ­χή, κατ’ αυτούς, συνίσταται έκ λεπτών, λείων, στρογγυλών καί πυροειδών ατόμων. Τά πυρώδη άτομα τής ψυχής είναι πο­λυτιμότερα τών σωματικών καί είναι αιτία τής κινήσεως καί ζωής του σώματος, καθώς καί τής νοήσεως τής ψυχής. Ή νόησις μόνον μάς δίδει τήν αλήθειαν του όντος, ή αίσθησις μάς απατά. Ό χωρισμός των σωματικών καί ψυχικών ατόμων επι­φέρει τον θάνατον καί επομένως ή ψυχή έχει βίον περιωρισμένον.

Ό
Αναξαγόρας δέχεται ως αρχήν ύλικήν άπειρα σωμάτια (χρήματα) διαιρετά καί ετεροειδή, τά όποια διεκόσμησε καί διακοσμεί ο χωρίς ύλην Νους, δύναμις αυθυπόστατος, διανοητική καί βουλητική. Ό Νους δεν έχει ούτε τήν σκόπιμον ενέργεια του Θεού, ούτε συνείδησιν εαυτού, δρςί δε υπου εμφανίζεται κίνησις καί ζωή ως αιτία τούτων. Ή ψυχή είναι ό τύπος τής εμφανίσεως του Νου είς πάντα τά ενόργανα. Ό θάνατος είναι ό χωρισμός τής ψυχής από του σώματος.

Αξιαι λόγου είναι αί αντιλήψεις τών
Ό ρ φ ι κ ώ ν καί Πυθαγορείων, αί οποίαι τά μάλιστα επέδρασαν έπί του Πλάτωνος.
Ή πίστις τών Ό ρ φ ι κ ώ ν δεν είναι προϊόν διανοητικής εργασίας, ως τών φιλοσόφων, αλλά άποκάλυψις του Διονύσου -η μάλλον του προφήτου αυτού Όρφέως, καί έχει έδραν ουχί τήν διανόησιν, άλλα τό συναίσθημα καί τήν φαντασίαν. Κατά τού­τους, ή ψυχή είναι θείας φύσεως, πατρίς αυτής ο ουρανός, άλλα δι άμαρτίαν προκόσμιον κατέπεσεν έκ του ανθρωπίνου μεγαλείου είς τήν μικρότητα του επιγείου βίου, όπου τό σώμα είναι ό τάφος, τό δεσμωτήριον αυτής (σώμα—σάμα—σήμα). Ό άν­θρωπος έγινεν άπό τήν τέφραν τών ύπό του Διός φονευθέντων Τιτάνων, διότι ούτοι είχον καταφάγει τον Ζαγρέα, υίόν αυτού καί τής Περσεφόνης. Δύο λοιπόν στοιχεία φέρει ό άνθρωπος, τό τ ι τ α ν ι κ ό ν, άπό τό όποιον έγινε τό σώμα, καί τό θ ε ί ο ν, του υιού του Διός, από τό όποιον προήλθεν ή ψυχή. Επομένως ο άνθρωπος οφείλει να φροντίζη δια τήν θείαν ψυχήν και να προσπαθή να απελευθέρωση αυτήν από των δεσμών του σώ­ματος. 'Η ύπαρξις είς τον κόσμον είναι ένα αμάρτημα και απαιτεί δια τούτο εξιλέωσιν δι αυτής μόνον ο ενυπάρχων είς τόν άνθρωπον θείος σπινθήρ θα διασωθή είς τόν άνώτερον κό­σμον. Κάθε λοιπόν άνθρωπος πρέπει να πάθη, να αποθάνη, νά αναγεννηθή. Επίγειος βίος χωρίς μύησιν δεν αρκεί δια τήν κάθαρσιν της ψυχής. Πρέπει λοιπόν ο άνθρωπος νά μυηθή, νά άρχίση νά πάσχη.Ούτω ο μεμυημένος επίστευε πλέον, ότι ήνούτο μέ τό θείον καί εξήρχετο άπό τόν «φοβερόν κ υ κ λ ο ν» ο όποιος είναι ή μετεμψύχωσις ή μετενσωμάτωσις. Διότι ο αμύητος ή θά ετιμωρείτο μετά θάνατον καί θά επανήρχετο ή ψυχή του είς τήν ζωήν, είς τό σώμα άνθρωπου η ζώου. Μόνον ή καθαρά καί μεμυημένη ψυχή θά ίδη τό φώς της αναστάσεως πλησίων τών φωτεινών θεών.

Κατά δέ τους Πυθαγορείους, ή ψυχή είναι αρμο­νία, προερχομένη εκ της αριθμητικής σχέσεως τών σωματικών στοιχείων καί επανέρχεται είς τήν ζωήν προς κάθαρσιν (μετεμψυχωσις). Έν τοιαύτη περιπτώσει ή θεωρία περί της ψυχής ως αρμονίας πρέπει νά νοηθή ως αρμονική σύνδεσις της αθανάτου· ψυχής μετά τών στοιχείων του σώματος.

Ό
Πλάτων παρά μέν τών αρχαιοτέρων φιλοσόφων πα­ρέλαβε τήν διδασκαλίαν, ότι ή ψυχή είναι ζωή καί δια τούτο ή άρχή της κινήσεως, παρά δέ τών Όρφικών καί Πυθαγορείων, ότι ή ψυχή είναι ασώματος προσωπικότης του άνθρωπου (τό εγώ), ή οποία έπιζή μετά θάνατον καί της οποίας ή τύχη εξαρτάται έκ της ήθικότητος του βίου, ον διήγαγεν επί της γης. Ο Πλάτων άμφοτέρας τάς διδασκαλίας ταύτας συνδέσας μετά του θαύματος της φιλοσοφίας του, τών ιδεών, έκήρυξε τό δό­γμα της προσωπικής αθανασίας τής ψυχής καί έζήτησε νά από­δειξη αυτό δι’ ακαταμάχητων επιχειρημάτων.
Παρά τήν παγκόσμιον ψυχήν,τήν ψνχήν του σύμπαντος, υπάρ­χουν καί αί ατομικοί ψυχαί, πολλαί. Ή ατομική ψυχή είναι θείας αρχής και τέλους, έχουσα έδραν τόν ουρανόν από τής αιωνιότητος, ομοειδής προς τήν γενικήν ψυχήν του κόσμου, προς τήν οποίαν είναι συγγενής. Οθεν είναι άγέννητος, πνευματική καί ασώμα­τος, απλή, αμέριστος, ουδεμίαν σχέσιν έχουσα προς τόν ύλικόν κόσμον, ομοιότατη προς τάς Ιδέας, τών οποίων μετέχει, π.χ. τής Ιδέας τής ζωής, τής αληθείας, του δικαίου, του καλού, του αγα­θού κλπ. έξ ών τρέφεται. Ούτω ή ψυχή επέχει Ιδιόρρυθμον μεσάζουσαν θέσιν μεταξύ τών δυο κόσμων, τών αίσθητών καί τών ύπεραισθητών, του κόσμου του γίγνεσθαι καί του κόσμου του είναι αυτή έξω χώρου καί χρόνου, θείας αρχής, συγγενής προς τάς Ιδέας, δεν είναι Ιδέα, αλλ ομοιότατη μόνον προς αυτάς, δια­τελούσα, υπέρ πάν άλλο, όπερ δεν είναι Ιδέα, εγγύτερον προς τόν επουράνιον κόσμον τών αθανάτων ιδεών.
Ή ψυχή είτε διά τόν ένα είτε δια τόν άλλον λόγον ενσωματούται τό πρώτον εις άνθρωπον, ουχί εις θηρίον, καί ή μέν πλειστάκις ιδούσα τάς ιδέας θά ένσωματωθή είς άνδρα, ο οποίος θά γίνη φιλόσοφος ή μουσικός ή φιλόκαλος, ή δευτέρα μετ’ αυτήν είς αριθμόν θεωρίας Ιδεών είς βασιλέα φιλοδίκαιον ή πολεμικόν ή άρχικόν, ή τρίτη εις πολιτικόν ή οικονομολόγον ή χρηματιστήν, ή τετάρτη εις φιλόπονον γυμναστικόν ή ίατρικόν, ή πέμπτη είς μαντικόν ή ίερατικόν περί τά μυστήρια, ή έκτη είς ποιητήν ή καλλιτέχνην, ή εβδόμη εις χειρώνακτα ή γεωργικόν, ή ογδόη είς σοφιστήν ή δημοκόπον, ή ενάτη εις τύραννον. Εις τό ανθρώπινον σώμα ή ψυχή είναι έγκάθειρκτος ως εις ξέ­νον στοιχείον, διότι ή μέν ψυχή ανήκει εις τόν κόσμον τής αιωνιότητος, τό δέ σώμα εις τόν κόσμον τών γιγνομένων καί φαι­νομένων. Εντεύθεν ή πάλη μεταξύ σώματος καί ψυχής, τήν οποίαν τό σώμα τείνει νά παρασύρει εις τάς ορμάς. Διά τούτο ή ψυχή πρέπει νά άνθίσταται εις τό σώμα καί νά προσπαθή νά απαλλαγή αυτού.
'Η ψυχή κατά τόν Πλάτωνα δεν είναι παρωδία ψυχής, ως ή Όμηρική, είδωλον, άλλ' έχει κινητήριον δύναμιν καί γνωστικήν δύναμιν μεγάλην, διά τής οποίας δύναται νά έρχεται εις σχέσιν μέ τάς ιδέας. Έάν ή ψυχή, απαλλασσόμενη του σώματος, κατώρθωνε νά Ίδη τάς ιδέας, θά ήτο δυνατόν νά άναμνησθή τής ευγενούς καταγωγής της καί του θείου προορισμού της καί νά λάβη τήν άγουσαν προς τήν γλυκείαν πατρίδα της, τόν ούρανόν. 'Αλλά τούτο δύναται νά έπιτύχη διά τής διαλεκτι­κής. Αί αντιλήψεις ημών είναι μέν ατελείς ώς προϊόντα τών αι­σθήσεων, δύνανται όμως, τό μέν διά καταλλήλων ερωτήσεων τής εξελικτικής μορφής τού διαλόγου υποβοηθούμενοι, τό δέ διά τής αναπλάσεως τών παραστάσεων καί τών συνειρμών αυτών, νά προκαλέσουν εις τήν συνείδησιν τήν άνάμνησιν πάντων εκείνων τών αρχετύπων, τών οποίων αύται είναι τά σκιώδη εί­δωλα πχ. αί παραστάσεις τών ίσων πραγμάτων άναπλάσσουν τήν ιδέαν τής ισότητος κ.ο.κ. 'Η άνάπλασις δέ αύτη τών ιδεών καί ή θεωρία αυτών προκαλεί εις τήν ψυχήν τόν άδάμαστον πόθον νά επανέλθη ή ψυχή μας άπό του υλικού προς τόν ύπέργειον κόσμον, απαλλασσόμενη του σώματος. Εντεύθεν δεινός ό άγων μεταξύ σώματος καί ψυχής. 'Η ψυχή πρέπει νά έχη ως σκοπόν της τήν απαλλαγήν άπό τού σώματος, τήν κάθαρσιν, κάθαρσιν όχι δια νηστειών, αλλ’ άποχώρησιν εκ του κόσμου τούτου, φυγήν και άπάρνησιν παντός υλικού και επιστροφήν προς τον κόσμον του αληθινού φωτός. Δια τον αληθή φιλόσοφον ή φιλοσοφία είναι ή απολύτρωσις ή άπελευθερούσα από το σώμα δια παντός και αποδίδουσα εις αυτόν την θείαν γαλήνην και την ουράνιον κατοικίαν του.

Πρβλ. Φαίδρον, κεφ. 25—28 και Τίμαιον, κεφ. XIV.

Ή περί αθανασίας της -ψυχής διδασκαλία του Πλάτωνος προσλαμβάνει ιδιάζουσαν σημασίαν δια τής μετά θάνατον καθάρσεως, δια τής αρχής τής ηθικής ευθύνης και άνταποδόσεως. Ή ψυχή μετά βραχύν επίγειον βίον και μετά την του σώματος διάλυσιν επιζή αθάνατος, άνευ τέλους, ώς είναι άν­αρχος, αυτοτελής, αμέριστος, προσωπικώς ώρισμένη. Ευθύς με­τά τον σωματικόν θάνατον οδηγούμενη υπό του δαίμονος αυτής προσάγεται εις διάμεσόν τι κράτος ασωμάτου βίου, όπου δικαζομένη πρέπει νά καθαρθή άπό τών αμαρτημάτων του γηΐνου βίου1. Και ή μεν ψυχή, ή οποία διέρχεται τον βίον εν δικαιοσύ­νη, μετά τον θάνατον του προτέρου σώματος, ανταλλάσσει τήν μοίραν της με δευτέραν καλυτέραν, ή δε ζώσα εν αδικία με χειροτέραν. Και τούτο θά εξακολούθηση επί δέκα χιλιάδας έτη, διότι ή ψυχή καταπεσούσα τόσον χρόνον χρειάζεται διά νά έπανέλθη εις τήν προτέραν της θέσιν, διά νά άναφυώσι πάλιν τά πτερά της, πλην τής ψυχής του αληθούς φιλοσόφου, ή οποία μετά τήν τρίτην χιλιετή περίοδον, εάν επί τρεις κατά σειράν πε­ριόδους έκλέξη τον βίον του φιλοσόφου, πτερωθείσα, ανέρχεται εις τον ουρανόν. Αι δε άλλαι, μετά τήν άπόφασιν του ειδικού δι­καστηρίου και τήν άμοιβήν ή τιμωρίαν των συμφώνως προς τήν έπίγειον ζωήν των, είναι υποχρεωμέναι νά διανύσουν τήν μακράν έπίγειον ζωήν των διά μέσου ποικίλων σωμάτων ανθρώπων ή ζώων. Ή διαδρομή αύτη θά λαμβάνη τήν άγουσαν προς τά επάνω ή κάτω, αναλόγως τής διαγωγής τής ψυχής. Έάν φανή αντάξια τής αποστολής της, θά απαλλαγή τής υποχρεώσεως νά έγκλεισθή εις νέον σώμα, και πτερωθείσα, θά έπανέλθη εις τήν ουράνιον κατοικίαν της, όπου θά θεάται τάς ιδέας, άλλως μετά τήν διαδρομήν τών μυρίων ετών ρίπτεται εις τον Τάρταρον, όπου αιωνίως βασανίζεται.

Κατά ταύτα, ή ψυχή κατά τον Πλάτωνα διατηρεί τήν προ­σωπικότητα της και εν τή γή και τω ουρανώ, διακρινόμενη τώνάλλων ψυχών. Ώς ιδία ύπαρξις, έχουσα συνείδησιν του ιδίουεγώ, υπό προσωπικήν αυστηρώς αυτής ευθύνην διεξάγει τονέπίγειον αγώνα, αλλά και καθαιρομένη βαθμηδόν τών πολλών αδυναμιών της και ανακαμπτουσα είς το υπερκόσμιον παραμένει προσωπική. Ό Πλάτων διδάσκει τήν προσωπικήν άθανασίαν τής ψυχής.

1. Πρβλ. Φαίδ. κεφ. Ι,ΧΙΙ και Φαίδρον, κ. XXIX.

Ύπό πολλών παρετηρήθησαν και εις την θεωριαν περί ιδεών και είς τήν διδασκαλίαν περί αθανασίας τής ψυχής ασάφειαι, δυσαρμονίαι και αντιφάσεις, τάς οποίας δεν δυνάμεθα ενταύθα νά άναφέρωμεν εν πλάτει. Άλλα τούτο είναι φυσικόν. Τά προ­βλήματα, τά όποια εγείρουν αι θεωρίαι αύται, είναι πολλά και πολύπλοκα και εξέρχονται τών ορίων του αισθητού κόσμου, ανάγονται δε εις τον τελείως άγνωστον κόσμον του υπερφυσικού, ώστε ή ανθρωπινή διανόησις νά μή δύναται νά τά ερμηνεύση. Διά τούτο αι άτέλειαι αύται δεν αμαυρώνουν το υπέρλαμπρον φιλοσοφικόν οικοδόμημα, τό όποιον ύψωσεν ό Πλάτων διά τής δι­δασκαλίας του όχι μόνον ώς φιλόσοφος, αλλά και διά τής πτή­σεως τής φαντασίας και του θερμού συναισθήματος ώς ένθους ποιητής και προφήτης.