θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Sunday, December 30, 2007

ΜΠΑΜΠΑΔΕΣ ΣΤΑ ΤΕΜΠΗ



Οί Τούρκοι εγκαταστάθηκαν έδώ στά Τέμπη από τους πρώτους χρόνους της κατακτήσεως της Θεσσαλίας. Κάποιος τούρκος πού λέγονταν Χασάν Μπαμπά ανήγειρε έδώ έναν τεκέ,
ερείπιον του όποιου σώζεται και σήμερα. Ό Μωαμεθανικός τεκές αντιστοιχεί με τό χριστιανικό Μοναστήρι. Τό «Μπαμπάς» πού θα πή «πατέρας» είναι βαθμός της ανωτέρας τάξεως του Μουσουλμανικού μοναστικού τάγματος των Μπεκτασσήδων. Οι Μπαμπάδες (= πατέρες) συνεδρίαζαν μέ πρόεδρο τόν Ντεντέ Μπαμπά καί έξέλεγαν τόν Χαλίφην (= Άρχιεπίσκοπον)96.
Οί «μπαμπάδες» ήταν οί πνευματικοί προϊστάμενοι καί οί ανατικώτεροι θρησκευτικοί μουσουλμάνοι. ΄Εφεραν αυτόν τόν τίτλον κατά τό παράδειγμα ή κατ' άντιγραφήν τής Χριστιανικής εκκλησίας όπου οί θρησκευτικοί αρχηγοί στή βυζαντινή εποχή ονομάζονταν πατέρες τής εκκλησίας. Ό ισχυρός βραχίων των «μπαμπάδων» (Μπεκτασσήδων) ήταν τό Γενητσαρικόν ωμα του οποίου ήταν οί πνευματικοί ήγέται. Τήν ονομασία Γενήτσαροι» [= νέοι στρατιώτες] τήν έδωσε ό ιδρυτής του μοναχικού τάγματος Χατζή Μπεκτάς, ό όποιος «ηύλόγισε» τό πρώτο παιδομάζωμα τών Χριστιανοπαίδων τό 1366, έκ χιλίων παιδιών, έξισλαμισθέντων βιαίως.
Γι' αυτό έκτοτε τό γενητσαρικό σώμα έτρεφε απόλυτο σε­βασμό καί θρησκευτική ευλάβεια προς τους «μπαμπάδες». Οί μπαμπάδες (πατέρες) καί οί Δερβίσσηδες (= Τουρκοκαλόγηροι) με τόν ερχομό τους κατέλαβαν όλες τίς βυζαντινές εκκλησίες καί τίς μετέτρεψαν σέ Όθωμανικούς τεκέδες. Αυτό συνέβη καί ; τόν τεκέ στή δυτική είσοδο τών Τεμπών. Τήν υπάρχουσα εκεί, σύμφωνα μέ τήν παράδοση, βυζαντινή εκκλησία τή μετέτρεψαν σέ τουρκικό τεκέ, ένώ στή θέση του επισκόπου Λυκοομίου εγκαταστάθηκε ό Χασάν Μπαμπάς. "Οταν αυτό τό κτήνος ψόφησε οί ομογάλακτοι του δερβίσσαι άνήρτισαν στον οικογενειακό του τάφο, σ' αυτό τό κτίσμα πού σώζεται έρείπιον σήμερα, τά έξης κειμήλια:
δύο πράσινες σημαίες στίς οποίες μέ κεντημένα γράμματα έλεγε «θάνατος στους άπίστους» δηλ. στους "Ελληνες.
Ενα αραβικό σπαθί γιά τό όποιο έκαυχατο ότι μ' αυτό έσφαξε πολλούς χριστιανούς.
Ενα τοπούζι δηλ. ρόπαλο πού τό άκρο του ήταν σφαιροειδές σκληρό, γιά τό όποιο έκαυχατο ότι με αυτό έσπασε σε μιά μέρα εκατό κεφάλια Ελλήνων. Τά πτώματα τά έριχνε στον Πηνειό.
Αυτόν λοιπόν τόν Μπαμπά = τέρας τόν λάτρευαν οί Οθωμα­νοί Τούρκοι σάν άγιο. Πίστευαν ότι αυτός θαυματούργησε καί «άνοιξε» τήν κοιλάδα των Τεμπών. Ακόμα εόρταζαν κάθε χρόνο τόν «θαυματουργό» Μπαμπά-άγιο καί παρέθεταν γεύμα στους προσερχόμενους, πάνω σέ πέτρινα τραπέζια 97. Τό έθιμο αυτό είναι ασφαλώς αντιγραφή της έκ παραδόσεως πληροφο­ρίας πού είχαν οί Τούρκοι ότι έκεί εορτάζονταν κάποιος θεός -άγιος πού διάνοιξε τά Τέμπη καί ότι οί Ελληνες έδώ παρέθε­ταν σέ όλους τους περαστικούς δωρεάν γεύμα.
Πρόκειται γιά τόν Ολύμπιον θεόν Ποσειδώνα καί τήν έορτήν τών Πελωρίων γιά τήν οποία γράφομε περισσότερα στό επόμενο κεφάλαιο. Αυτός, λοιπόν, ό Μπαμπάς είχε φανατίσει τους Τούρκους της περιοχής. Ολοι οί περιηγηταί έπί τουρκοκρατίας περιγράφουν τους Τούρκους της Λαρίσης καί τών Τεμπών ότι είναι οί πλέον «θηριώδεις, εις άκρον βάρβαροι» «υβρίζουν, δέρνουν καί σκοτώ­νουν τόν μή Τούρκον», «μισόχριστοι»9, «φιλόνεικοι καί στρεψό­δικοι».
Οί διερχόμενοι Ελληνες άπό τό Μπαμπά ύφίσταντο άγριον πετροβολισμόν άπό τά τουρκόπαιδα. Ό απόηχος της κακής διαγωγής τών Τούρκων αυτών έφθασε μέχρι τά παιδικά μας χρόνια, διότι όταν θορυβούσαμε, τά παιδιά τής γειτονιάς, κάποιες γερόντισες πού ενοχλούνταν μάς επιτιμούσαν «τουρκούλια του Μπαμπά».

Γι' αυτό όταν έγινε ή προσάρτηση τής Θεσσαλίας (τό 1881) οί Τούρκοι τής περιοχής φοβούμενοι τίς βέβαιες αντεκ­δικήσεις διέφυγαν έσπεσμένως προς τήν Τουρκίαν διαβαίνοντες τά νέα σύνορα 100.
(ΒΛΑΔ. ΜΙΡΜΙΡΟΓΛΟΥ, «Οί Δερβίσσαι», έκδ. 1940 (Εκάτη), σελ. [Σημείωση: Ή λέξη «μπαμπάς» (= βαβάς = πατήρ, νεοελλ. παπάς) είναι έγονος Ελληνική Πελασγική. Ευρίσκεται σέ Έλληνοφρυγικές έπιγρα;. Ώς γλωσσικό δάνειον τήν χρησιμοποιούν καί οί νεωστί έπίλυδες Τοΰρ, Σλαύοι, Βούλγαροι. Σχετ. Ι. Θωμόπουλος, «Πελασγικά» 1912, σελ.)