θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Thursday, December 27, 2007

ΖΑΝ ΠΩΛ ΣΑΡΤΡ: ΕΝΑΣ "ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ" ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ

Jean-Paul Sartre in 1964


Αυτοί είναι οι σύγχρονοι "φιλόσοφοι"

Που θα οδηγήσουν τον κόσμο μας άν τον αφήσουμε στα χέρια τους;


Μισέλ Ονφρέ: "Η κοιλιά των φιλοσόφων" Εκδόσεις "ΕΞΑΝΤΑΣ"

Αφηρημένος διανοούμενος, ο υπαρξιστής φιλόσοφος κυκλοφορεί αδιαφορώντας παντε­λώς για την υγιεινή. Αυτή η εγκατάλειψη του εαυτού στα α­πρόοπτα της διεφθαρμε'νης ύλης φανερώνει πολλά. Τα α­νέκδοτα σχετικά με τη βρομιά του Σαρτρ δείχνουν την ικα­νότητα του να ξεχνά τη σάρκα, να την περιφρονεί, να την περιορίζει στη σφαίρα του περιττού. Στη Γερμανία είχε τό­ση λίγδα και δυσοσμία πάνω του που η βιογράφος του (Ανί Κοέν-Σολάλ) μιλά για το «δωμάτιο του που μύριζε φρικτά» και για ολό­κληρε; εβδομάδες που περνούσε «χωρίς να πλυθεί, ενώ θα ήταν αρκετό να διασχίσει το δρόμο και να πληρώσει δεκα πεντάρες για να εχει στη διάθεση του * {Λατινικά στο κείμενο: κατά βούληση. (Σ.τ.Μ.)}μια αί­θουσα στα δημόσια λουτρά».1 Το παρατσούκλι του την ε­ποχή εκείνη ήταν «ο άνθρωπος με τα μαύρα γάντια», εξαι­τίας «των άκρων του [που] ήταν, μέχρι τον αγκώνα, μαύρα από τη βρομιά».13
Οι σωματικές ανάγκες τού ενέπνεαν πάντοτε αηδία και περιφρόνηση. Η Μποβουάρ εκμυστηρεύεται ότι απελευ­θερωνόταν από αυτές με διακριτικότητα όσο ήταν καλά στην υγεία του. Στη συνέχεια, όταν η κατάπτωση του στο­χαστή έφτασε σε προχωρημένο βαθμό, εκδήλωσε μια μοι­ρολατρία που εξεπληττε τη σύντροφο του. 'Οταν ξάπλωνε σε πολυθρόνες και καναπέδες, δεν έδειχνε κανένα σημάδι ντροπής, αλλά μάλλον μια παραίτηση.
Εκτός από την υγιεινή, ξεχνά και τους σωματικούς ρυθ­μούς καθώς και την ανάγκη υπέρβασης της φυσικής αναγκαιότητας μέσω των πολιτισμικών τελετουργιών, όπως τα γεύματα. Η ποσότητα και η ποιότητα είναι αξιοθρήνητες, όπως και η συχνότητα των υποχωρήσεων προς τους τύ­πους: «Μου είναι τελείως αδιάφορο», έλεγε, «αν παραλεί­ψω το μεσημεριανό ή το βραδινό, ή και τα δύο καμία φο­ρά, ή αν τρέφομαι με ψωμί ή το αντίθετο, με σαλάτα χωρίς ψωμί, ή αν μείνω νηστικός μία ή δύο μέρες».
14 Η Μπο­βουάρ επιβεβαιώνει ότι έτρωγε οτιδήποτε, οποτεδήποτε και με οποιονδήποτε τρόπο.
15Η περιφρόνηση προς το ίδιο του το σώμα συνοδεύεται, όπως είναι φυσικό, από μια περιφρόνηση προς το σώμα γενικά. 'Οταν αναλύει αυτή τη θεμελιώδη πραγματικότητα στο Είναι και το Μηδέν, επικαλείται συνεχώς εύγλωττα πα­ραδείγματα: ένα πονεμένο πόδι, μάτια που τα ανατέμνουν γιατροί, ένα κομματιασμένο από βόμβα σώμα. ένα σπα­σμένο χέρι, ένα πτώμα, μια γαστραλγία, πονοκεφάλους, στομαχόπονους, ρευματαλγίες ή πονόματους.16 Το σώμα για τον Σαρτρ είναι κυρίως ένα άρρωστο, ακρωτηριασμέ­νο, κατακρεουργημένο, αγνιύριστο σώμα. Όχι το σώμα που απολαμβάνει ή χαίρεται, ούτε η χαρούμενη σάρκα ή τα ρίγη ηδονής, αλλά ένα άρρωστο κρέας, αλλοιωμένο ή παρηκμασμένο. Δείχνοντας ενδιαφέρον για τις λεπτομέ­ρειες, ο Σαρτρ αναπτύσσει τις αντιλήψεις του για τη ναυτί­α, τον εμετό, και γι' αυτό το λόγο επικαλείται το «σάπιο κρέας, το νωπό αίμα, τα κόπρανα». Ομοίως, αναφέρεται στο στομαχικό έλκος που το αντιλαμβάνεται ως «κάτι που μας κατατρώει, μια ελαφριά εσωτερική σαπίλα- μπορώ», συνεχίζει, «να το φανταστώ κατ' αναλογία προς τα απο­στήματα, τα εξανθήματα του πυρετού, το πύον, τις ελκώσεις κ.λπ.».17 Οι ιδιότητες αυτού που είναι-για-τον-άλλο, με το σώμα ως μεσολαβητή, δεν είναι ούτε το χαμόγελο ού­τε η σαγηνευτική ματιά, αλλά η εφίδρωση και οι μυρωδιές του ιδρώτα. Οι μεταφορές σχετικά με το σώμα αναπτύσσο­νται χάρη στα αραχνοειδή, το πρόσωπο του άλλου προκα­λεί ναυτία, η ίδια του η όψη του επιτρέπει μια αναφορά στην «απέχθεια του για το υπερβολικά λευκό δέρμα [του]».
18 Εργαλείο για το χειρισμό των εργαλείων, το σώ­μα δεν είναι παρά μια μηχανή χωρίς επιθυμίες και χωρίς θέληση για απόλαυση.
Η περιφρόνηση του εαυτού, η χρήση του εαυτού ως α­ντικειμένου αποκτούν στον Σαρτρ τη διπλή όψη του αλ­κοόλ και του καπνίσματος - παραλλαγές στο θέμα της α­ποστροφής του εαυτού. Η Ανί Κοέν-Σολάλ κάνει τον απο­λογισμό της κατανάλωσης από τον Σαρτρ σε μια ημέρα: «Κάπνιζε δυο πακέτα τσιγάρα -Μπουαγιάρ με χαρτί από καλαμπόκι- και πολλές πίπες γεμάτες με σκούρο καπνό· πάνω από ενα λίτρο αλκόλ- κρασι, μπίρα, λευκά ποτά, ουίσκι κ.λπ.- διακόσια μιλιγκράμ αμφεταμίνες, δεκαπέντε γραμμάρια ασπιρίνης, πολλά γραμμάρια βαρβιτουρικών, χωρίς να υπολογίζουμε τους καφέδες, το τσάι και τα άλλα λιπαρά της καθημερινής διατροφής του».19 Η Κριτική τον διαλεκτικού Λόγου, μετά το Είναι και το Μηδέν, γράφτηκε με αυτό το τίμημα: μερικές φορές πάνω από ένα σωληνά­ριο -αναβολικά- την ημέρα...
Ο αλκοολισμός του Σαρτρ είναι αναμφισβήτητος. Τα μεθύσια του σημαδεύουν τα Απομνημονεύματα της Σιμόν ντε Μποβουάρ. Το πιο διάσημο είναι μοσχοβίτικο. Θα του κοστίσει δέκα μέρες στο νοσοκομείο την άνοιξη του 1954. Οι επιεικείς βιογράφοι καταλογίζουν την ευθύνη στους ε­πίμονους Σοβιετικούς οικοδεσπότες... Όταν ο Σαρτρ συ­νειδητοποίησε, μετά από μια επίσκεψη στο γιατρό, ότι θα έπρεπε να κόψει το αλκοόλ, αναφώνησε: «Αποχαιρετώ εξηντα χρονιά απο τη ζωη μου».
Μεταξύ δύο σωληναρίων αναβολικών ο Σαρτρ ανέλυε τον αλκοολισμό από φαινομενολογική σκοπιά. Έγραφε: «Έτσι, είναι το ίδιο να μεθάς στη μοναξιά σου ή να καθο­δηγείς λαούς. Αν μία από αυτές τις δραστηριότητες υπερι­σχύει της άλλης, αυτό δεν γίνεται εξαιτίας του πραγματικού σκοπού της, αλλά εξαιτίας του βαθμού στον οποίο συνειδη­τοποιεί τον ιδανικό σκοπό της και, σε αυτή την περίπτωση, το αποτέλεσμα θα είναι ο εφησυχασμός του μοναχικού πό­τη να υπερισχύσει της μάταιης νευρικότητας του καθοδηγη­τή των λαών». 21 Επιθυμούσε άραγε να το αποδείξει; Το σί­γουρο είναι ότι το 1973 -τη χρονιά που του είπαν να κόψει το ποτό- θα εκμυστηρευτεί σε ένα δημοσιογράφο του Λ' ακτυέλ όλο το πολιτικό πρόγραμμα του, που συνίσταται σε λίγες λέξεις: τρομοκρατία, παρανομία και ένοπλη βία. «Έ­να επαναστατικό καθεστώς», λέει, «πρέπει να απαλλάσσε­ται από ορισμένα άτομα που το απειλούν, και δεν βλέπω άλλο τρόπο για να το καταφέρει εκτός από τη θανάτωση. Από τη φυλακή μπορεί να βγει κανείς οποιαδήποτε στιγμή. Οι επαναστάτες του 1793 μάλλον δεν σκότωσαν αρκε­τούς».22 Ο ελάχιστος κίνδυνος του αλκοολισμού...
Η ιατρική επίσκεψη του 1973 έδειξε επίσης μια ανοξαι-μία, μια ασφυξία του εγκεφάλου. Η κατάσταση των αρτη­ριών και των αρτηριδίων ήταν αξιοθρήνητη. Ήταν γεμά­τες αλκοόλ και καπνό. Στο Είναι και το Μηδέν ο Σαρτρ προτείνει μια μικρή θεωρία του καπνού: κάπνισμα σημαί­νει εφαρμογή ενός τελετουργικού, θεατρικοποίηση των κι­νήσεων, τελετουργικές συνήθειες. Είναι, επίσης, «μια κα­ταστροφική, οικειοποιητική αντίδραση. Ο καπνός είναι το σύμβολο της "οικειοποιημένης" ύπαρξης, καθοός κατα­στρέφεται στο ρυθμό της ανάσας μου με ένα είδος "συνε­χιζόμενης καταστροφής", περνά μέσα μου και η αλλαγή του σ' εμένα τον ίδιο εκδηλώνεται συμβολικά μέσω της με­τατροπής του καταναλωνό μενού στερεού σε καπνό». Αυτή η «αποτεφρωτική θυσία», όπως την ονομάζει ο Σαρτρ, α­ποτελεί, αναλογικά, το παιχνίδι μιας ολοκληρωτικής θυ­σίας της ανθρωπότητας, «μια οικειοποιητική καταστροφή ολόκληρου του κόσμου. Μέσω του καπνού που κάπνιζα, που απορροφιόταν ως καπνός για να επιστρέψει σ' εμέ­να».23 Το κάπνισμα και το φαγητό είναι δυο πλευρές της ί­διας λογικής. Ο καπνός όμως μοιάζει με πρακτικό υποκα­τάστατο της τροφής, ένα μαγικό, ανούσιο, φευγαλέο υπο­κατάστατο, σχεδόν ουδέτερο ως προς τη γεύση, τόσο στυ­πτική είναι η δύναμη του επί των γευστικών καλύκων.
Τα διεγερτικά, το αλκοόλ, ο καπνός δεν αρκούσαν στον Σαρτρ ως όπλα για τον αργό ακρωτηριασμό του εαυτού του. Για να εξηγήσουμε την αποστασιοποιημένη χρήση που επι­φύλασσε ο Σαρτρ στο σώμα του, είναι ενδιαφέρον το πείραμα με την μεσκαλίνη. Ο λόγος που προβάλλει ο Σαρτρ εί­ναι "φιλοσοφικό": ήθελε να υπολογίσει πάνω στον εαυτό του στον εαυτό του τις επιδράσεις ενός παραισθησιογόνου στη δημιουργία οραμάτων σε ένα άτομο. Τη ζήτησε από τον δρ. Λαγκάς του νοσοκομείου Σεντ-Αν. Υπό ιατρικό έλεγχο, του έκανα* μια ένεση με καθορισμένη δόση ώστε να παραγάγει απο­τελέσματα μεταξύ τεσσάρων και δώδεκα ωρών. Εξήγησε τις συνέπειες στο Φανταστικό. 24 Η Μποβουάρ περιγράφει τις παραισθήσεις όπως της τις μετέφερε ο Σαρτρ: «Στο πλάι, πίσω [του] περπατούσαν καβούρια, χταπόδια, πράγματα απειλητικά». 25 Η εκδίκηση των οστρακόδερμων: ο Σαρτρ νομίζει ότι τον καταδιώκουν αστακοί. Οταν η Μπο­βουάρ του τηλεφώνησε ανησυχώντας για την εξέλιξη του πειράματος, ο Σαρτρ τής απάντησε με μια ταραγμένη φω­νή ότι το «τηλεφώνημα της τον αποσπούσε από μια μάχη εναντίων των χταποδιών, όπου σίγουρα δεν θα είχε την υπε­ροχή». Τα θαλασσινά θριαμβεύουν... Αργότερα, στο δρό­μο, παρόλο που οι παρενέργειες της μεσκαλίνης δεν συνε­χίζουν μετά το τέλος της δράσης της, ο Σαρτρ ήταν «πραγ­ματικά πεπεισμένος ότι τον ακολουθούσε ένας αστακός». 26 Η Μποβουάρ πιστεύει ότι δεν μπορεί να πρόκειται για την επίδραση του παραισθησιογόνου, και ότι ο φιλόσοφος υπέ­φερε από νευρικες διαταραγες που οεν είχαν σχεσή με το πείραμα του νοσοκομείου Σεντ-Αν. Ο Σαρτρ θα θυμηθεί αυτά τα οράματα -εξαιρετικά συμβολι­κά στο έργο του- όταν στη Ναυτία θα κάνει τον Ροκεντέν θαμώνα αυτού του υδάτινου ζωολογικού κήπου που αποτε­λείται, για μερικούς, από ζώα «το σώμα [των οποίων] απο­τελούνταν από μια φέτα φρυγανισμένου ψωμιού όπως αυ­τή που βάζουμε στα καναπεδάκια περιστεριών λοξοπερπατούσαν με ποδαράκια καβουριού».27
Η επανειλημμένη εμφάνιση των οστρακόδερμων στα έργα του φιλοσόφου είναι αξιοσημείωτη. Ο Σαρτρ διηγεί­ται οτις λέξεις ότι, όταν ήταν παιδί, το βλέμμα του έπεσε σε μια γκραβούρα που είχε δημοσιευτεί στο αλμανάκ του Ασέτ και παρίστανε μια αποβάθρα κάτω από το σεληνόφως, μια τραχιά μακριά δαγκάνα η οποία, βγαίνοντας από το νερό, γράπωνε έναν μεθυσμένο για να τον καταποντίσει στα γαλαζοπράσινα νερά του λιμανιού. Το κείμενο που συ­νόδευε αυτή την εικόνα τελείωνε ως εξής: «Ήταν άραγε μια παραίσθηση ενός αλκοολικού; Είχε ανοίξει η κόλαση;» Και ο Σαρτρ συνεχίζει: «Φοβήθηκα το νερό, τα καβούρια και τα δέντρα» - ας θυμηθούμε το ρόλο της ρίζας στη Ναυ­τία. Αυξάνοντας τον αντίλαλο αυτής της μακάβριας γκρα­βούρας, ο Σαρτρ εξομολογήθηκε ότι είχε ξαναπαίξει συ­χνά την τρομακτική σκηνή στο δωμάτιο του μέσα στο μισο­σκόταδο. Η αναπαράσταση απαιτούσε, μας διευκρινίζει, έναν υπόγειο ή υποθαλάσσιο χώρο στον οποίο αναδυόταν το Ον με τη μορφή ενός υδρόβιου ή χθόνιου πλάσματος: «Χταπόδι με πύρινα μάτια, οστρακοειδές είκοσι τόννων, γιγάντια αράχνη που μιλούσε - ήμουν εγώ ο ίδιος, ένα παι­δικό τέρας, ήταν η απέχθεια μου για τη ζωή, ο φόβος του θανάτου, η ασχήμια μου και η διαστροφή μου».28 Το ίδιο και στους Έγκλειστους της Αλτόνα, εμφανίζονται καβού­ρια και δίνουν το πρόσχημα για μια στιχομυθία μεταξύ δύο προσώπων, το ένα από τα οποία προβλέπει την άνοδο των δεκάποδων στην πρώτη θέση της ανθρωπότητας: «Θα έ­χουν άλλα σώματα», λέει, «και άρα άλλες ιδέες».29
Ο θρίαμβος όμως των οστρακόδερμων είναι σεμνός, δεν θα ριζώσουν στα θεωρητικά έργα, τουλάχιστον ως α­ντικείμενα υπαρξιστικής ψυχανάλυσης. Είναι μόνο δευτεραγωνιστές, χρήσιμοι απλά για να εικονογραφούν, να συ­νοδεύουν τη μουσική. Ο απαιτητικός υποστηρικτής της φαινομενολογίας της διατροφής γνωρίζει πως η στάση α­πέναντι στην τροφή ισοδυναμεί με τη στάση απέναντι στον κόσμο. Οι αναλύσεις του είναι σωστές για όλο τον κόσμο, αλλά ξέρει ότι υπάρχει ένα σκοτεινό σημείο σε ό,τι τον α­φορά. Η λαϊκή σοφία, για να πει αυτά τα πράγματα, μιλά για το άχυρο και το δοκάρι...* Στο Είναι και το Μηδέν γράφει: «Δεν είναι [...] άνευ σημασίας αν σε κάποιον αρέσουν τα στρείδια ή οι αχιβάδες, τα σαλιγκάρια ή οι γαρίδες, αρ­κεί να μπορούμε να διακρίνουμε την υπαρξιακή σημασία αυτών των τροφών. Σε γενικές γραμμές, δεν υπάρχει ακατανίκητη γεύση ή προτίμηση· Όλες αντιπροσωπεύουν μια κατά προσέγγιση επιλογή του όντος. Αρμόζει στην υπαρξι­στική ψυχανάλυση να τις συγκρίνει και να τις ταξινομεί».30 Πες μου τι τρως... Ο Σαρτρ παραδεχόταν ότι δεν του άρεσαν πολλά πράγ­ματα. Πέρα από μια έκδηλη αποστροφή για τα θαλασσινά, έδειχνε μια έντονη απέχθεια για τις ντομάτες, λόγω της ό­ξινης σάρκας τους. Γενικά, δεν του αρέσουν αυτά που ονο­μάζει «φυτικά», αν και θεωρεί ότι διαθέτουν μικρότερο ε­πίπεδο συνείδησης από τα μαλάκια. Ποτέ δεν έτρωγε φρούτα στη φυσική τους μορφή: τα ενοχοποιούσε ως προ­ϊόντα της τύχης και αντικείμενα υπερβολικά ξένα προς τον άνθρωπο. Ο φιλόσοφος παραδεχόταν την προτίμηση του για τα φρούτα που περιέχονται σε ένα ανθρώπινο παρα­σκεύασμα - όπως τα γλυκά. Μόνο μια ανθρώπινη μεσολά­βηση, τεχνική ή πολιτιστική, τον έκανε να αποδεχτεί τα τρόφιμα. Κατεξοχήν αντίθετος προς τον Διογένη, απεχθά­νεται το φυσικό και του αρέσουν μόνο τα κατασκευασμέ­να προϊόντα, το τεχνητό: «Η τροφή πρέπει να δίνεται μέ­σω της εργασίας των ανθρώπων. Έτσι γίνεται με το ψωμί. Πάντοτε πίστευα», διευκρινίζει ο Σαρτρ, «ότι το ψωμί είχε μια σχέση με τους ανθρώπους».31 Το κρέας ήταν ένα φα­γητό που το προτιμούσε, αλλά έπαψε να είναι, για λόγους που θα εκτιμούσαν οι χορτοφάγοι: το να τρως κρέας είναι το ίδιο με το να καταβροχθίζεις ένα πτώμα. Στην ερώτηση της Μποβουάρ: «Τι σας αρέσει λοιπόν;», ο Σαρτρ απαντά: «Μερικά είδη κρεάτων και λαχανικών, τα αυγά. Μου άρε­σαν πολύ τα αλλαντικά, αλλά τώρα μου αρέσουν λιγότερο. Πίστευα ότι ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε το κρέας για να κάνει τελείως καινούργια πράγματα, για παράδειγμα, διά­φορα είδη λουκάνικων, σαλάμι. Όλα αυτά υπάρχουν μόνο χάρη στους ανθρώπους. Πήραν το αίμα με ένα συγκεκριμένο τρόπο, στη συνέχεια το χρησιμοποίησαν με μια συ­γκεκριμένη μέθοδο, το δε μαγείρεμα έγινε με έναν καθο­ρισμένο τρόπο που εφηΰραν οι άνθρωποι. Έδωσαν σ' αυ­τό το σαλάμι μια μορφή που που εμένα προσωπικά με δε­λεάζει, έτσι όπως είναι δεμένο στις άκρες του με σπάγκο».32 Τα αλλαντικά προϋποθέτουν τη μεταμόρφωση, την αλλαγή των ακατέργαστων δεδομένων: του αίματος, του κρέατος, του λίπους. Είναι η αλχημεία που υπερβαίνει τη χοντροκομμένη όψη των συστατικών. Είναι η ενότητα η ο­ποία επιτυγχάνεται μετά από μια σειρά κωδικοποιημένων, πολιτισμικών και βιοτεχνικών διαδικασιών. Το λουκάνικο ως έμβλημα του Σαρτρ, αντί του ωμού χταποδιού του Διο­γένη... Το κόκκινο κρέας, ακόμα και μαγειρεμένο, εξακο­λουθεί να είναι γεμάτο αίμα: «Το σαλάμι», συνεχίζει ο Σαρτρ, «το λουκάνικο, είναι αλλιώτικα. Το σαλάμι, με τα άσπρα του στίγματα και το ροζ, στρογγυλό του κρέας, εί­ναι διαφορετικό πράγμα».33
Προς το τέλος της ζωής του ο Σαρτρ είχε εγκαταλείψει το διατροφικό τελετουργικό που τον οδηγούσε τα μεσημέ­ρια στο Λα Κουπόλ και τα βράδια οπουδήποτε μαζί με την Μποβουάρ. Παραδεχόταν ότι του αρκούσε για βραδινό έ­να «κομμάτι πατέ ή οτιδήποτε άλλο».34 Λόγω της τύφλω­σης, της απευαισθητοποίησης των χειλιών, της απουσίας δοντιών και των γηρατειών, ο Σαρτρ κατέληξε να πασαλεί­βει το πρόσωπο του με σάλτσες και φαγητά σε κάθε γεύμα του, αρνούμενος με επιμονή τη βοήθεια που του πρότει­ναν. Το τυπικό γεύμα του Σαρτρ είναι βαρύ, «πλούσιο σε αλλαντικά, σουκρούτ, σοκολατένια γλυκά, με ένα λίτρο κρασί».
35 Τα καρύδια και τα αμύγδαλα του τραυμάτιζαν τη γλώσσα, και ομολογούσε ότι του άρεσε ο ανανάς -αν και φρούτο- γιατί έμοιαζε με κάτι ψημένο...
«Κάθε τροφή είναι ένα σύμβολο»,36 έλεγε. Το μέλι ή η μελάσα, τα γλυκά, ήταν στα μάτια του συνδεδεμένα με κά­τι το γλοιώδες. Ενθυμούμενος συμβολικές αντιστοιχίες, ο Σαρτρ μάς καλεί σε παράξενες συναισθησίες: «Όταν τρώω ένα ροζ γλυκό», γράφει στο Είναι και το Μηδέν, «η γεύση του είναι ροζ· το ελαφρύ ζαχαρωμένο άρωμα και το παχύρ­ρευστο της κρέμας βουτύρου είναι το ροζ. Έτσι, τρώω το ροζ όπως βλέπω το γλυκό». 37 Κατά τη διάρκεια των ταξι­διών τους στην Ιταλία ο Σαρτρ έπαιζε με αυτές τις απρό­σμενες αναλογίες. Συνδέει, για παράδειγμα, «τα παλάτια της Γένοβας και τη γεύση των ιταλικών γλυκών, το χρώμα τους».38 Οι συνειρμοί του Σαρτρ θα άξιζαν μια υπαρξιστι­κή ψυχανάλυση - είναι το λιγότερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε για το δημιουργό τους. Η αγάπη για το γλοιώδες, το παχύρρευστο, το λιπαρό, το δύσπεπτο, το συμπαγές, το υγρό, όλα αυτά είναι άκρως ενδεικτικά.
Η ναυτία δημιουργείται από το ασπριδερό, το μαλακό, το χλιαρό και το γλοιώδες, εκεί όπου η υπέρβαση του α­πρόοπτου και του περιστασιακού καλεί το μαύρο, το σκλη­ρό, το κρύο. Η επιθυμία του Σαρτρ είναι η ορυκτοποίηση, θέλει να γίνει απολίθωμα και να ξεφύγει από τις κατηγο­ρίες τοον φθαρτών. Ο Σαρτρ, ανακαλώντας πλατωνικά στοιχεία, κατανοεί το πραγματικό ως μια διαίρεση μεταξύ του άμεσου και της ουσίας, μεταξύ αυτού που αναδύεται και αυτού που είναι βυθισμένο. Έξω από το νερό υπάρ­χουν τα φαινόμενα, η ψευδαίσθηση που δημιουργείται α­πό εικόνες, ρίζες, αντικείμενα, πράγματα. Κάτω από το νε­ρό υπάρχει η αλήθεια του όντος, η αυθεντική φύση του κό­σμου: «Και κάτω από το νερό; Δεν έχεις ποτέ σκεφτεί τι μπορεί να υπάρχει κάτω από το νερό; Ένα ζώο; Ένα με­γάλο καβούκι, μισοχωμένο στη λάσπη; Δώδεκα ζευγάρια πόδια οργώνουν αργά το βούρκο. Το ζώο ανασηκώνεται λίγο, πού και πού. Στα βάθη του νερού».39