θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Monday, December 17, 2007

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Προς κατανόησιν των υπό του Πλάτωνος λεγομένων είς τον -διάλογον περί αθανασίας της ψυχής, ανάγκη συντόμου άνασκοπήσεως των αντιλήψεων των άρχαίων Ελλήνων περί ψυχής, από -του Όμηρου μέχρι του Πλάτωνος.

Κατά τον Ό μ η ρ ο ν

Φανταστική προτομή του Ομήρου, ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας) του αυθεντικού ελληνικού (2ος αιώνας π.Χ.). Μουσείο του Λούβρου (Ma 440)

ή ψυχή είναι κάτι τό άεροειδές, όμοιον προς τήν άναπνοήν και έν τή αναπνοή έκδηλούμενον κατοικεί έν­ατος του σώματος, είς τάς φρένας, και εκ τούτων αντλεί πάσας τάς δυνάμεις της ζωής καί ενεργείας. Κατά τον -θάνατον έκφεύγει έκ του στόματος ή τραύματος καί χωριζόμενη του σώματος είναι καί καλείται ε ί δ ω λ ο ν, έχουσα ευδιάγνωστον το περίγραμμα του σώματος, είδος καπνού ή σκιάς, έκφεύγον τήν έπαφήν των ζώντων, άνευ συνειδήσεως καί πνευματικής δυνάμεως, άνακτά δε προσωρινώς τήν συνείδησιν δια τής πόσεως αίματος. Μετά τον θάνατον αί ψυχαί ευρίσκονται είς τον Άδην, όπου δικάζονται ύπό δικαστών και αί μεν ψυχαί των αγαθών αμείβονται, αί δε των κακών τιμωρούνται (Ήλύσιον πεδίον, νήσος Μακάρων κλπ.).

Οί Ι ω ν ε ς φιλόσοφοι, οί ζητούντες νά εύρουν τήν αρχήν του σύμπαντος, θεωρούν τήν ψυχήν ως τήν δύναμιν η οποία παράγει τήν ζωήν καί αυτή είναι ή ζωή. Ψυχή του αν­θρώπου είναι ή δύναμις ή κινούσα καί έμψυχούσα το όρατόν σώμα. Δεν είναι όμως κάτι αυτοτελές, άλλα λεπτότατη καί καθαρωτάτη μορφή τής ύλης, επομένως άλογος δύναμις. Αν το σώμα άποθάνη, δεν δύναται νά ζήση μόνη. Τί γίνεται μετά θά­νατον, δεν εξήτασαν.

Κατά τον
Ηράκλειτον, παρά τήν ύλην υπάρχει ή αρ­χική αίτια πάσης ποικιλίας τών σχηματισμών, ή δύναμις του γί­γνεσθαι, ή απόλυτος ζωή, ή άναρχος, ή ατελεύτητος, τής οποίας φορέας είναι το θερμόν, το ξηρόν, το ονομασθέν πυρ έκ τής στοιχειώδους αυτού καταστάσεως. Το άείζωον τούτο πυρ είναι όλον κίνησις καί ζωή, ήτοι άπαυστος γένεσις καί άλλοίωσις εις άντίθετον κατάστασιν (βαρύ—ελαφρόν, θερμόν—ψυχρόν, ζωή— θάνατος κλπ.). Οθεν ή ψυχή του ανθρώπου είναι πυρ, — μέρος του άειζώου πυρός, τό όποιον πληρεί σύμπαντα τον κόσμον,—συντηρούσα τήν ζωήν της διά τών εισπνοών του παγκοσμίου πυρός, ως μετέχουσα δε του παγκοσμίου λόγου είναι λογική. Όσον ξη­ρότερα είναι καί έγγύτερον προς το άείζωον πυρ, τόσον σοφωτέρα γίνεται. Εμπλακείσα ή ψυχή είς τό σώμα, δεν διατελεί εν αντιθέσει προς αυτό, διότι τά στοιχεία του σώματος, ή γη καί τό ύδωρ, προέρχονται εκ του πυρός κατά τήν σωματικήν ζωήν ή ψυχή αποβάλλουσα διαρκώς τά στοιχεία του πυρός προσλαμ­βάνει εκάστοτε νέον πυρ έκ του άειζώου πυρός* όταν όμως έλθη ή στιγμή κατά τήν οποίαν ή ψυχή δεν δύναται νά άντικαταστήση ό,τι έξέφυγεν εξ αυτής, αποθνήσκει, ήτοι μεταβάλλεται είς τά κατώτερα στοιχεία, γήν καί ύδωρ' άλλα καί έκ τής γής γίνεται ύδωρ καί έκ του ύδατος γή όθεν δεν υπάρχει αντίθεσις μεταξύ ψυχής καί σώματος, ζωής καί θανάτου, άλλα διαρκής ρέουσα κατάστασις έκ του ετέρου είς τό έτερον.

Οί
Έ λ ε ά τ α ι δεν πιστεύουν ότι υπάρχει ψυχή καί ιδία υπόστασις, άλλα μόνον κατάστασις ενεργείας, προϊόν μείξεως υλικών στοιχείων. Όπως πάν σώμα, ούτω καί τό σώμα του άνθρώπου συνίσταται έκ δύο στοιχείων, έκ του φωτός καί τής νυ­κτός (του θερμού καί του ψυχρού, του πυρός και τής γης) καί ό νους του ανθρώπου εξαρτάται έκ τής μείξεως τών δύο τούτων στοιχείων, ή δε διανοητική δύναμις καθορίζεται έκ του επικρατούντος είς έκαστον άνθρωπον στοιχείου. Αυτός ο νεκρός έχει ακόμη αίσθησιν, καί αντίληψιν, άλλα καταληφθείς υπό του θερ­μού καί πυρώδους, μετέχει ήδη μόνον του ψυχρού, σκοτεινού καί τής γής.

Οι ατομικοί Λεύκιππος και
Δημόκριτος

διδάσκουν, ότι άρχαί του κόσμου είναι τά ά τ ο μ α καί τό κε­νόν. Αί άτομοι ουσίαι είναι άπειροι κατά τό πλήθος, καί ένούμεναι μεν ποιούσι γένεσιν, διαλυόμεναι δε φθοράν. Ή ψυ­χή, κατ’ αυτούς, συνίσταται έκ λεπτών, λείων, στρογγυλών καί πυροειδών ατόμων. Τά πυρώδη άτομα τής ψυχής είναι πο­λυτιμότερα τών σωματικών καί είναι αιτία τής κινήσεως καί ζωής του σώματος, καθώς καί τής νοήσεως τής ψυχής. Ή νόησις μόνον μάς δίδει τήν αλήθειαν του όντος, ή αίσθησις μάς απατά. Ό χωρισμός των σωματικών καί ψυχικών ατόμων επι­φέρει τον θάνατον καί επομένως ή ψυχή έχει βίον περιωρισμένον.

Ό
Αναξαγόρας δέχεται ως αρχήν ύλικήν άπειρα σωμάτια (χρήματα) διαιρετά καί ετεροειδή, τά όποια διεκόσμησε καί διακοσμεί ο χωρίς ύλην Νους, δύναμις αυθυπόστατος, διανοητική καί βουλητική. Ό Νους δεν έχει ούτε τήν σκόπιμον ενέργεια του Θεού, ούτε συνείδησιν εαυτού, δρςί δε υπου εμφανίζεται κίνησις καί ζωή ως αιτία τούτων. Ή ψυχή είναι ό τύπος τής εμφανίσεως του Νου είς πάντα τά ενόργανα. Ό θάνατος είναι ό χωρισμός τής ψυχής από του σώματος.

Αξιαι λόγου είναι αί αντιλήψεις τών
Ό ρ φ ι κ ώ ν καί Πυθαγορείων, αί οποίαι τά μάλιστα επέδρασαν έπί του Πλάτωνος.
Ή πίστις τών Ό ρ φ ι κ ώ ν δεν είναι προϊόν διανοητικής εργασίας, ως τών φιλοσόφων, αλλά άποκάλυψις του Διονύσου -η μάλλον του προφήτου αυτού Όρφέως, καί έχει έδραν ουχί τήν διανόησιν, άλλα τό συναίσθημα καί τήν φαντασίαν. Κατά τού­τους, ή ψυχή είναι θείας φύσεως, πατρίς αυτής ο ουρανός, άλλα δι άμαρτίαν προκόσμιον κατέπεσεν έκ του ανθρωπίνου μεγαλείου είς τήν μικρότητα του επιγείου βίου, όπου τό σώμα είναι ό τάφος, τό δεσμωτήριον αυτής (σώμα—σάμα—σήμα). Ό άν­θρωπος έγινεν άπό τήν τέφραν τών ύπό του Διός φονευθέντων Τιτάνων, διότι ούτοι είχον καταφάγει τον Ζαγρέα, υίόν αυτού καί τής Περσεφόνης. Δύο λοιπόν στοιχεία φέρει ό άνθρωπος, τό τ ι τ α ν ι κ ό ν, άπό τό όποιον έγινε τό σώμα, καί τό θ ε ί ο ν, του υιού του Διός, από τό όποιον προήλθεν ή ψυχή. Επομένως ο άνθρωπος οφείλει να φροντίζη δια τήν θείαν ψυχήν και να προσπαθή να απελευθέρωση αυτήν από των δεσμών του σώ­ματος. 'Η ύπαρξις είς τον κόσμον είναι ένα αμάρτημα και απαιτεί δια τούτο εξιλέωσιν δι αυτής μόνον ο ενυπάρχων είς τόν άνθρωπον θείος σπινθήρ θα διασωθή είς τόν άνώτερον κό­σμον. Κάθε λοιπόν άνθρωπος πρέπει να πάθη, να αποθάνη, νά αναγεννηθή. Επίγειος βίος χωρίς μύησιν δεν αρκεί δια τήν κάθαρσιν της ψυχής. Πρέπει λοιπόν ο άνθρωπος νά μυηθή, νά άρχίση νά πάσχη.Ούτω ο μεμυημένος επίστευε πλέον, ότι ήνούτο μέ τό θείον καί εξήρχετο άπό τόν «φοβερόν κ υ κ λ ο ν» ο όποιος είναι ή μετεμψύχωσις ή μετενσωμάτωσις. Διότι ο αμύητος ή θά ετιμωρείτο μετά θάνατον καί θά επανήρχετο ή ψυχή του είς τήν ζωήν, είς τό σώμα άνθρωπου η ζώου. Μόνον ή καθαρά καί μεμυημένη ψυχή θά ίδη τό φώς της αναστάσεως πλησίων τών φωτεινών θεών.

Κατά δέ τους Πυθαγορείους, ή ψυχή είναι αρμο­νία, προερχομένη εκ της αριθμητικής σχέσεως τών σωματικών στοιχείων καί επανέρχεται είς τήν ζωήν προς κάθαρσιν (μετεμψυχωσις). Έν τοιαύτη περιπτώσει ή θεωρία περί της ψυχής ως αρμονίας πρέπει νά νοηθή ως αρμονική σύνδεσις της αθανάτου· ψυχής μετά τών στοιχείων του σώματος.

Ό
Πλάτων παρά μέν τών αρχαιοτέρων φιλοσόφων πα­ρέλαβε τήν διδασκαλίαν, ότι ή ψυχή είναι ζωή καί δια τούτο ή άρχή της κινήσεως, παρά δέ τών Όρφικών καί Πυθαγορείων, ότι ή ψυχή είναι ασώματος προσωπικότης του άνθρωπου (τό εγώ), ή οποία έπιζή μετά θάνατον καί της οποίας ή τύχη εξαρτάται έκ της ήθικότητος του βίου, ον διήγαγεν επί της γης. Ο Πλάτων άμφοτέρας τάς διδασκαλίας ταύτας συνδέσας μετά του θαύματος της φιλοσοφίας του, τών ιδεών, έκήρυξε τό δό­γμα της προσωπικής αθανασίας τής ψυχής καί έζήτησε νά από­δειξη αυτό δι’ ακαταμάχητων επιχειρημάτων.
Παρά τήν παγκόσμιον ψυχήν,τήν ψνχήν του σύμπαντος, υπάρ­χουν καί αί ατομικοί ψυχαί, πολλαί. Ή ατομική ψυχή είναι θείας αρχής και τέλους, έχουσα έδραν τόν ουρανόν από τής αιωνιότητος, ομοειδής προς τήν γενικήν ψυχήν του κόσμου, προς τήν οποίαν είναι συγγενής. Οθεν είναι άγέννητος, πνευματική καί ασώμα­τος, απλή, αμέριστος, ουδεμίαν σχέσιν έχουσα προς τόν ύλικόν κόσμον, ομοιότατη προς τάς Ιδέας, τών οποίων μετέχει, π.χ. τής Ιδέας τής ζωής, τής αληθείας, του δικαίου, του καλού, του αγα­θού κλπ. έξ ών τρέφεται. Ούτω ή ψυχή επέχει Ιδιόρρυθμον μεσάζουσαν θέσιν μεταξύ τών δυο κόσμων, τών αίσθητών καί τών ύπεραισθητών, του κόσμου του γίγνεσθαι καί του κόσμου του είναι αυτή έξω χώρου καί χρόνου, θείας αρχής, συγγενής προς τάς Ιδέας, δεν είναι Ιδέα, αλλ ομοιότατη μόνον προς αυτάς, δια­τελούσα, υπέρ πάν άλλο, όπερ δεν είναι Ιδέα, εγγύτερον προς τόν επουράνιον κόσμον τών αθανάτων ιδεών.
Ή ψυχή είτε διά τόν ένα είτε δια τόν άλλον λόγον ενσωματούται τό πρώτον εις άνθρωπον, ουχί εις θηρίον, καί ή μέν πλειστάκις ιδούσα τάς ιδέας θά ένσωματωθή είς άνδρα, ο οποίος θά γίνη φιλόσοφος ή μουσικός ή φιλόκαλος, ή δευτέρα μετ’ αυτήν είς αριθμόν θεωρίας Ιδεών είς βασιλέα φιλοδίκαιον ή πολεμικόν ή άρχικόν, ή τρίτη εις πολιτικόν ή οικονομολόγον ή χρηματιστήν, ή τετάρτη εις φιλόπονον γυμναστικόν ή ίατρικόν, ή πέμπτη είς μαντικόν ή ίερατικόν περί τά μυστήρια, ή έκτη είς ποιητήν ή καλλιτέχνην, ή εβδόμη εις χειρώνακτα ή γεωργικόν, ή ογδόη είς σοφιστήν ή δημοκόπον, ή ενάτη εις τύραννον. Εις τό ανθρώπινον σώμα ή ψυχή είναι έγκάθειρκτος ως εις ξέ­νον στοιχείον, διότι ή μέν ψυχή ανήκει εις τόν κόσμον τής αιωνιότητος, τό δέ σώμα εις τόν κόσμον τών γιγνομένων καί φαι­νομένων. Εντεύθεν ή πάλη μεταξύ σώματος καί ψυχής, τήν οποίαν τό σώμα τείνει νά παρασύρει εις τάς ορμάς. Διά τούτο ή ψυχή πρέπει νά άνθίσταται εις τό σώμα καί νά προσπαθή νά απαλλαγή αυτού.
'Η ψυχή κατά τόν Πλάτωνα δεν είναι παρωδία ψυχής, ως ή Όμηρική, είδωλον, άλλ' έχει κινητήριον δύναμιν καί γνωστικήν δύναμιν μεγάλην, διά τής οποίας δύναται νά έρχεται εις σχέσιν μέ τάς ιδέας. Έάν ή ψυχή, απαλλασσόμενη του σώματος, κατώρθωνε νά Ίδη τάς ιδέας, θά ήτο δυνατόν νά άναμνησθή τής ευγενούς καταγωγής της καί του θείου προορισμού της καί νά λάβη τήν άγουσαν προς τήν γλυκείαν πατρίδα της, τόν ούρανόν. 'Αλλά τούτο δύναται νά έπιτύχη διά τής διαλεκτι­κής. Αί αντιλήψεις ημών είναι μέν ατελείς ώς προϊόντα τών αι­σθήσεων, δύνανται όμως, τό μέν διά καταλλήλων ερωτήσεων τής εξελικτικής μορφής τού διαλόγου υποβοηθούμενοι, τό δέ διά τής αναπλάσεως τών παραστάσεων καί τών συνειρμών αυτών, νά προκαλέσουν εις τήν συνείδησιν τήν άνάμνησιν πάντων εκείνων τών αρχετύπων, τών οποίων αύται είναι τά σκιώδη εί­δωλα πχ. αί παραστάσεις τών ίσων πραγμάτων άναπλάσσουν τήν ιδέαν τής ισότητος κ.ο.κ. 'Η άνάπλασις δέ αύτη τών ιδεών καί ή θεωρία αυτών προκαλεί εις τήν ψυχήν τόν άδάμαστον πόθον νά επανέλθη ή ψυχή μας άπό του υλικού προς τόν ύπέργειον κόσμον, απαλλασσόμενη του σώματος. Εντεύθεν δεινός ό άγων μεταξύ σώματος καί ψυχής. 'Η ψυχή πρέπει νά έχη ως σκοπόν της τήν απαλλαγήν άπό τού σώματος, τήν κάθαρσιν, κάθαρσιν όχι δια νηστειών, αλλ’ άποχώρησιν εκ του κόσμου τούτου, φυγήν και άπάρνησιν παντός υλικού και επιστροφήν προς τον κόσμον του αληθινού φωτός. Δια τον αληθή φιλόσοφον ή φιλοσοφία είναι ή απολύτρωσις ή άπελευθερούσα από το σώμα δια παντός και αποδίδουσα εις αυτόν την θείαν γαλήνην και την ουράνιον κατοικίαν του.

Πρβλ. Φαίδρον, κεφ. 25—28 και Τίμαιον, κεφ. XIV.

Ή περί αθανασίας της -ψυχής διδασκαλία του Πλάτωνος προσλαμβάνει ιδιάζουσαν σημασίαν δια τής μετά θάνατον καθάρσεως, δια τής αρχής τής ηθικής ευθύνης και άνταποδόσεως. Ή ψυχή μετά βραχύν επίγειον βίον και μετά την του σώματος διάλυσιν επιζή αθάνατος, άνευ τέλους, ώς είναι άν­αρχος, αυτοτελής, αμέριστος, προσωπικώς ώρισμένη. Ευθύς με­τά τον σωματικόν θάνατον οδηγούμενη υπό του δαίμονος αυτής προσάγεται εις διάμεσόν τι κράτος ασωμάτου βίου, όπου δικαζομένη πρέπει νά καθαρθή άπό τών αμαρτημάτων του γηΐνου βίου1. Και ή μεν ψυχή, ή οποία διέρχεται τον βίον εν δικαιοσύ­νη, μετά τον θάνατον του προτέρου σώματος, ανταλλάσσει τήν μοίραν της με δευτέραν καλυτέραν, ή δε ζώσα εν αδικία με χειροτέραν. Και τούτο θά εξακολούθηση επί δέκα χιλιάδας έτη, διότι ή ψυχή καταπεσούσα τόσον χρόνον χρειάζεται διά νά έπανέλθη εις τήν προτέραν της θέσιν, διά νά άναφυώσι πάλιν τά πτερά της, πλην τής ψυχής του αληθούς φιλοσόφου, ή οποία μετά τήν τρίτην χιλιετή περίοδον, εάν επί τρεις κατά σειράν πε­ριόδους έκλέξη τον βίον του φιλοσόφου, πτερωθείσα, ανέρχεται εις τον ουρανόν. Αι δε άλλαι, μετά τήν άπόφασιν του ειδικού δι­καστηρίου και τήν άμοιβήν ή τιμωρίαν των συμφώνως προς τήν έπίγειον ζωήν των, είναι υποχρεωμέναι νά διανύσουν τήν μακράν έπίγειον ζωήν των διά μέσου ποικίλων σωμάτων ανθρώπων ή ζώων. Ή διαδρομή αύτη θά λαμβάνη τήν άγουσαν προς τά επάνω ή κάτω, αναλόγως τής διαγωγής τής ψυχής. Έάν φανή αντάξια τής αποστολής της, θά απαλλαγή τής υποχρεώσεως νά έγκλεισθή εις νέον σώμα, και πτερωθείσα, θά έπανέλθη εις τήν ουράνιον κατοικίαν της, όπου θά θεάται τάς ιδέας, άλλως μετά τήν διαδρομήν τών μυρίων ετών ρίπτεται εις τον Τάρταρον, όπου αιωνίως βασανίζεται.

Κατά ταύτα, ή ψυχή κατά τον Πλάτωνα διατηρεί τήν προ­σωπικότητα της και εν τή γή και τω ουρανώ, διακρινόμενη τώνάλλων ψυχών. Ώς ιδία ύπαρξις, έχουσα συνείδησιν του ιδίουεγώ, υπό προσωπικήν αυστηρώς αυτής ευθύνην διεξάγει τονέπίγειον αγώνα, αλλά και καθαιρομένη βαθμηδόν τών πολλών αδυναμιών της και ανακαμπτουσα είς το υπερκόσμιον παραμένει προσωπική. Ό Πλάτων διδάσκει τήν προσωπικήν άθανασίαν τής ψυχής.

1. Πρβλ. Φαίδ. κεφ. Ι,ΧΙΙ και Φαίδρον, κ. XXIX.

Ύπό πολλών παρετηρήθησαν και εις την θεωριαν περί ιδεών και είς τήν διδασκαλίαν περί αθανασίας τής ψυχής ασάφειαι, δυσαρμονίαι και αντιφάσεις, τάς οποίας δεν δυνάμεθα ενταύθα νά άναφέρωμεν εν πλάτει. Άλλα τούτο είναι φυσικόν. Τά προ­βλήματα, τά όποια εγείρουν αι θεωρίαι αύται, είναι πολλά και πολύπλοκα και εξέρχονται τών ορίων του αισθητού κόσμου, ανάγονται δε εις τον τελείως άγνωστον κόσμον του υπερφυσικού, ώστε ή ανθρωπινή διανόησις νά μή δύναται νά τά ερμηνεύση. Διά τούτο αι άτέλειαι αύται δεν αμαυρώνουν το υπέρλαμπρον φιλοσοφικόν οικοδόμημα, τό όποιον ύψωσεν ό Πλάτων διά τής δι­δασκαλίας του όχι μόνον ώς φιλόσοφος, αλλά και διά τής πτή­σεως τής φαντασίας και του θερμού συναισθήματος ώς ένθους ποιητής και προφήτης.