θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Saturday, December 23, 2006

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Aπό το βιβλίο του Αλέκου Αγγελίδη «ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΕΡΑΤΕΙΟΥ» εκδόσεις ΠΛΑΤΩΝΟΣ

«Η αμάθεια κατασταίνει τους ανθρώπους μωρούς».
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ Α' 52β.


Εις το διάβα των αιώνων υπήρξαν εποχές που άνθισαν η παι­δεία και η μάθηση και εποχές που βυθίστηκαν σε βαθύ σκοτάδι ή ναρκοθετήθηκαν από σκοτεινές καταστάσεις και σκοταδιστι­κά ρεύματα και παρέλυσαν κυριολεκτικά.
Και εκτός από τη γενικά κατά εποχές θάμπωση της λάμψης του πνεύματος, παρουσιάστηκαν και μερικότερες κάμψεις και ναρκώσεις της πνευματικής προόδου, οι οποίες επηρέασαν ιδι­αίτερα διάφορους χώρους και σε διάφορες εποχές.
Όσον αφορά τον ελληνικό χώρο, το χώρο όπου γαλουχήθηκε και έλαμψε το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, απλώθηκε βαθύ σκοτά­δι σε όλη την έκταση του στη διάρκεια του Βυζαντίου και ιδιαί­τερα της Τουρκοκρατίας. Και ενώ στην Ευρώπη η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός έσχιζαν θαρραλέα τα σκοτάδια του Μεσαίω­να, στη χριστιανική Ανατολή η τουρκική κατοχή και η δεισιδαί-μονη και ισχυρόγνωμη παπαδοκρατία της εποχής εκείνης τύλι­γαν με ένα ακόμη μαύρο πέπλο τη σκέψη και το πνεύμα, πνίγο­ντας μαζί με τη μάθηση και κάθε φιλελεύθερη και φωτισμένη φωνή. Στις σκοτεινές αυτές εποχές υπήρξαν περίοδοι που ο πόλεμος κατά των Γραμμάτων, η περιφρόνηση της μάθησης, η αποστρο­φή προς τα βιβλία, η αποχή από τη μελέτη και η πλήρης αμάθεια είχαν γίνει ιδιαίτερα προνόμια των κληρικών.
Παρασυρμένος από την προσπάθεια του ο κλήρος να εξουδε­τερώσει κάθε τι το εθνικό και να χειραγωγήσει κάθε κοινωνική εκδήλωση στράφηκε, από τους πρώτους ακόμη χριστιανικούς χρόνους, με μανία κατά του ελληνικού πνεύματος και, εκτός από τον εξοντωτικό πόλεμο που κήρυξε κατά των διάφορων φιλοσο­φικών θεωριών, επιδόθηκε στην καταστροφή των πάντων, που είχαν σχέση μ' αυτό και ιδιαίτερα των βιβλίων, των συγγραμμά­των και όλων των προϊόντων του πνεύματος.
Τότε γεννήθηκε και επικράτησε απόλυτα το καλογερίστικο δόγμα: «Τι χρείαν έχομεν ημείς των βιβλίων;». Απόρροια του δόγματος αυτού ήταν και η άποψη πως όλα τα βιβλία, εκτός από τα ψαλτήρια, ήταν «εθνικά» και κατά συνέπεια αιρετικά και επι­κίνδυνα.
Η καλογερίστικη αυτή θεωρία δε διέφερε καθόλου κι από το σκεπτικό των μουσουλμάνων.
Ο μουσουλμάνος σοφός Άμπντ—Αλ —Λατίφ (1162-1231) λέ­γει πως ο χαλίφης Ομάρ —Χατάμπ (587-644), απαντώντας το 642 σε ερώτηση του στρατηγού του Αμρ-Ιμπνάλ-Ας, του κατα­κτητή της Αλεξάνδρειας, τι να κάμει με τα βιβλία της εκεί ξα­κουστής βιβλιοθήκης, του έγραψε:
«Αν τα κείμενα των Ελλήνων συμφωνούν με το βιβλίο του Θε­ού (το Κοράνι), δεν μας είναι απαραίτητα και δεν υπάρχει λόγος να διατηρηθούν. Αν δεν συμφωνούν, τότε είναι βλαβερά και πρέπει να καταστραφούν».
Τα παρέδωσε, λοιπόν, και ο Αμρ στη φωτιά και για καιρό θέρμαιναν τα 4000 καζάνια των λουτρών της πόλης. Έτσι κάηκαν όσα βιβλία είχαν απομείνει από τη μεγάλη καταστροφή, που είχε κάνει το 392 ο πατριάρχης Θεόφιλος μ' ένα όχλο φανατι­κών χριστιανών.1
Ο Τερτυλιανός γράφει στην «Απολογία» του ότι «αφ' ης επο­χής μας εδόθη το ιερό Ευαγγέλιο, πάσα άλλη έρευνα περιττεύει», αποκλείοντας έτσι σαν περιττή κάθε άλλη επιστήμη.2
Με το σκεπτικό αυτό πολεμήθηκε το βιβλίο και καταπολεμή­θηκε η μελέτη και η έρευνα, γιατί με την καταδίκη και τον ανα-θεματισμό του Ωριγένη από το φανατικό πατριάρχη Θεόφιλο το 399, επικράτησε απόλυτα το «πίστευε και μη ερεύνα» και τότε χτυπήθηκε με δριμύτητα από τους ρασοφόρους κάθε διδασκαλί­α αρχαίας φιλοσοφίας και από τότε καταδιώχτηκε συστηματικά από την Εκκλησία -Ανατολική και Δυτική- η παιδεία και η επι­στήμη. Ίσως εδώ να βοήθησε και ο Εκκλησιαστής με τα λεγόμε­να του, ότι «όστις προσθέτει γνώσιν, προσθέτει πόνον».3 Η μανία δε των κληρικών και η παράφορα τους έφτανε πολλές φορές και πιο πέρα από τα άκρα, παρανοώντας και διαστρεβλώνοντας το κάθε τι.
Ο αβάς Κρελιέρος, για παράδειγμα, ονόμαζε ειδωλολάτρες τους επιστήμονες, γιατί διατηρούσαν στον ουρανό του Θεού τα ειδωλολατρικά αστέρια Ερμή και Αφροδίτη.
Το 1163 με παπικό διάταγμα απαγορεύτηκαν οι εγχειρίσεις, γιατί η Εκκλησία έλεγε πως αποστρεφόταν την αιματοχυσία. Με βάση το «ρύσαι με εξ αιμάτων ο Θεός», χαρακτήριζαν οι στενο­κέφαλοι και υποκριτές καρδινάλιοι και ο προϊστάμενος τους, ο πάπας, τη χειρουργική επιστήμη σαν ανυπόληπτη και αμαρτωλή τέχνη.4 Το να οπλίζουν όμως στρατούς, να κηρύττουν πολέμους, να αιματοκυλίζουν και να αποδεκατίζουν λαούς ή να καίνε ζω­ντανούς στις πυρές τους ανθρώπους, δεν ήταν αντιχριστιανικό κι ούτε αμάρτημα για κείνους τους ιεράρχες.
Κατά τις σκοταδιστικές τους απόψεις οι αμαθείς ρασοφόροι κήρυτταν πως η αρρώστια αποτελούσε εκδήλωση και μόνο της επιθυμίας του Θεού και έκφραση της «ΘείαςΔίκης», γι' αυτό και δεν ήταν επιτρεπτό σε κανένα, να αναζητά φάρμακα ή να κατα­πολεμά τα μικρόβια και τις αρρώστιες, γιατί αντιστρατεύονταν στη βουλή και στο θέλημα του Θεού.
«Για τον άρρωστο η προσευχή θεωρούνταν το καλύτερο φάρ­μακο», γράφει ο Γιάννης Γεωργίου, ο ιερέας ο καλύτερος γιατρός, η εκκλησία το καλύτερο νοσοκομείο και ο Χριστός ο μόνος θεραπευτής.5
Ο επίσκοπος της Ρουρ διακήρυττε ότι ήταν βλασφημία το να δίνονται φάρμακα στους αρρώστους, αντί να τους προσκομίζουν την εικόνα του Αγίου Μαρίνου.6
Και ενώ οι ρασοφόροι δεν κατείχαν ούτε και αυτήν ακόμη τη Θεολογία, ήθελαν, σαν υπερόπτες και εγωιστές που ήταν, να ε­λέγχουν την Αστρονομία, την Ιατρική, τη Φυσική και τις άλλες ε­ξειδικευμένες επιστήμες, χωρίς να έχουν την παραμικρή γνώση και ιδέα γι' αυτές.
Για τη Δυτική Εκκλησία μόλις το 1757 άρχισε η γη να γυρίζει γύρω από τον ήλιο. Ως τότε, για τον πάπα και τους ιεροεξεταστές του, γινόταν το αντίθετο. Οι κουκουλοφόροι αβάδες και οι αγροίκοι τρόφιμοι των μοναστηριών δεν παραδέχονταν τα κη­ρύγματα του Κοπέρνικου (1533), που ήταν μια επανάληψη των ιδεών και θεωριών του αρχαίου Έλληνα από τη Σάμο, του Αρι-στάρχου (320-250 π.Χ.), ο οποίος δυο χιλιάδες χρόνια πριν από τον Κοπέρνικο, μίλησε για το ηλιοκεντρικό σύστημα και διακή­ρυξε ότι ο ήλιος μένει σταθερός και η γη γυρίζει γύρω του.
Για την Ανατολική δε πιο χειρότερα. Διακόσια πενήντα χρό­νια αργότερα, το 1794, το πατριαρχείο αποκήρυξε το βιβλίο του Ριηΐοηοΐΐο «Δόγος περί πλήθους κόσμων», που είχε μεταφράσει ο Κοδρικάς και υποστήριζε το ηλιοκεντρικό σύστημα του Κο­πέρνικου, γιατί θεωρούσε ακόμη την άποψη αυτή σατανική και αντίχριστη.7
5. Γεωργίου Γιάννη: «Ιστορία της Ιατρικής», έκδ. Παπαζήση, 1977, σελ. 154.Δες και Καινή Διαθήκη, Ιακώβου Επιστολή Ε' 14.
6. Γεωργίου Γιάννη: «Ιστορία της Ιατρικής», έκδ. Παπαζήση, 1977, σελ. 152. Ο Σέργιος Μακραίος, καθηγητής της Πατριαρχικής Σχολής και ένας από τους στυλοβάτες του δεσποτισμού. Για να ανατρέψει το σύστημα του Κοπέρνικου, έγραψε πραγματεία με τίτλο «Τρόπαιον εκ της Ελλαδικής Πανοπλίας κατά των οπαδών τον Κοπέρνικου».
Συμφωνά με τις απόψεις του πανεπιστημιακού καθηγητή Χ. Θεοδωρίδη ο πρώτος που καταφέρθηκε κατά του ελληνικού πνεύματος ήταν ο Απόστολος Παύλος.8 «Ο Θεός εμώρανεν την σοφίαν τον κόσμου τούτον», λέγει ο Παύλος, εννοώντας την ελ­ληνική επιστήμη, η οποία διακρινόταν και επικρατούσε την επο­χή εκείνη.
Με την ίδια σφοδρότητα αποκήρυξαν το ελληνικό πνεύμα και οι κατοπινοί πατέρες της Εκκλησίας και οι ύστερα από αυτούς πατριάρχες και ιεράρχες, οι οποίοι μπέρδεψαν την ελληνική ε­πιστήμη με την ειδωλολατρία. Επηρεασμένος από τη νοοτροπία αυτή και ο εκκλησιαστικός υμνωδός αυτό διαλαλεί και αυτό υ­πογραμμίζει στους Μακαρισμούς του, λέγοντας: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι...».
Κατά του ελληνικού πνεύματος στρέφεται και ο συντάκτης του Ακάθιστου Ύμνου, όταν απευθυνόμενος προς την Παναγία, λέγει: «Χαίρε των Αθηναίων τας πλοκός διασπώσα...».9 Ενώ ο Ά­γιος Γρηγόριος τόνιζε ότι: «και μόνη η όψη των Αθηνών ήτο επι­κίνδυνη εις τας ψυχάς των Χριστιανών».
Ποτισμένη από το παρεξηγημένο αυτό πνεύμα η Εκκλησία, στράφηκε με δριμύτητα κατά παντός του ελληνικού.
Αναρίθμητες είναι οι περιπτώσεις ξεσπαθώματος των ιεραρ­χών κατά της μάθησης και της επιστήμης, γι' αυτό και θα αναφέ­ρουμε ενδεικτικά μόνο μερικές από αυτές.
8. Θεοδωρίδη Χ.: «Επίκουρος», έκδ. Εστία, Κολλάρον, Αθήναι, 1981, σελ. 196.
9. Σαν συντάκτη του Ακάθιστου Ύμνου άλλοι θεωρούν τον επίσκοπο Ααοδικείας Απολλινάριο (310-390), άλλοι τον πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Σέργιο (610-639), άλλοι το Ρωμανό το Μελωδό (τέλη 5ου αιώνα), την Κασσιανή (τέλη 9ου αιώνα), τον ποιητή Πισίδη (6ο αιώνα) ή τον πατριάρχη Φώτιο (820-891). Πιθανότερος όμως θεωρείται ο Ρωμανός ο Μελωδός. (Μεγάλη Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 2ος. σελ.. 32).
Ο επίσκοπος Αλεξάνδρειας Δημήτριος το 230 και οι πατριάρ­χες Φιλόθεος (385-412) και Μηνάς (Κωνσταντινούπολης 536-552) αργότερα, αφόρισαν το «ερεύνα και πίστευε» του Ωριγένη. Το ίδιο έκαναν και η 51Ί, 61! και 7*1 Οικουμενικές Σύνοδοι.
Ο πατριάρχης Ιωάννης Η' ο Ξιφιλίνος (1064-1075) αντέδρασε έντονα κατά της μελέτης και της έρευνας και σταμάτησε κάθε τάση για σπουδή της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.
Ο πατριάρχης Ευστράτιος (1081-1084) αφορίζει τις φιλοσοφι­κές ιδέες του Πλάτωνα κι αναθεματίζει εκείνους που μελετούν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Γράφει δε στο «ανάθεμα» που εξέδωσε το 1081 κατά του νεοπλατωνιστή Ιωάννη, του Ιταλού: «Ανάθεμα τοις ευσεβή μεν επαγγελλομένοις, τα των Ελλήνων όε δνσεβή δόγματα τη Ορθοδόξω Εκκλησία επεισάγονσιν». «Ανάθεμα τοις την μωρίαν των έξωθεν φιλοσόφων σοφίαν προτιμώσιν». «Ανάθεμα τοις τα ελληνικά όεξιούσι μαθήματα». «Ανάθεμα τοις τας πλατωνικός ιδέας ως αληθείς δεχομένοις».10
Ο Άγγλος θεολόγος Ιοίαη Μεγ€ηαοΓί£ λέγει πως, ύστερα από την καταδίκη του Ιωάννη, του Ιταλού και τα έντεκα εναντίον του αναθέματα, κάθε προσπάθεια ακολούθησης και σπουδής των αρχαίων «ανόητων ιδεών» θεωρείτο πλέον αυτομάτως έγκλημα κατά της νέας πίστης.11
Ο πρώτος πατριάρχης της τουρκοκρατίας, ο στενός σύμμαχος και άμεσος βοηθός του πορθητή σουλτάνου, ο Γεώργιος Σχολάριος, ο επονομασθείς «Γεννάδιος», ο υμνητής του Μωάμεθ, ο
10.Δανιηλίδη Δημοσθ.: «Η Νεοελληνική Κοινωνία και Οικονομία», σελ. 73.
μέγας διώκτης της «Ένωσης των Εκκλησιών», ο νεκροθάφτης της Πόλης και ο πρώτος αίτιος και υπεύθυνος για το χαμό της, ή­ταν τόσο πολύ εναντίον του ελληνικού πνεύματος και μισούσε με τέτοιο πάθος κάθε τι το ελληνικό, που αρνιόταν για τον εαυτό του κι αυτόν ακόμη τον τίτλο του Έλληνα.12 Σαν τον έκανε ο κα­τακτητής πατριάρχη, διέταξε να συγκεντρωθούν και να καούν ό­λα τα βιβλία του Γεμιστού, γιατί περιείχαν προοδευτικές ιδέες, γιατί ο Γεμιστός ήταν υπέρ της Ένωσης των Εκκλησιών και αντίθετος προς τις απόψεις του Γενναδίου και του Μωάμεθ του Β' και γιατί περιείχαν φιλοσοφικές ιδέες και θεωρίες φιλελεύ­θερες και καταφερόταν κατά του σκοταδιστικού καλογερισμού και του τυραννικού συστήματος της Εκκλησίας, τις οποίες ιδέες, για να τις βγάλει από τη μέση το ιερατείο εύκολα και γρήγορα, τις χαρακτήρισε αθεϊστικές13 και τις πέταξε στη φωτιά.
Οι στενοκέφαλοι ιεράρχες στην ορμή και στη βιασύνη τους να ισοπεδώσουν καθετί, το μη, κατά τη γνώμη τους, χριστιανορθόδοξο και να αποβάλουν από τις σκέψεις και το νου του κόσμου καθετί που συνδεόταν με το ελληνικό πνεύμα, έφτασαν στο ση­μείο να μισούν όχι μόνο την ελληνική φιλοσοφία και γνώση, αλ­λά και αυτή ακόμη τη γενιά των Ελλήνων.
Ο μοναχός Θεόδωρος ο Μετοχίτης (1270-1331), που υπήρξε και Μέγας Λογοθέτης του αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Β', αν και γνώστης των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, αποκαλούσε τους Έλληνες εχθρούς του κράτους και, όπως μας λέγει ο Κορ­δάτος, ευχόταν να εξολοθρευτούν με τη βοήθεια του Θεού, για το καλό του χριστιανισμού.14
Οι διδασκαλίες της αριθμητικής, των ανώτερων μαθηματικών,

12.Ζωγράφου Λ.: «Αντιγ νώση, τα δεκανίκια τον Καπιταλισμού», σελ. 32.
13.Κορδάτου Γ.: «Η Κοινωνική Σημασία της Επανάστασης του 1821», σελ. 45.
Κορδάτου Γ.: «Η Κοινωνική Σημασία της Επανάστασης τον 1821», σε).. 35.
της λογικής και των άλλων επιστημών, μαζί με κάθε άλλη προο­δευτική και φιλελεύθερη ιδέα χαρακτηρίστηκαν από το ισχυρό-γνωμο και αυταρχικό ιερατείο αθεϊστικές και καταπολεμήθηκαν σφοδρά από αυτό. Έτσι η Εκκλησία καταδίωκε τους ονομα­στούς δασκάλους των Ιωαννίνων: Αθανάσιο Παπαβασιλείου, Γεώργιο Σγουρίδη (1683-1709), τον ιερέα Μεθόδιο Ανθρακίτη (1709-1723) και άλλους, που είχαν τις γνώσεις και την τόλμη να κηρύξουν ιδέες και να διδάξουν επιστήμες, που βρίσκονταν πιο πέρα από τις γνώσεις των στενόμυαλων διωκτιον τους και πιο πέρα από τα δικά τους κολλυβογράμματα. Μάλιστα ο Μεθόδιος Ανθρακίτης καθαιρέθηκε και η διδασκαλία του αφορίστηκε από τον πατριάρχη Ιερεμία το Γ', ο οποίος τον ονομάζει στην αφορι­στική του πανταχούσα, ακολουθώντας τη φρικτή φρασεολογία των αρχιερέων, «Κακομεθόδιον, αποφώλιον τέρας και ανεμώλιον άνθρωπον».15
Για τους ίδιους λόγους, και επειδή «ησχολήθησαν εις ύλην εθνικήν» (μεταχειρίζονταν και τη λέξη ελευθερία), το Πατριαρ­χείο καταδίωξε τον Ευγένιο Βούλγαρη, τον Αθανάσιο Ψαλλίδα, τον Παμπλέκη, το Μοισιόδακα, τον Περραιβό και άλλους, που ήταν η ψυχή και η φλόγα της Φιλικής Εταιρείας σε διάφορα κέν­τρα του εξωτερικού και πολέμησε κι αυτόν ακόμη τον εθναπόστολο Ρήγα Φεραίο, καθώς και άλλα διαλεχτά πνεύματα της φυ­λής μας.
Ο Κύριλλος ο Λαυριώτης, αποκαλεί τον Παμπλέκη και το Ρή­γα στην «Ερμηνεία της Αποκάλυψης του Ιωάννου» «άνδρας αι­μάτων και δολιότητος και πάσης ασεβείας και αθεΐας υπάρχο­ντας... κατά της του Χριστού πίστεως μανέντας,... ους ο Θεός ζώ­ντας εις Άδου κατήγαγεν».
Επίσης ενάντια στα απελευθερωτικά κηρύγματα του Ρήγα η 15. Καρανικόλα Γ.: «Ρασοφόροι η Συμφορά του Έθνους», σελ. 96.
Εκκλησία διαλαλούσε με την «Πατρική της Διδασκαλία»: «Φρά­ζατε τα αυτιά σας και μη δίδετε προσοχή σ' αυτές τις νέες ελπί­δες ελευθερίας που κηρύττονται...». Η Αγία Γραφή λέγει, ότι πρέπει να προσευχόμαστε συνεχώς για τον αυτοκράτορα. Το σουλτάνο δηλαδή!!.16
Επιπλέον ο Γρηγόριος, ο Ε', αφόρισε το Μάρτιο του 1819 την Άλγεβρα, την Τριγωνομετρία και τους Λογαρίθμους χαι διακή­ρυξε ότι: «Οι διδάσκοντες τα μαθήματα αυτά είναι παραβάται των θείων και ιερών κανόνων και των αποστολικών διατάξεων». Διατάζει δε το ποίμνιο να μισεί αυτούς τους διδασκάλους και να τους αποστρέφεται. «Εντελλόμεθα και αποφαινόμεθα συνοδικώς», συνεχίζει ο διαβόητος Γρηγόριος, «μετά των περί ημάς ιε­ρότατων αρχιερέων, (όπως) τας βέβηλους κενοφωνίας και τας σαθράς αντιθέτους διδασκαλίας των ειρημένων να μισητέ και να αποστρέφεσθε...».17
Επέμεναν ισχυρόγνωμα και πεισματικά οι ιεράρχες στις μο­νόπλευρες απόψεις τους και είχαν την απαίτηση να τις αποδε­χτούν όλοι και να τις ασπαστούν τυφλά και ασυζητητί, σαν τις μόνες σωστές και αλάνθαστες, όπως έκαναν οι μαυροφορεμένες στρατιές των αργόσχολων καλογήρων, τις οποίες οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει και ο δύστυχος λαός τις έτρεφε.
Για να αγαπήσει όμως κανείς ό,τι είναι αξιαγάπητο και να μι­σήσει ό,τι είναι μισητό χρειάζεται μυαλό, για να το ξεχωρίσει και οι κληρικοί δε διέθεταν τέτοια προσόντα, εκείνους τουλάχι­στον τους καιρούς.